Του Νικόλαου Μπιτσακίδη
Από την αρμονία της πόλης στη δημιουργική καταστροφή: γιατί ο ελληνικός καπιταλισμός φοβάται τον ανταγωνισμό
Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, προτιμάται η συμβίωση ακόμη και με μεσαιωνικά κτίρια, παρά η κατεδάφισή τους για να χτιστούν οικοδομικοί νεωτερισμοί στη θέση τους. Αντίθετα, στην Ελλάδα η αντιπαροχή εξακολουθεί συχνά να εμφανίζεται σχεδόν ως φυσική ευλογία: η δημόσια συζήτηση καμαρώνει για νέα ύψη και νέες οικοδομές, σαν κάθε επιπλέον στρώση τσιμέντου να είναι από μόνη της πρόοδος.
Την ίδια στιγμή, η οικονομία της καινοτομίας, των πνευματικών δικαιωμάτων και της τεχνολογίας δεν έχει αποκτήσει το βάρος που θα μπορούσε να έχει. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό ή τεχνικό, αλλά και βαθιά νοηματικό: αφορά τον τρόπο με τον οποίο, στη νεότερη Ελλάδα, συνηθίσαμε να σκεφτόμαστε την αρμονία, τη σύγκρουση και τον ανταγωνισμό.
Από την αρμονία της πόλης στη «στατική» καλή διακυβέρνηση
Σε μεγάλο μέρος της πολιτικής σκέψης του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, η πόλη και το κοινό καλό τοποθετούνται στο κέντρο. Η πόλις οφείλει να επιδιώκει την ευδαιμονία μέσα από τη δικαιοσύνη και την ισορροπία των μερών της. Μια από τις μεγαλύτερες απειλές δεν είναι η απλή στασιμότητα, αλλά η στάσις: η εσωτερική σύγκρουση, ο εμφύλιος, η διάλυση του σώματος της πόλης. Γι’ αυτό η ομόνοια, η συμφωνία γύρω από το κοινό συμφέρον, προβάλλεται ως θεμελιώδες πολιτικό αγαθό.
Η ομόνοια, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλοι σκέφτονται το ίδιο ούτε ότι κάθε διαφωνία πρέπει να καταπνίγεται. Πολύ περισσότερο, δεν σημαίνει συμφωνία ισχυρών ομάδων για την προστασία των προνομίων τους εις βάρος της πόλης. Η διάκριση έχει σημασία: άλλο η συνοχή μιας κοινότητας που υπηρετεί το κοινό καλό και άλλο η σιωπηρή συνεννόηση όσων δεν θέλουν να αλλάξει τίποτε.
Παράλληλα, η ίδια κουλτούρα αναγνωρίζει τον αγώνα: την πάλη, τον διαγωνισμό, την αντιπαράθεση σε αθλητισμό, θέατρο και ρητορική. Ο αγώνας όμως οργανώνεται και πλαισιώνεται, με κανόνες και όρια. Η αναγνώρισή του δεν καταλήγει αυτομάτως σε μια γενική αποδοχή της διαρκούς σύγκρουσης ως μηχανισμού ιστορικής ή οικονομικής προόδου. Ο αρχαίος αγών δεν είναι ακόμη η σύγχρονη αγορά, ούτε η τιμή της νίκης ισοδυναμεί με μια θεωρία δημιουργικής καταστροφής.
Μια συγγενής έμφαση στην αρμονία συναντάται, αιώνες αργότερα, στη μεσαιωνική χριστιανοσύνη. Η «Αλληγορία της Καλής Διακυβέρνησης» του Lorenzetti στο Palazzo Pubblico της Σιέννα συνθέτει πολιτικές και χριστιανικές αρετές. Ως αποτέλεσμά τους, η πόλη παρουσιάζεται σε μια ιδανική, φωτεινή ισορροπία: ανοικοδόμηση, εμπόριο, ασφάλεια, τάξη, ευημερία. Στην απέναντι τοιχογραφία, η Κακή Διακυβέρνηση συνδέεται με τη διάλυση της τάξης και την αδικία.
Δεν πρόκειται για έναν κόσμο χωρίς οικονομική δραστηριότητα ή αλλαγή. Είναι όμως ένας κόσμος στον οποίο η καλή τάξη αποτελεί το πλαίσιο της ευημερίας, ενώ η διαλυτική σύγκρουση εμφανίζεται κυρίως ως κακό που πρέπει να περιορίζεται.
Rockefeller, Hegel, Smith, Schumpeter: όταν η σύγκρουση γίνεται μοχλός προόδου
Ο Rockefeller, με τη φράση που του αποδίδεται, «ο ανταγωνισμός είναι αμαρτία», μοιάζει να συνομιλεί ειρωνικά με αυτή την παράδοση αρμονίας — αλλά από τη σκοπιά του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Θέλει να εξαλείψει τον ανταγωνισμό όχι για να προστατεύσει το κοινό καλό, αλλά για να διαφυλάξει τη δική του ισχύ. Δεν συνεχίζει την αριστοτελική ομόνοια· ιδιοποιείται, θα μπορούσαμε να πούμε, τη γλώσσα της τάξης: καλύτερα λίγοι ισχυροί και ένα σύστημα χωρίς τριγμούς, παρά πολλοί που κονταροχτυπιούνται.
Απέναντι σε αυτή τη λογική, η νεότερη ευρωπαϊκή σκέψη αναπτύσσει διαφορετικούς τρόπους κατανόησης της μεταβολής. Ο Hegel κάνει την αντίφαση και την υπέρβασή της κεντρικές στην κίνηση της σκέψης και της ιστορίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σύγκρουση παράγει αυτομάτως πρόοδο, αλλά ότι η πραγματικότητα δεν εξαντλείται στη διατήρηση μιας δεδομένης ισορροπίας.
Ο Adam Smith βλέπει στον ανταγωνισμό και στην επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος τη δυνατότητα να παραχθεί συλλογική ευημερία χωρίς κεντρικό σχεδιασμό — όχι όμως χωρίς θεσμούς και κανόνες, ούτε μέσα από τη συνεννόηση των επιχειρηματιών για την προστασία των κερδών τους.
Ο Schumpeter μεταφέρει το βάρος στην καινοτομία. Η «δημιουργική καταστροφή» —η ανατροπή παλαιότερων προϊόντων, τεχνικών και επιχειρηματικών σχημάτων από νέα— γίνεται η καρδιά της καπιταλιστικής εξέλιξης. Το νέο δεν προστίθεται απλώς δίπλα στο παλιό· συχνά του αφαιρεί τον λόγο ύπαρξης.
Οι τρεις στοχαστές δεν λένε το ίδιο πράγμα. Ανοίγουν όμως, ο καθένας με τον τρόπο του, χώρο για μια αντίληψη στην οποία η μεταβολή, η αντίθεση και η ανατροπή μπορούν να είναι παραγωγικές. Εκεί όπου σημαντικό μέρος της αρχαίας και μεσαιωνικής πολιτικής σκέψης αναζητεί κυρίως τους όρους μιας δίκαιης τάξης, η νεότερη σκέψη εξετάζει και τους μηχανισμούς που μετασχηματίζουν την ίδια την τάξη.
Η ιστορία δεν νοείται πλέον μόνο ως φύλαξη μιας ισορροπίας. Μπορεί να γίνεται και κίνηση μέσω ρήξεων.
Ελλάδα: τσιμέντο και επιδοτημένο οικογενειακό μοναστήρι
Μέσα σε αυτό το φόντο, η μεταπολεμική ελληνική οικονομία μοιάζει να έχει επιλέξει, σε σημαντικό βαθμό, στρατόπεδο. Η οικοδομή και τα μεγάλα έργα διατηρούν κεντρική θέση στο αναπτυξιακό μας φαντασιακό, συναντώντας τον τουρισμό και την κτηματαγορά. Στον 21ο αιώνα, όπου μεγάλο μέρος της αξίας δημιουργείται από άυλα περιουσιακά στοιχεία —πατέντες, λογισμικό, πολιτιστικό περιεχόμενο, μάρκες— η Ελλάδα συχνά εξακολουθεί να τα αντιμετωπίζει ως δευτερεύοντα, ενώ υμνεί κάθε νέο κύκλο οικοδομικής έξαρσης σαν μικρή εθνική σωτηρία.
Ταυτόχρονα, σε μέρος της επιχειρηματικής μας δομής, η διατήρηση του ελέγχου υπερισχύει της επιδίωξης ανάπτυξης. Ορισμένες μικρομεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις προτιμούν να μη μεγαλώσουν, να μη διεθνοποιηθούν, να μη ζητήσουν κεφάλαια που θα απαιτούσαν επαγγελματικοποίηση, αλλαγή διοίκησης, ίσως και διαφορετική διαδοχή. Η ηθική της σταθερής, μικρής, οικογενειακής επιχείρησης —που περνά στα παιδιά ώστε «να έχουν κάτι δικό τους»— υπερισχύει της λογικής της κλίμακας και της καινοτομίας.
Άλλες επιχειρήσεις, βέβαια, δεν παραμένουν μικρές επειδή το επιλέγουν. Παραμένουν επειδή δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν, να βρουν ανθρώπους με τις κατάλληλες δεξιότητες ή να κινηθούν μέσα σε ένα ασταθές και επιβαρυντικό θεσμικό περιβάλλον. Η κλειστότητα και οι εξωτερικοί περιορισμοί συχνά αλληλοενισχύονται: η δυσκολία της ανάπτυξης κάνει ελκυστικότερη την ασφάλεια του μικρού, ενώ η προσκόλληση στο μικρό περιορίζει τις δυνατότητες υπέρβασης της δυσκολίας.
Το μοναστήρι λειτουργεί εδώ ως εύστοχη μεταφορά: μια κλειστή, σχεδόν αιώνια δομή, με σταθερούς κανόνες, σαφή ιεραρχία, υπόσχεση ασφάλειας και ηθικής συνοχής. Ο μικρομεσαίος μπορεί να αναγνωρίσει εκεί μια εκδοχή της επιχείρησής του: μια μικρή κοινότητα που δεν θέλει ούτε εξωτερικούς μετόχους, ούτε αμφισβήτηση της οικογενειακής διοίκησης, ούτε μεγάλες ανατροπές· μόνο να συνεχίσει, ήσυχα, από γενιά σε γενιά.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα επιχειρηματικά κεφάλαια δεν βρίσκουν πάντοτε πρόσφορο έδαφος. Τα VCs και τα PEs απαιτούν διαφορετικά πράγματα και δεν ταιριάζουν σε κάθε επιχείρηση. Η είσοδος εξωτερικών επενδυτών, όμως, συχνά προϋποθέτει ακριβώς όσα η κλειστή οικογενειακή δομή δυσκολεύεται να δεχτεί: διαφάνεια, λογοδοσία, επαγγελματική διοίκηση και σαφή προοπτική ανάπτυξης.
Αντί γι’ αυτά, το «μαξιλάρι» των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και προγραμμάτων μπορεί να γίνεται τρόπος προικοδότησης της συνέχειας αυτού που ήδη υφίσταται. Οι επιδοτήσεις δεν είναι από τη φύση τους απέναντι στην καινοτομία· μπορούν να χρηματοδοτήσουν και πραγματικό μετασχηματισμό. Όταν όμως αξιοποιούνται κυρίως για να διατηρηθεί η υπάρχουσα δομή, η στήριξη παύει να είναι γέφυρα προς κάτι άλλο και γίνεται μόνιμος τρόπος ύπαρξης.
Το μικρό και επιδοτούμενο αναδεικνύεται έτσι σε σχεδόν αυτονόητη «όμορφη κανονικότητα».
Τα καρτέλ της «αρμονίας» και η ακρίβεια
Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι ζήτημα μιας μόνο κυβέρνησης ούτε έχει μία μόνο αιτία. Σημαντικό μέρος της συζήτησης, όμως, πρέπει να στραφεί στη λειτουργία των αγορών: στα εμπόδια εισόδου, στη συγκέντρωση ισχύος, στην περιορισμένη κινητικότητα των καταναλωτών και στη δυσκολία νέων επιχειρήσεων να αμφισβητήσουν τους καθιερωμένους παίκτες.
Σε μια οικονομία που δυσκολεύεται να καλλιεργήσει ανταγωνισμό, η «αρμονία» των ισχυρών μπορεί να αποδεικνύεται πολύ ακριβή για τους υπόλοιπους. Οι παρόμοιες τιμές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους καρτέλ, ούτε κάθε συγκεντρωμένη αγορά λειτουργεί με παράνομο συντονισμό. Όταν όμως οι συνθήκες επιτρέπουν στους κυρίαρχους παίκτες να αποφεύγουν την πραγματική πίεση, η ανάγκη για καλύτερες τιμές, καλύτερα προϊόντα και καινοτομία εξασθενεί.
Μια συγγενής λογική μπορεί να εμφανίζεται και στη δημόσια διοίκηση: αποφυγή ουσιαστικής αξιολόγησης, σχεδόν όλοι «άριστοι», σιωπηρή ανοχή για να μη διαταραχθούν οι ισορροπίες. Η «αρμονία» γίνεται τότε άλλοθι για να προστατεύονται η μετριότητα, η αδράνεια και η απουσία λογοδοσίας.
Δεν είναι η αρμονία της πόλης. Είναι η ακινησία μιας συνεννόησης που εξυπηρετεί όσους βρίσκονται ήδη μέσα.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ανεπαρκής ανταγωνισμός δεν εξηγεί τα πάντα, αλλά αποτελεί μέρος του προβλήματος. Και η αντιμετώπισή του απαιτεί κάτι περισσότερο από την προσδοκία ότι οι τιμές θα διορθωθούν μόνες τους.
Γιατί δεν αρκεί να αλλάξει η κυβέρνηση
Το πρόβλημα δεν λύνεται με απλές εναλλαγές προσώπων στην εξουσία. Κάθε πρωθυπουργός δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο δύο ή τρεις μεγάλους παίκτες, αλλά ένα ευρύτερο πλέγμα συμφερόντων, συνηθειών και θεσμικών αδυναμιών: επαγγελματικές ομάδες που αντιστέκονται σε αλλαγές, επιχειρήσεις που ζητούν εξαιρέσεις, διοικητικές δομές που δυσκολεύονται να δεχτούν ουσιαστική αξιολόγηση.
Πρόκειται για μια λογική που συχνά αντιμετωπίζει τους κανόνες διαφάνειας, λογοδοσίας και ανταγωνισμού ως απειλή για την κοινότητα — σχεδόν ως «αμαρτία». Μόνο που η κοινότητα δεν ταυτίζεται με τα συμφέροντα όσων έχουν ήδη εξασφαλίσει μια θέση μέσα της.
Αυτό δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από τις ευθύνες της. Οι κανόνες, τα κίνητρα, η εφαρμογή του δικαίου και η ποιότητα της διοίκησης μπορούν να ενισχύουν ή να περιορίζουν αυτή τη λογική. Η «κουλτούρα» δεν είναι άλλοθι για την πολιτική αδράνεια.
Συνολικά, η αναπτυξιακή μας υστέρηση δεν εξηγείται μόνο από την έλλειψη δεξιοτήτων ή κεφαλαίου. Συνδέεται και με μια επίμονη προτίμηση για τη σταθερότητα των υφιστάμενων σχέσεων έναντι της δυναμικής διαφοροποίησης ανθρώπων, οργανώσεων και προϊόντων. Προτιμούμε συχνά το ιδανικό του ήσυχου «μοναστηριού» από την ανήσυχη πόλη της δημιουργίας και της ανατροπής.
Γι’ αυτό και η Ελλάδα, ακόμη και όταν επιχειρεί να «εκσυγχρονιστεί», κινδυνεύει να το κάνει χωρίς να αγγίζει τον πυρήνα: να κρατά την οικογενειακή κλειστότητα, την πελατειακή ασφάλεια και την προστασία των κατεστημένων συμφερόντων, προσθέτοντας λίγη ψηφιοποίηση, λίγη επιδοτούμενη σύγκλιση με την Ευρώπη, λίγη βιτρίνα.
Νησίδες νέου παραδείγματος, όχι εισαγόμενοι Ολλανδοί
Η λύση δεν είναι να αλλάξουμε λαό, ούτε να φέρουμε καλβινιστές Ολλανδούς ως προϋπόθεση για μια καπιταλιστική ηθική à la Max Weber. Η ιστορική κληρονομιά δεν διαγράφεται. Δεν είναι όμως και μια αμετάβλητη εντολή που περνά αυτούσια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Οι νοοτροπίες μετασχηματίζονται μαζί με τους θεσμούς, τις εμπειρίες και τα κίνητρα. Αν υπάρχει διέξοδος στην προσπάθεια να βρούμε μια θέση σε έναν κόσμο που, θέλουμε δεν θέλουμε, λειτουργεί καπιταλιστικά, αυτή βρίσκεται και σε νησίδες αλλαγής παραδείγματος.
Οργανισμοί, επιχειρήσεις και διοικητικές δομές που επιδιώκουν αξιολόγηση, διαφάνεια, καινοτομία και ανοιχτές δυνατότητες συμμετοχής μπορούν, μέσα από την επιτυχία τους, να διαχέουν σταδιακά αυτή τη λογική σε ευρύτερα κοινωνικά περιβάλλοντα.
Από το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος μέχρι ελληνικές τεχνολογικές επιχειρήσεις όπως η Viva Wallet και δημόσιες ψηφιακές πρωτοβουλίες όπως το gov.gr, υπάρχουν διαφορετικές υποψηφιότητες για ένα νέο παράδειγμα. Δεν αντιπροσωπεύουν όλα τον ίδιο μηχανισμό αλλαγής: άλλο η πολιτιστική οργάνωση, άλλο η επιχειρηματική καινοτομία, άλλο η διοικητική ψηφιοποίηση. Ούτε αρκεί η επιτυχία σε έναν τομέα για να αποκλειστεί η κλειστότητα σε κάποιον άλλο.
Το ζητούμενο είναι να κρίνονται από τον τρόπο λειτουργίας και τα αποτελέσματά τους, όχι να μετατρέπονται σε νέα σύμβολα που απαγορεύεται να αμφισβητηθούν. Έτσι μπορεί να σχηματίζεται ένας κόσμος που συνυπάρχει —και ενίοτε συγκρούεται— με την «παραδοσιακή Ελλάδα», χωρίς να αναπαράγει απλώς τις παλιές της συνήθειες με καινούργια ονόματα.
Joseph Schumpeter και Σαλαμινομάχοι
Το ερώτημα, καθώς η χώρα αναζητεί την κατεύθυνση της μετά την κρίση, δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά και ποιες είναι οι προθέσεις του. Είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε χώρο σε έναν αγώνα που παράγει κάτι περισσότερο από ένα ακόμη στρώμα τσιμέντου.
Οι μεταβάσεις ποτέ δεν είναι εύκολες. Μπορούν όμως να γίνουν όχι μόνο αναγκαίες, αλλά και γόνιμες. Είναι δύσκολο να αγαπήσει κανείς τη δημιουργική καταστροφή όταν έχει μάθει να ταυτίζει την επιτυχία με τη διατήρηση: του ακινήτου, της επιχείρησης, της θέσης, του οικογενειακού ελέγχου. Ο Schumpeter θυμίζει ότι ο καπιταλισμός δεν υπόσχεται αιωνιότητα σε καμία συγκεκριμένη μορφή παραγωγής, όσο επιτυχημένη κι αν υπήρξε.
Δεν χρειάζεται, όμως, να αναζητήσουμε κάθε εικόνα αλλαγής έξω από τη δική μας ιστορία. Ο Θεμιστοκλής και ο χρησμός των «ξύλινων τειχών» προσφέρουν μια ισχυρή μεταφορά: η υπεράσπιση της κοινότητας μπορεί να απαιτεί όχι την προσκόλληση στην οικεία μορφή ασφάλειας, αλλά τη ριζοσπαστική επανερμηνεία της.
Η Σαλαμίνα δεν ήταν βέβαια μάθημα επιχειρηματικότητας ούτε αρχαίο παράδειγμα καπιταλιστικής δημιουργικής καταστροφής. Ήταν όμως μέρος μιας τολμηρής επιλογής που συνέδεσε την επιβίωση της Αθήνας με μια νέα στρατηγική κατεύθυνση.
Κάπως έτσι, χρειάζεται σήμερα να εντοπίσουμε τα δικά μας, σύγχρονα «ξύλινα τείχη»: όχι άλλο ένα προστατευτικό περίβλημα γύρω από όσα υπάρχουν, αλλά νέους τρόπους να παράγουμε, να οργανωνόμαστε και να δημιουργούμε. Τρόπους που θα δώσουν περιεχόμενο και κατεύθυνση στον αγώνα μας, χωρίς να συγχέουν το κοινό καλό με την ακινησία.


