9 Μαΐου, Ημέρα της Ευρώπης – Πώς έγινα φιλοευρωπαϊστής

του Νικόλαου Μπιτσακίδη*

Στις 9 Μαΐου γιορτάζεται η Ημέρα της Ευρώπης. Μια φαινομενικά ασήμαντη διακήρυξη, αυτή του Ρομπέρ Σούμαν στις 9 Μαίου το 1950, που πρότεινε την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οργάνου που θα διαχειριζόταν κεντρικά την παραγωγή άνθρακα και χάλυβα, ήταν η αρχή μιας μεγάλης πορείας που κατέληξε στην Ενωμένη Ευρώπη των 27.

Αυτή η επέτειος λοιπόν γιορτάζεται, αλλά μάλλον περνάει απαρατήρητη. Τα περισσότερα κόμματα δηλώνουν στην χώρα μας φιλοευρωπαϊστικά, χωρίς να εξηγούν το γιατί. Όμως υπήρξαν στιγμές που φλερτάραμε με τον ευρωσκεπτικισμό, υπήρξαν και στιγμές που νιώσαμε υπερήφανα “πολίτες της Ευρώπης”. Θα μιλήσω με βάση προσωπικά μου βιώματα και για το πως ως Έλληνας, προσπαθούσα να συμφιλιωθώ με την Ευρωπαϊκή ιδέα στην εξέλιξη της.

Γεννήθηκα λίγο πριν την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ την 1η Ιανουαρίου 1981, οπότε αποτελώ “παιδί της Ευρώπης”. Αλλά αυτό δεν ήταν αναγκαίο να συμβεί. Ο πολιτικός χώρος στον οποίον ανήκαν οι γονείς μου, εναντιώθηκε στην ένταξη στην ΕΟΚ, κάνοντας σημαία του το σύνθημα “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο”. Ήταν φυσική συνέπεια του πιο “πιασάρικου” συνθήματος “Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες”, που ωθούσε σε μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική και σε μια εσωτερική πολιτική χωρίς κηδεμόνες. Η ένταξη δεν αμφισβητήθηκε τελικά από το ΠΑΣΟΚ, όταν πανηγυρικά ήρθε στην εξουσία λίγους μήνες μετά. Όμως πήρε καιρό στους αντιιμπεριαλιστές πολιτικούς της εποχής, να συμφιλιωθούν με την Ευρωπαϊκή ιδέα, που ήταν ταυτισμένη στο μυαλό τους, ως κάτι που φτιάχτηκε από τις ελίτ της Ευρώπης σαν αντίβαρο στον “κίνδυνο του κομμουνισμού”, εξίσου ύποπτο με το ΝΑΤΟ.

Όμως, όπως πολλά “παιδιά της Ευρώπης”, τελικά κατέληξα φιλοευρωπαϊστής.

Το πρώτο επιχείρημα, μου δόθηκε με την υιοθέτηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Καταγόμενος από την πλευρά του πατέρα μου από οικογένεια αγροτών, έζησα μέσα από διηγήσεις την ανέχεια των αγροτικών πληθυσμών, που τους ανάγκαζε να μεταναστεύσουν ως gastarbeiter ή ως εσωτερικοί μετανάστες στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, που απειλούσαν να καταπιούν όλη την επαρχία. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, έδωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στον αγρότη, την δυνατότητα όχι απλά να ζει ως αποτέλεσμα των κόπων του, αλλά να μπορεί να ξοδέψει το περίσσευμα του, σε επενδύσεις που αύξαναν την παραγωγικότητα και μείωναν τον κόπο του, αλλά και σε “πολυτέλειες”, όπως ένα φροντισμένο σπίτι ή ένα καλό αυτοκίνητο. Και το σημαντικότερο – περιόρισαν την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ, έγιναν της μόδας οι θεωρίες περί “κέντρου και περιφέρειας” του Σαμίρ Αμίν. Η κεντρική ιδέα ήταν πως η καπιταλιστική μητρόπολη κατείχε τα κλειδιά της παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων και πολεμικών εξοπλισμών, ενώ η περιφέρεια – όπου εντασσόταν και η Ελλάδα – περιορίζονταν από το διεθνές σύστημα στην παραγωγή προϊόντων του πρωτογενούς τομέα, κι ήταν απολύτως εξαρτημένη για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της για βιομηχανικά προϊόντα από τις χώρες του Βορρά, κάτι που παρήγαγε ανισομέρεια και πολιτική κυριαρχία των δεύτερων στις πρώτες. Ήταν ακόμη μια παραλλαγή μαοϊκών ιδεών, αυτών δηλαδή που οργανισμοί όπως η ΕΟΚ ήταν ταγμένοι να αντιμετωπίσουν, σύμφωνα με τους αντιιμπεριαλιστές. Κι όμως στην ΕΟΚ, όταν ακούστηκαν αυτές οι ιδέες, υπήρξε διάθεση για επανόρθωση. Χρειάστηκε η απειλή του βέτο από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης, όμως τα επιχειρήματα της βρήκαν κατανόηση και έγιναν πολιτική, τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, που σκοπό είχαν να βοηθήσουν την βιομηχανική ανάπτυξη του Νότου και την οικονομική του σύγκλιση με τον Βορρά της Ευρώπης. Η χρήση τους από τις κυβερνήσεις του Νότου είναι αμφιλεγόμενη, αλλά η ΕΟΚ είχε απλώσει το χέρι της για να βοηθήσει τα νεαρά και λιγότερο ανεπτυγμένα μέλη της. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Στην συνέχεια τα ΜΟΠ έγιναν ΚΠΣ και ΕΣΠΑ, κι η Ελλάδα γέμισε από κτίρια και δρόμους που έφεραν την ταμπέλα “Συγχρηματοδοτήθηκε από την ΕΟΚ” ή αργότερα “από την Ευρωπαϊκή Ένωση”. Τα μισά χρήματα προέρχονταν συνήθως από Ελληνικούς πόρους, κι όμως, αν δεν υπήρχε ο προγραμματισμός της Ευρώπης, θα μπορούσαν να είχαν ξοδευτεί σε αυξήσεις ή σε διορισμούς, στα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη δηλαδή όσων βρισκόταν στην εξουσία. Η Ευρώπη ανάγκασε τις ελληνικές κυβερνήσεις και τους δήμους να σκεφτούν μακροπρόθεσμα, να ομορφύνουν τις πόλεις, να δημιουργήσουν υποδομές, να προετοιμαστούν για το μέλλον. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Κάτι διαφορετικό, αλλά εξίσου ωφέλιμο, συνέβη και με τις επιδοτήσεις για νέους επαγγελματίες. Πολλοί είχαν σπουδάσει επιστήμονες ή είχαν κάποια επιχειρηματική ιδέα, αλλά πόσοι είχαν τους πόρους για να ξεκινήσουν την δική τους δουλειά; Τα ευρωπαϊκά προγράμματα τους επιδότησαν για τον εξοπλισμό και τα πρώτα έξοδα. Δεν πέτυχαν όλοι, πολλοί έκλεισαν τα γραφεία τους ή τα μαγαζιά τους με το που τελείωσε η επιδότηση, η πελατεία για να τα συντηρήσουν δεν βρέθηκε. Αλλά τουλάχιστον υπήρξε ισότητα στις ευκαιρίες. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Ευρισκόμενος στο πανεπιστήμιο, ήρθα σε επαφή με τις ακροαριστερές αντιλήψεις που κυριαρχούσαν σ’ αυτό, και θεωρούσαν ότι πανευρωπαϊκές συμφωνίες όπως της Μπολόνια, θα οδηγούσαν σε απαξίωση των πτυχίων μας. Η λύση που έβρισκαν μονίμως σε αυτό, και σε άλλα φοβερά που μας ετοίμαζαν οι ισχυροί, ήταν η παρεμπόδιση της εκπαιδευτικής λειτουργίας, η κατάληψη. Θα περίμενε κανείς από τους αντάρτες φοιτητές, ότι δύσκολα θα έβρισκαν θέση στο “καπιταλιστικό τοπίο της Ελλάδας”. Κι όμως, αφού έπαιρναν το πτυχίο τους, πολλοί συνέχιζαν στο διδακτορικό και έφερναν σε πέρας καινοτόμα ευρωπαϊκά προγράμματα, κι άλλοι εκμεταλλεύονταν την ελεύθερη μετακίνηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταλήγοντας διακεκριμένοι ερευνητές ή εργαζόμενοι σε τεχνολογικά προηγμένες εταιρίες της Ευρώπης. Από τις καταλήψεις και την ήσσονα προσπάθεια, στην πρωτοπορία της επιστημονικής έρευνας και εφαρμογής – με την χορηγία της Ευρώπης. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Η πολιτική συζήτηση την δεκαετία του ‘90 περιστράφηκε γύρω από αν θέλουμε να ενταχτούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ – η λέξη “ευρωλιγούρηδες” φτιάχτηκε για να ειρωνευτεί όσους συμμερίζονταν αυτό το στόχο. Όμως το “θέλω να ενταχθώ στην Ευρώπη” κατέληξε να σημαίνει πολύ περισσότερα πράγματα. Βραχυπρόθεσμες οικονομικές θυσίες, για μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη. Προσπάθεια εκσυγχρονισμού και ορθολογικής λειτουργίας των θεσμών. Διαφάνεια στους διαγωνισμούς και αξιοκρατία στις προσλήψεις. Μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Το “δεν με νοιάζει η Ευρωπαϊκή πορεία” πάλι, σήμαινε συνέχιση της πελατειακής λογικής. Επιμονή σε ξεπερασμένες πρακτικές, αντί για προσπάθεια συγχρονισμού με την εξέλιξη του κόσμου γύρω μας. Τσαμπουκάδες, ρουσφέτια, μερεμέτια, και άλλες λέξεις δανεισμένες από το Οθωμανικό λεξιλόγιο. Ο στόχος της ένταξης της Ελλάδας επετεύχθη τελικά, και τα πρώτα αποτελέσματα ήταν η σταθεροποίηση του νομίσματος, το τέλος του πληθωρισμού, η πτώση του κόστους δανεισμού, ένα κράτος που διόριζε αξιοκρατικά, με καλύτερες υποδομές και πιο γερές οικονομικές βάσεις, που μπορούσε να τα βγάλει πέρα ακόμα και με κάτι σχεδόν αδύνατο για μια μικρή χώρα – την διεξαγωγή Ολυμπιακών Αγώνων. Κράτησε για λίγο, ίσα ίσα για να το χαρούμε, πριν το διαλύσουμε μόνοι μας. Αλλά η γιγάντια προσπάθεια σύγκλισης με την ανεπτυγμένη Ευρώπη, άφησε παρακαταθήκες για το μέλλον. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Και αφού η πρόσδεση στην ανατολίτικη νοοτροπία και στα δανεικά που τροφοδοτούσαν τον μεταπρατισμό, επικράτησε πια οριστικά, αναπόφευκτα ήρθαν τα Μνημόνια. Η υπόλοιπη Ευρώπη επεξεργάστηκε την ιδέα να μας διώξει από τους κόλπους της, εμείς να φύγουμε από μόνοι μας, τελικά παραμείναμε, υπό τον όρο της υιοθέτησης μιας απόλυτα πατερναλιστικής οικονομικής πολιτικής. Υπέσκαψαν την καταναλωτική μας δυνατότητα και τους μισθούς μας, δημιούργησαν μαζική ανεργία, έστειλαν πολλά από τα καλύτερα μυαλά μας στο εξωτερικό προς αναζήτησή εργασίας; Όμως η δουλειά πλέον, είτε στον ιδιωτικό τομέα είτε στο δημόσιο δεν σου χαριζόταν, έπρεπε να κοπιάσεις, είτε για να πάρεις αρκετούς τίτλους σπουδών ώστε να έχεις τα προσόντα για διορισμό στο δημόσιο, είτε να γίνεις αρκετά ικανός και ανθεκτικός ώστε να μπορέσεις να ανταποκριθείς στα καθήκοντα εξωστρεφών, καινοτόμων εταιριών, που γεννήθηκαν εν μέσω κρίσης. Κάτι που έπρεπε να συμβαίνει εξ αρχής. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Όμως κάποιοι άλλοι διάλεξαν να φύγουν τελικά από την Ευρώπη, επικαλούμενοι την γραφειοκρατία της, την αδυναμία χάραξης ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής και τη μη δυνατότητα ελέγχου της μετανάστευσης. “Ποιος σας εξέλεξε κύριε Ρομπάι;” ήταν ένα βίντεο που διαδόθηκε ευρέως στα κοινωνικά δίκτυα, πριν αποφασίσει η Μεγάλη Βρετανία να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μαθαίνουμε τώρα τα αποτελέσματα. Οι εταιρίες του City να φεύγουν μαζικά. Τα διάσημα βρετανικά πανεπιστήμια να χάνουν ευρωπαίους φοιτητές. Τα διάσημα βρετανικά συγκροτήματα να μην μπορούν να περιοδεύσουν στην Ευρώπη. Οι καινοτόμες βρετανικές εταιρίες τεχνολογίας να μην μπορούν να προσλάβουν τα καλύτερα ταλέντα. Αλλά τουλάχιστον ο Πολωνός υδραυλικός δεν μπορεί να πάρει πλέον την θέση ενός Βρετανού. Ο υδραυλικός είναι μια χρήσιμη δουλειά, αλλά όχι κάποια που θα φέρει υπεραξία στην χώρα που τον φιλοξενεί όσο αυτή ενός κορυφαίου ερευνητή, καλλιτέχνη, επιστήμονα, χρηματοοικονομικού σύμβουλου, επαγγέλματα όπου η Μεγάλη Βρετανία στερείται δηλαδή πλέον τους καλύτερους από την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας ή δεν μπορεί να αναδείξει την αξία των δικών της πολιτών. Η Βρετανία έγινε Μικρόμυαλη Ξανά. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Στα χρόνια μετά τα Μνημόνια βέβαια θα ακούσεις συζητήσεις για θέσεις εργασίας με μισθούς και συνθήκες εργασίας εξευτελιστικούς σε σχέση με τις προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζόμενου. Και θα σχολιάσει κάποιος ότι αυτό είναι η ελεύθερη αγορά. Και συνήθως κάποιος θα βρεθεί να του απαντήσει ότι δεν ζούμε στο Μπανγκλαντές, αλλά στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, όπου ισχύει η απαγόρευση της παιδικής εργασίας, το οχτάωρο/πενθήμερο, η νομιμοποίηση των σωματείων, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, ο θεσμός της διαιτησίας, η επιθεώρηση εργασίας, ο κατώτατος μισθός, η απαγόρευση διακρίσεων στον χώρο εργασίας με βάση το φύλο/τη φυλή/το θρήσκευμα ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό, η απαγόρευση απόλυσης έγκυων γυναικών, η αναρρωτική άδεια και η αποζημίωση σε εργατικό ατύχημα, η επιδίωξη της πλήρους απασχόλησης κτλ. Κάνουμε αυτή τη συζήτηση, γιατί όσο και να υποτιμήθηκε η αξία της εργασίας στην Ελλάδα, συνεχίζουμε να ζούμε στην Ευρώπη, όπου κάποια πράγματα θεωρούνται αυτονόητα και κατοχυρωμένα, κι αν δεν μπορείς να τα βρεις στην πατρίδα σου, θα τα βρεις σίγουρα αν μετακινηθείς σε κάποια άλλη χώρα της. Αν δεν ισχύουν στην Ελλάδα, μας αγανακτεί, κι ίσως στο μέλλον μπορέσουμε να τα κατοχυρώσουμε, στη βάση ότι δεν είναι δυνατόν να διαφέρουμε από τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Στην επικαιρότητα τελευταία κυριάρχησαν τα ελληνοτουρκικά. Ήταν μια σταθερή επωδός των οπαδών της ένταξης στην Ευρώπη, ότι αυτή θα μας εξασφάλιζε απέναντι στον εξ ανατολών κίνδυνο. Την κρίσιμη ώρα, φάνηκε ότι μπορεί να παρέχει λεκτική στήριξη, απειλή για επιβολή κυρώσεων, αλλά όχι στρατιωτική υποστήριξη. Αλλά αυτό δεν είναι αδυναμία της Ευρώπης, είναι μια έκκληση για περισσότερη Ευρώπη, που θα αποτελεί εκτός από κοινή αγορά και πολιτική ομοσπονδιοποίηση, και μια ένωση με την δική της διπλωματική και στρατιωτική δύναμη, που θα μπορεί να απαντάει σε επιβουλές της κυριαρχίας της. Δεν είναι το πρόβλημα η Ευρώπη, αλλά ότι ακόμη δεν ενοποιήθηκε επαρκώς. Κι αυτό με έκανε περισσότερο φιλοευρωπαϊστή.

Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλα παραδείγματα, για το το πως έγινα τελικά φιλοευρωπαϊστής. Αλλά θα κλείσω αναφέροντας τους άξονες της δικής μου πολιτικής οικογένειας για την εξέλιξη της Ευρώπης. Όλοι θέλουμε να δούμε την Ευρώπη να αλλάζει. Όμως το Μανιφέστο για τις Ευρωεκλογές του 2019 των Σοσιαλδημοκρατών, καθόριζε κάποιους στόχους:

  • Μια Ευρώπη Ισότητας και Δικαιοσύνης
  • Μια Ευρώπη αλληλεγγύης για τους πολλούς, όχι για τους λίγους
  • Μια βιώσιμη Ευρώπη που προστατεύει τον πλανήτη μας
  • Μια ελεύθερη και δημοκρατική Ευρώπη
  • Μια Ευρώπη φεμινιστική με ίσα δικαιώματα για όλους
  • Μια προοδευτική Ευρώπη με πρόγραμμα για τους νέους
  • Μια ισχυρή και ενωμένη Ευρώπη που προωθεί έναν καλύτερο κόσμο

H βελανιδιά που φύτεψε ο Βίκτωρας Ουγκό στο αγγλικό νησάκι Γκέρνσεϊ το 1872, προσμένοντας, όταν ωριμάσει, να γεννηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, έχει πια γίνει υπεραιωνόβια. Μπορεί και να μην τις ζήσουμε όσο διαρκεί ο βίος μας. Αλλά με όλες τις ενστάσεις μας, τελικά οι περισσότεροι είμαστε φιλοευρωπαϊστές. Από το Καστελλόριζο μέχρι την Βαλτική, κι από τις ακτές του Ατλαντικού μέχρι τα σύνορα με την Ρωσία.

Και μια μέρα, ίσως ξαναδούμε την Ευρώπη, και πούμε “αυτή είναι η πατρίδα μας”, εννοώντας το πλέον, όπως το εννοούμε για το ιδιαίτερο έθνος στο οποίο μεγαλώσαμε. Αυτή η μέρα είναι μπροστά μας, της αδερφοσύνης των ευρωπαϊκών λαών. Θα είναι η καλύτερη επέτειος της 9ης Μαΐου, Ημέρας της Ευρώπης, αρκεί να προχωρήσουμε αταλάντευτοι στον δρόμο μας. Που μας θέλει μόνο ενωμένους.

*Νικόλαος Μπιτσακίδης
Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών ΔΠΘ

Μέλος των PES Activists Alexandroupolis
PES-Activists-Alexandroupolis
pesactivistsalex.gr

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο