Βασιλιάς για μια νύχτα

Βασιλιάς για μια νύχτα

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΑΛΣΑΜΙΔΗΣ

Έχω χρόνια να πιάσω στα χέρια μου την Leica που τώρα κοσμεί το ράφι δίπλα στο παλιό πικάπ μου που κι αυτό έχει βραχνιάσει πια. Αυτή η μηχανή μ’ έχει συντροφεύσει στις πιο ευτυχισμένες, στις πιο λυπηρές, μα και στις πιο φωτεινές στιγμές αυτογνωσίας της ζωής μου. Μία από αυτές θα σας διηγηθώ πριν να την ξεχάσω, πριν να την αφήσω να πετάξει από τα χέρια μου στα πέρατα της λήθης.

Φωτογραφίζω στο Δέλτα του Έβρου πάνω από τρεις δεκαετίες, όταν ακόμη ήταν πιο εύκολη η πρόσβαση και λιγότεροι οι περιορισμοί, και πάντα επιστρέφω για να καταγράψω σε ψηφιακή μορφή πια τις ιστορίες που έχουν να διηγηθούν τα χώματα που περπάτησε η Δαμασίππη και ο Έβρος.

Μην εκπλήσσεστε, οι ιστορίες που ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου ήταν εικόνες που δεν χρωματίστηκαν στο χαρτί, ήταν ήχοι που δεν καταγράφησαν σε κανένα ψηφιακό αρχείο, ήταν έντονα συναισθήματα που ο απόηχός τους έγινε σταγόνα στα νερά του ποταμού.

Την πρώτη φορά που πήγα για να φωτογραφίσω ήμουν ακόμη φοιτητής, γεμάτος ενθουσιασμό, γεμάτος περηφάνια και φορτωμένος με μπόλικο χρόνο.

Είχα επιστρέψει από την Θεσσαλονίκη για τα Χριστούγεννα και η αποστολή που είχα αναθέσει στον εαυτό μου ήταν να βγάλω τουλάχιστον μία καθαρή και σωστά εστιασμένη φωτογραφία ενός βασιλαετού, που αποτελούσε από τότε ένα από τα απειλούμενα με εξαφάνιση είδη.

Το γνώριζα πως ήταν μεγαλεπίβολα τα σχέδιά μου, αλλά η αυτοπεποίθηση και η σιγουριά μου, καθώς και η καλοτυχία μου που θεωρούσα βέβαιη, δεν άφησαν την ανησυχία, ή την απειρία μου να με αποτρέψει.

Ήταν αξημέρωτα όταν έφτασα και φορτώθηκα το σακίδιο πλάτης με όλα τα απαραίτητα και ξεκίνησα επίτηδες χωρίς οδηγίες από χάρτη, γιατί πίστευα πως η τύχη θα μου έφερνε τον βασιλαετό μπροστά μου, καθισμένο περήφανα να κοιτάζει τον φακό μου σε μια απίθανη φωτογραφική αποτύπωση που θα αποθέωναν στα περιοδικά και θα έπαιρνε βραβεία με πολλούς επαίνους και…

Όπως καταλαβαίνετε είχα αρχίσει να βγάζω ήδη τους ευχαριστήριους λόγους μου από θέση άμβωνος ευχαριστώντας όλους όσους με βοήθησαν να γίνω αυτός ο καταπληκτικός φωτογράφος που – ήξερα πως – ήμουν. Κι ας ήταν δύο μηνών η φωτογραφική μηχανή που χτυπούσε ρυθμικά στο στήθος μου κρεμασμένη καθώς περπατούσα, κι ας ήταν ακόμη το καπάκι στον φακό – τραγικό λάθος για κάποιον που δεν γνωρίζει το πότε θα βρεθεί η κατάλληλη στιγμή να φωτογραφήσει το θέμα του – κι ας βάδιζα σε μέρη που δεν ήξερα, κι ας μην είχα πει σε κανέναν που θα ήμουν όλην την ημέρα, κι ας μην είχα ιδέα από προσανατολισμό, ή από επιβίωση για να λέμε και την αλήθεια.

Κι όσο εγώ έβγαζα τους λόγους και έπλεα σε πελάγη ευτυχίας, τόσο ο δρόμος στένευε, τόσο η βλάστηση πύκνωνε, τόσο ο ποταμός χανόταν, τόσο οι σκιές μάκραιναν.

Δεν περίμενα ότι ο χρόνος θα γλιστρούσε τόσο γρήγορα, ούτε ότι το κρύο θα ήταν τόσο απότομο, αλλά ούτε κι ότι οι σκιές θα καιροφυλακτούσαν τόσο πολύ τριγύρω μου. Η συννεφιά που απειλούσε από το πρωί έδωσε την θέση της σ’ ένα πρόωρο δειλινό όταν το παραδέχτηκα πια μέσα μου, μετά από ώρες κύκλων και επιστροφών, ότι είχα πια χαθεί.

Μα πως μπορούσα να είμαι τόσο αφελής που να μην έχω κρατήσει έστω σημάδια στην διάρκεια της διαδρομής; Πως μπορούσα να μην έχω πάρει μαζί μου κάτι παραπάνω από λίγο νερό, ένα σάντουϊτς της κακιάς ώρας και ένα βιβλίο ορνιθολογίας; Τώρα; Πως θα με βοηθούσε η καλή μου τύχη να βρω τον δρόμο της επιστροφής χωρίς ούτε έναν φακό; Πως θα γυρνούσα πίσω στο αμάξι; Οι γονείς μου θα είχαν τρελαθεί από την αγωνία τους που έλειπα όλην την ημέρα…

Αυτό το τελευταίο μ’ έκανε να σταματήσω. Οι γονείς μου θα ειδοποιούσαν την αστυνομία, θα έψαχναν να με βρουν, άρα… Άρα τίποτε! Κανείς δεν ήξερε πως ήμουν εδώ.

Κάθισα σε μια τεράστια πέτρα που ήταν μπροστά μου με την απογοήτευση να μετατρέπεται σιγά σιγά σε φόβο. Ο ήλιος είχε δύσει από ώρα κι ο ιδρώτας από το πολύωρο περπάτημα είχε αρχίσει να παγώνει. Έτριψα τα χέρια μου και θυμήθηκα τα γάντια μέσα στον σάκο. Στο σκοτάδι ψηλάφισα κι έπιασα έναν μεταλλικό κύλινδρο. Τελικά είχα φακό μαζί μου! Τον άναψα και…

Θα ήταν καλύτερα να μην τον είχα ανάψει…

Οι σκιές από τα γύρω φυτά και τα κλαδιά γίνονταν όλα στα μάτια μου αρπαχτικά νυχτόβια έτοιμα να μου επιτεθούν. Οι αισθήσεις μου ήταν τόσο πολύ τεταμένες που σχεδόν άκουγα το αχνό περπάτημα των μυρμηγκιών, το πέσιμο των φύλλων στο υγρό πάνω χώμα, τα σούρσιμο από… οτιδήποτε ήταν αυτό που σέρνονταν. Αλλά πιο πολύ απ’ όλα το πλατάγιασμα από τα ράμφη των πουλιών και το περίεργο κρώξιμο από τις – μάλλον – πάπιες που δεν είχαν ησυχία τούτη την αξημέρωτη νύχτα.

Η ανάσα μου ήταν κοφτή και καυτή καθώς άφηνε το λευκό σύννεφο να θολώνει τον ουρανό.

Μα τι καθάριος ουρανός, όμως! Σήκωσα το κεφάλι και είδα τα εκατομμύρια μικρά λευκά φωτάκια να κεντούν τον μαύρο μανδύα που κάλυπτε την κρύα νύχτα. Που και που από κανένας διάττοντας αστέρας υπογράμμιζε το βασίλειο που λίγοι είχαν την ευκαιρία και την τύχη να έχουν υπό τις διαταγές τους έστω και για μια νύχτα. Κι απόψε ο βασιλιάς ήμουν εγώ!

Αμέσως αυτή η σκέψη άλλαξε όλην την ψυχολογία μου. Οι σκιές δεν ήταν πια απειλητικές, αλλά περίτεχνα έργα υπερρεαλιστικών ζωγράφων. Και οι ήχοι της φύσης ένα πανδαιμόνιο ορχηστρικό απαύγασμα ενός τέλεια ενορχηστρωμένου έργου σε μια συμφωνική ορχήστρα όπου τα πτηνά είχαν την περίοπτη θέση των ξύλινων πνευστών, το θρόισμα των φύλλων κατείχε την μοναδική θέση των εγχόρδων οργάνων, τα κλαδιά που τα τυραννούσε ο άνεμος φυσικά και ήταν τα κρουστά και τέλος τα χάλκινα πνευστά έρχονταν από τα νερά του αέναου ποταμού. Το κονσέρτο που εκτυλισσόταν προς τιμήν μου με συνεπήρε για ώρα. Τόσο που ξεχάστηκα και χάθηκα μέσα στις μοναδικές του νότες, ταξίδεψα στην παιδική μου ηλικία που με τα ματωμένα γόνατα έτρεχα κάτω από τον ξέγνοιαστο ουρανό, στην εφηβική μου ηλικία που κάναμε μαντραπήδα για να φάμε τζάνερα, αλλά και στα χρόνια του σχολείου μου που στα θρανία χαρακώναμε ονόματα.

Τι κι αν το παρελθόν μου ήταν μικρό. Οι στιγμές δεν μετριούνται σε λεπτά, ούτε καν σε χρόνια. Μετριούνται σε ζωές που έζησε κανείς και σε όσα αποθησαύρισε σ’ αυτές. Οι δικές μου στιγμές ήταν αυτές που ζέσταναν την καρδιά μου, που γέμισαν με χρώματα το μυαλό μου, που άνοιξαν την ματιά μου και την ακοή μου στο να δεχτεί την ονειραρπαγή της γύρω μου φύσης.

Και ως επιστέγασμα όλων – τελεία και παύλα στην τόση ομορφιά – τα χρώματα που γέμισε ο ουρανός από το πρώτο άγγιγμα του ήλιου. Τόσο πολύ με συνεπήρε, που δεν σκέφτηκα να βγάλω ούτε μια φωτογραφία για να θυμάμαι αυτήν την στιγμή. Τα μάτια μου βέβαια κράτησαν αυτήν την εικόνα μέχρι σήμερα και, όποτε νιώθω να με καταβάλλει αυτή η δυσβάσταχτη ελαφρότητα της καθημερινότητάς μου, αυτήν την εικόνα φέρνω στα μάτια μου.

Αυτήν και μία ακόμη. Γιατι σας το είπα πως είμαι καλότυχος άνθρωπος από την αρχή. Την στιγμή που ο ήλιος ξεπρόβαλλε, μαζί του ξεπρόβαλλαν και δύο βασιλαετοί που έσκισαν τον ουρανό και αφού έκαναν τρεις γύρους πάνω από το κεφάλι μου ήρθαν και στάθηκαν στα πέντε μέτρα. Δεν με φοβήθηκαν, δεν τρόμαξαν ούτε ακόμη κι όταν σήκωσα την μηχανή ως το στήθος μου και χωρίς να πάρω τα μάτια μου από πάνω τους έβγαλα δύο φωτογραφίες, μία με το καπάκι ακόμη στον φακό, κι αμέσως μετά μία χωρίς, αφού συνειδητοποίησα την ανοησία μου.

Όχι, η φωτογραφία μου δεν κέρδισε βραβεία, δεν πήρε επαίνους, δεν ήταν ο λόγος που σας γράφω αυτά τα λόγια. Δεν ήταν ότι δεν ήταν καλά εστιασμένη, ούτε ότι δεν είχε ωραία καδραρισμένο θέμα. Δεν ήταν τίποτε απ’ όλ’ αυτά. Η φωτογραφία, αν και τραβηγμένη βιαστικά, με χειροκίνητες ρυθμίσεις και πρόχειρους υπολογισμούς του δευτερολέπτου, ήταν πραγματικά τόσο άρτια, όσο των περιοδικών ορνιθολογίας. Ίσως ο ποταμός συμπόνεσε τον χαμό, την ταλαιπωρία μου και την αφέλειά μου και μου χάρισε αυτήν την εικόνα.

Για τον τελευταίο λόγο δεν την έδωσα πουθενά. Γιατι αυτή η εικόνα ήταν η δική μου ιστορία στο Δέλτα του Έβρου, ήταν η δική μου στιγμή στην καμπούρα του χρόνου, ήταν το δικό μου χάραγμα στο θρανίο της Ιστορίας και δεν θα την έδινα σε κανέναν άλλον.

Την εκτύπωσα ο ίδιος και την καδράρισα απέναντι από τον καναπέ μου πάνω από το ράφι για να θυμάμαι πως υπήρξα – έστω και για μόνο μια νύχτα – βασιλιάς σ’ έναν κόσμο βασιλέων και ξωθιών του ποταμού, σ’ έναν κόσμο που μόνο οι σκιές θυμούνται τις πανάρχαιες ιστορίες και τα χώματα πλάθουν αγάλματα στην σκόνη, που το θρόισμα του ανέμου ψέλνει για τις ψυχές που χάθηκαν και δεν θα ξαναρθούνε και τα δάκρυα του ποταμού ξεπλένουν τις αμαρτίες τόσων βασανισμένων αιώνων.

Βιογραφικό συγγραφέως

Ο Παναγιώτης Βαλσαμίδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξανδρούπολη, όπου και αποφοίτησε από το Πολυκλαδικό Λύκειο. Σπούδασε στην Θεσσαλονίκη, στον τομέα των εμπορικών επιχειρήσεων.
Από τα εφηβικά του χρόνια ασχολήθηκε με την συγγραφή ποιημάτων και στίχων, τους οποίους αργότερα μελοποίησε.
Αρθρογράφησε σε τοπικές εφημερίδες, ενώ παράλληλα έγραφε διηγήματα. Έχει ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα και γράφει μια τριλογία. Ορισμένα από τα διηγήματά του δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Εξώπολις», μαζί με αρκετά από τα ποιήματά του.
Εργάστηκε ως ραδιοφωνικός παραγωγός σε τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Από το 2010 είναι ιδιοκτήτης του εμπορικού καταστήματος «Βρεφικά Βαλσαμίδης» που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη.
Είναι 39 ετών και πατέρας δύο παιδιών.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο