Τα εισοδήματα χάνουν τη μάχη των ενοικίων
Το σπίτι μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας για όλο και περισσότερα νοικοκυριά, καθώς ενοίκια και τιμές αγοράς τρέχουν με ταχύτητα που οι μισθοί αδυνατούν να ακολουθήσουν. Και πλέον η στεγαστική πίεση δεν σταματά στα χαμηλότερα εισοδήματα. Ανεβαίνει προς τη μεσαία τάξη, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την αυτονόμηση των νέων και απορροφά ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Το ελληνικό στεγαστικό πρόβλημα χτίστηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Μετά το 2009 η οικοδομική δραστηριότητα κατέρρευσε, οι επενδύσεις περιορίστηκαν και για μεγάλο χρονικό διάστημα προστέθηκαν ελάχιστες νέες κατοικίες στο διαθέσιμο απόθεμα. Όταν μετά το 2017-2018 η αγορά ακινήτων άρχισε να ανακάμπτει, η εικόνα είχε αλλάξει. Η ζήτηση επέστρεψε ταχύτερα από την προσφορά, ενώ ταυτόχρονα εμφανίστηκαν νέοι ισχυροί παίκτες στην αγορά. Η ανάπτυξη του τουρισμού και των βραχυχρόνιων μισθώσεων, οι αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές και η επιστροφή των ακινήτων ως επενδυτική επιλογή αύξησαν τον ανταγωνισμό για το διαθέσιμο απόθεμα.
Παράλληλα, ένα τμήμα των κατοικιών αποσύρθηκε από τη μακροχρόνια μίσθωση, την ώρα που η νέα οικοδομή, παρά την ανάκαμψή της, δεν κατάφερε να καλύψει γρήγορα το κενό που είχε δημιουργηθεί την προηγούμενη δεκαετία. Η πίεση είναι εντονότερη στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις τουριστικές περιοχές, όπου η ζήτηση για κατοικία συγκρούεται με την τουριστική και επενδυτική αξιοποίηση των ακινήτων.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά. Όταν το κόστος κατοικίας ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, θεωρείται ότι το νοικοκυριό βρίσκεται σε κατάσταση υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης. Στην Ελλάδα σημαντικό τμήμα των νοικοκυριών βρίσκεται ήδη πάνω από αυτό το όριο.
Η συνεχιζόμενη αύξηση των ενοικίων μεταφέρει όμως σταδιακά το πρόβλημα και σε οικογένειες με μεσαία εισοδήματα. Όσο περισσότερα χρήματα κατευθύνονται κάθε μήνα στο ενοίκιο, τόσο λιγότερα απομένουν για τρόφιμα, ενέργεια, μετακινήσεις, αποταμίευση ή άλλες ανάγκες. Την κατάσταση επιβαρύνει η ποιότητα του διαθέσιμου αποθέματος. Μεγάλος αριθμός κατοικιών είναι παλαιός και ενεργειακά αναποτελεσματικός, γεγονός που προσθέτει στο υψηλό ενοίκιο και αυξημένους λογαριασμούς ενέργειας.
Οι μεγαλύτεροι χαμένοι της στεγαστικής κρίσης είναι οι νεότερες γενιές. Από το 2010 οι μέσες τιμές κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν αυξηθεί κατά 55,4% και τα ενοίκια κατά 26,7%, όταν το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα έχει ενισχυθεί περίπου 20%. Η ψαλίδα αυτή κάνει την απόκτηση ή ακόμη και την ενοικίαση κατοικίας δυσκολότερη για έναν νέο εργαζόμενο.
Σε χώρες όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Βουλγαρία, καθώς και σε περιοχές της Ιταλίας και της Αυστρίας, το ενοίκιο ενός συνηθισμένου διαμερίσματος δύο δωματίων μπορεί να απορροφά πάνω από το 80% του διάμεσου μισθού ενός νέου ενήλικα. Σε ορισμένες τουριστικές περιοχές μπορεί να ξεπερνά ακόμη και ολόκληρο τον μισθό. Οι επιπτώσεις φαίνονται ήδη στις επιλογές ζωής. Στην Ιρλανδία το ποσοστό των νέων 25-34 ετών που ζουν με τους γονείς τους αυξήθηκε από 23% το 2013 σε 40% το 2023. Μεταξύ των φοιτητών, το αντίστοιχο ποσοστό ανέβηκε από 73% σε 93%.
Πίσω από τις τιμές βρίσκεται το μεγάλο έλλειμμα προσφοράς. Το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπολογίζει ότι στην Ευρώπη λείπουν περίπου 4,6 εκατομμύρια κατοικίες. Η συγκέντρωση πληθυσμού και θέσεων εργασίας στις μεγάλες πόλεις εντείνει ακόμη περισσότερο την πίεση, καθώς περισσότερα νοικοκυριά διεκδικούν μικρότερο αριθμό διαθέσιμων κατοικιών. Σε τουριστικές περιοχές προστίθεται και η βραχυχρόνια μίσθωση, η οποία απορροφά μέρος του αποθέματος που διαφορετικά θα μπορούσε να κατευθυνθεί στη μακροχρόνια αγορά.
topontiki.gr


