Θα νικήσει η καθημερινότητα και η μετριοπάθεια, μακριά από τις κάμερες

του Μάνου Λασκαράκη

Ακούω και διαβάζω να μιλάνε για χούντα και για αναρχία. Ούτε χούντα έχουμε, ούτε αναρχία. Όχι επειδή το λέει στα χαρτιά το σύνταγμα, αλλά γιατί όλοι μας, καθημερινά, ζούμε, εργαζόμαστε, περπατάμε στους δρόμους των πόλεών μας.

Υπάρχουν απαγορεύσεις και περιορισμοί; Ναι. Υπάρχουν διαφωνίες για το πλαίσιο και το εύρος που διαμορφώνονται; Ναι. Αν νομίζει όμως κάποιος ότι οι περιορισμοί είναι αναίτιοι (ή σχέδιο μιας «νέας τάξης πραγμάτων») ας σταματήσει εδώ την ανάγνωση αυτού του κειμένου.

Κι επειδή, επαναλαμβάνω, όλοι μας, περπατάμε στους δρόμους μας, πλάι στους περιορισμούς υπάρχει και η επιείκεια. Ποιος από εμάς δεν βγήκε για «σωματική άσκηση» στο παγκάκι με ένα καφέ ή μια μπύρα στο χέρι και ένα τσούρμο φίλους παρέα; Ποιος από εμάς δεν έκανε κατάχρηση των έξι των μετακινήσεων; Όλοι μας. Και πρώτος εγώ. Και η επιείκεια (από μέρους της πολιτείας) ασφαλώς είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατίας, όπως είναι και η σωφροσύνη και η μετριοπάθεια (από μέρους του πολίτη).

Η κοινωνία βέβαια δεν είναι ένα εξιδανικευμένο μοντέλο. Έχει τις ίδιες αδυναμίες που έχει και το βασικό της συστατικό – ο άνθρωπος. Και αυτές βγαίνουν στις επιφάνεια σε περιόδους κρίσης, όπως την πανδημική κρίση των ημερών μας. Τότε εκδηλώνεται μια σύγκρουση την στιγμή που η κατάχρηση περνά το φράγμα της επιείκειας. Και επειδή το μοντέλο της κοινωνίας δεν είναι νευτώνειο, αλλά ανθρωπογενές, αυτό το φράγμα, δεν είναι μια καθαρή γραμμή, διακριτή και αποδεκτή από όλους, αλλά μετακινείται κατά την βούληση του καθενός. Με αποτέλεσμα η κατάχρηση να αλλάζει χέρια και να ασκείται και από το μέρος της πολιτείας.

Αυτό συνέβη και στη Νέα Σμύρνη. Ο νεαρός δεν αποτελούσε κίνδυνο που να χρήζει αντιμετώπιση με ξυλοδαρμό από γκλοπ. Η πολιτεία, μέσα στο θολό τοπίο των ορίων της καταχρηστικότητας των μετακινήσεων, έγινε η ίδια καταχρηστική (και εκδικητική) με τρόπο σκληρό. Δεν το δικαιολογώ -ήταν απαράδεκτο-, το αιτιολογώ.

Ακολούθησε η εκδίκηση. Μερίδα αντιεξουσιαστών ξυλοκόπησαν έναν αστυνομικό. Αιτιολογείται αλλά πάλι δεν δικαιολογείται. Μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του σύγχρονου ανθρώπου και του πολιτισμού, είναι να μετριάζει την εκδικητικότητά του. Ένας από τους λόγους που μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η ειρήνη επικρατεί και οι πόλεμοι σπανίζουν, είναι πως τα έθνη-κράτη έπαψαν να εκδικούνται. Για τον ίδιο λόγο σπανίζουν και οι εμφύλιοι. Γιατί οι κοινωνικές ομάδες δεν εκδικούνται. Διεκδικούν.

Ακούω να μιλάνε για διχασμό. Πότε έχουμε διχασμό; Όταν το σύνολο του πληθυσμού καλείται να πάρει μια απόφαση, να απαντήσει σε ένα δίλημμα, όπως το δημοψήφισμα του 2015. Εγώ δεν βλέπω σήμερα κανένα δίλημμα μπροστά μας.

Βλέπω όμως δύο τάσεις.  Μία μετριοπάθεια και έναν υπέρμετρο εγωισμό. Κατανοώ την αγανάκτηση του καθενός, αλλά υπάρχουν δύο τρόποι να την αντιμετωπίσεις. Η μία είναι να ταυτιστείς με τα περιστατικά βίας και να ψάχνεις «στρατόπεδα» και «παρατάξεις» για να «οχυρωθείς» απέναντι στην «χούντα» ή τους «αναρχικούς» και η άλλη είναι να ταυτιστείς με την επικρατούσα καθημερινότητα. Με τον μετριοπαθή πολίτη και τον επιεική αστυνομικό. Με την καθημερινότητα που δεν κραυγάζει, δεν έχει τις κάμερες και τα φλας στραμμένα πάνω της.

Υποπτεύομαι πως κάποιοι έχουν αποπροσανατολιστεί. Έχουν σχεδόν ξεχάσει πως ζούμε μια έκτακτη προσωρινή κατάσταση. Σαν να μην έχουμε πανδημία ή σαν να μην πρόκειται να αντιμετωπιστεί ποτέ, και αντί να περιμένουν να αποκατασταθεί η ομαλότητα μέσω του εμβολιασμού του πληθυσμού, πρέπει σώνει και καλά τώρα να… «ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς». Ευτυχώς, δεν θα κρατήσει πολύ αυτή η πλάνη.

Η μετριοπάθεια θα κερδίσει. Και όσο για τους… «οχυρωμένους», μαντεύω πως πολύ σύντομα, το καλοκαίρι, θα ανταλλάσσουνε χαμόγελα στις παραλίες.

About Author

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο