- Το ίδιο χρονικό διάστημα, στον Δήμο Αλεξανδρούπολης, καταγράφηκαν 141 γεννήσεις και 180 θάνατοι
- Επίσης, τους 3 πρώτους μήνες τους έτους είχαμε 48 γάμους και 37 διαζύγια σε όλο τον Έβρο
Της Κικής Ηπειρώτου
Την αδιάκοπη επιδείνωση του δημογραφικού προβλήματος στον Έβρο επιβεβαιώνουν τα νεότερα στοιχεία από τη ληξιαρχεία του νομού, τα οποία δημοσιεύει το Υπουργείο Εσωτερικών.
Τα νέα στοιχεία αφορούν το χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου ως 1 Απριλίου 2026. Σε αυτά αποτυπώνεται η διατήρηση του αρνητικού ισοζυγίου μεταξύ γεννήσεων και θανάτων σε ολόκληρο τον Έβρο, αλλά, ταυτόχρονα, και η τεράστια διαφορά μεταξύ της Αλεξανδρούπολης και της ενδοχώρας του νομού.
Πιο συγκεκριμένα, στον Δήμο Αλεξανδρούπολης, το πρώτο τρίμηνο του 2026 σημειώθηκαν 180 θάνατοι και 141 γεννήσεις, όταν σε όλο τον υπόλοιπο Έβρο είχαμε 281 θανάτους και μόλις 48 γεννήσεις. Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως σε ό,τι αφορά τις γεννήσεις, είναι μηδενικές στους Δήμους Ορεστιάδας και Σουφλίου, καθώς έχουν καταχωρισθεί όλες στον Δήμο Διδυμοτείχου, λόγω της λειτουργίας του τοπικού νοσοκομείου.
Επιπλέον, στα στοιχεία του ΥΠΕΣ προσμετρώνται και οι γάμοι, τα διαζύγια και τα σύμφωνα συμβίωσης ανά Δήμο.
Τα στοιχεία
Δήμος Αλεξανδρούπολης
Δημοτική Ενότητα Αλεξανδρούπολης
Θάνατοι: 134 Γεννήσεις: 141 Γάμοι: 24 Διαζύγια: 19 Σύμφωνα Συμβίωσης: 28
Δημοτική Ενότητα Τραϊανούπολης
Θάνατοι: 7 Γεννήσεις: 0 Γάμοι: 0 Διαζύγια: 1 Σύμφωνα Συμβίωσης: 0
Δημοτική Ενότητα Φερών
Θάνατοι: 39 Γεννήσεις: 0 Γάμοι: 4 Διαζύγια: 2 Σύμφωνα Συμβίωσης: 3
Δήμος Σουφλίου
Θάνατοι: 66 Γεννήσεις: 0 Γάμοι: 2 Διαζύγια: 4 Σύμφωνα Συμβίωσης: 3
Δήμος Ορεστιάδας
Θάνατοι: 128 Γεννήσεις: 0 Γάμοι: 8 Διαζύγια: 6 Σύμφωνα Συμβίωσης: 8
Δήμος Διδυμοτείχου
Θάνατοι: 84 Γεννήσεις: 48 Γάμοι: 5 Διαζύγια: 3 Σύμφωνα Συμβίωσης: 1
Δήμος Σαμοθράκης
Θάνατοι: 3 Γεννήσεις: 0 Γάμοι: 1 Διαζύγια: 2 Σύμφωνα Συμβίωσης: 1
Πρόεδρος Πολυτέκνων Εβρου: «Να δώσει κίνητρα το κράτος»
Στην ακριτική Ελλάδα το Δημογραφικό δεν αποτυπώνεται σε αριθμούς, αλλά σε μια σκληρή, καθημερινή πραγματικότητα εγκατάλειψης. Η πρόεδρος του Κεντρικού Συλλόγου Πολυτέκνων Ν. Εβρου «Ο Χριστός – Σωτήρ», Αγάπη Πετροπούλου, περιγράφει στη «δημοκρατία» με σκληρό ρεαλισμό τις συνθήκες που επικρατούν στην ακριτική ύπαιθρο. «Η κατάσταση εδώ είναι πάνω από τραγική… Δεν έχουμε γεννήσεις, μόνο θανάτους» αναφέρει, εξηγώντας πως ολόκληρα χωριά ερημώνουν, σχολεία διατηρούνται οριακά και οι πολύτεκνες οικογένειες εκλείπουν, καθώς «δεν κάνει πλέον ο κόσμος τέταρτο παιδί, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει».
Το πρόβλημα, όπως αναδεικνύεται, δεν είναι μόνο Δημογραφικό, αλλά βαθιά κοινωνικοοικονομικό: χωρίς εργασία, στέγη και σταθερότητα, η απόφαση για οικογένεια αναβάλλεται ή ακυρώνεται. «Αν το κράτος δεν βάλει γερά το χέρι στη τσέπη, να δώσει κίνητρα, δεν γίνεται» τονίζει, ζητώντας φοροελαφρύνσεις και ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία.
Β. Κοτζαμάνης: «Η μείωση άρχισε από το 1980»
Η δημογραφική κατάρρευση στην ύπαιθρο δεν συνιστά έκπληξη, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς, αθόρυβης φθοράς. Ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), περιγράφει στη «δημοκρατία» μια εικόνα βαθιάς ανισορροπίας: σε πολλές δημοτικές ενότητες έχει απομείνει πληθυσμός γερασμένος, με ελάχιστους νέους, γεγονός που εκτινάσσει τους θανάτους και συμπιέζει τις γεννήσεις. Στον αντίποδα στις περιοχές όπου η διαφορά γεννήσεων – θανάτων είναι μικρότερη διατηρείται ακόμη μια στοιχειώδης δημογραφική ανανέωση.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι προϊόν της τελευταίας δεκαετίας, αλλά αποτέλεσμα μακράς πορείας. Η μεταπολεμική εσωτερική μετανάστευση προς αστικά κέντρα απογύμνωσε την περιφέρεια από νεότερες ηλικίες, αφήνοντας πίσω πληθυσμούς που γερνούσαν χωρίς ανανέωση. Το πρόβλημα επιτείνεται από τη «συρρίκνωση των γενεών» που φτάνουν σήμερα σε ηλικία τεκνοποίησης.
«Τα παιδιά που γεννήθηκαν από το 1980 μέχρι το 2000 είναι όλο και λιγότερα. Ας αναλογιστούμε πως το 1980 καταγράφηκαν 145.000 γεννήσεις και το 2000 καταγράφηκαν 100.000 γεννήσεις. Αρα, οι γεννήσεις δεν μειώθηκαν από χθες ή από την προηγούμενη δεκαετία, άρχισαν να μειώνονται από το 1980» σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι πλέον «φτάνουν σε ηλικία να κάνουν παιδιά» όλο και λιγότεροι.
Κωνσταντίνος Ζαφείρης: «Η ανεπάρκεια του ελληνικού συστήματος διακυβέρνησης»
Η ύπαιθρος δεν σιωπά απλώς, αργοπεθαίνει. Και μαζί της αργοπεθαίνει κι ένα κρίσιμο κομμάτι της ίδιας της χώρας. Ο Κωνσταντίνος Ζαφείρης, καθηγητής Δημογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, περιγράφει μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τα στατιστικά μεγέθη: η ελληνική περιφέρεια «έχει πλέον ερημώσει» όχι μόνο ως προς τον αριθμό των κατοίκων, αλλά κυρίως ως προς τη σύνθεσή τους. Σε δεκάδες οικισμούς κυριαρχεί ένας υπέργηρος πληθυσμός, χωρίς δημογραφικό μέλλον. Στον Εβρο, εκτός των μεγάλων οικισμών, οι νέοι κάτω των 30 ετών περιορίζονται κατά μέσο όρο σε μόλις 29 άτομα.
Οι αιτίες, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι δομικές: ανύπαρκτες ευκαιρίες απασχόλησης, μικρός και μη βιώσιμος γεωργικός κλήρος κι ανεπαρκείς υποδομές. «Δεν μπορεί άνθρωπος να μείνει σε ένα χωριό που ο κοντινότερος γιατρός είναι μία ώρα με το αυτοκίνητο» τονίζει, αναδεικνύοντας τα όρια της καθημερινότητας.
Για τον ίδιο, η προοπτική, χωρίς παρέμβαση, είναι ζοφερή. «Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι η ύπαιθρος δεν πρέπει να αποψιλωθεί» συμπληρώνει, κάνοντας ωστόσο, σαφές, πως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η διαχρονική αδράνεια. «Στην Ελλάδα συμβαίνει το εξής: αφήνουμε ένα πρόβλημα να διογκώνεται και στο τέλος προσπαθούμε να βρούμε λύση… Εδώ βλέπουμε την ανεπάρκεια του ελληνικού συστήματος διακυβέρνησης» επισημαίνει, για να καταλήξει με μια σαφή προειδοποίηση: «Η κατάσταση είναι δραματική και οι προβλέψεις δυσοίωνες».
Νεκτάριος Μιλτιάδης: «Μη αναστρέψιμη τάση η ερήμωση»
Η υπογεννητικότητα δεν αποτελεί αιφνίδια κρίση για τη χώρα, αλλά αποτέλεσμα μιας πορείας δεκαετιών, που πλέον δεν αλλάζει. Ο Νεκτάριος Μιλτιάδης, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, περιγράφει στη «δημοκρατία» τη δημογραφική συρρίκνωση και την ερήμωση της υπαίθρου ως «μη αναστρέψιμη τάση». Το ζητούμενο, όπως τονίζει, δεν είναι αν θα αναστραφεί η πορεία, αλλά πώς θα διαχειριστεί η χώρα την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, με όρους ανθεκτικότητας και παραγωγικότητας.
Η αλυσίδα είναι αμείλικτη: οι ηλικιωμένοι που αποσύρονται από την αγροτική παραγωγή και η φυγή των νέων οδηγούν σε κατάρρευση της τοπικής οικονομίας και σε απουσία γεννήσεων. «Ετσι επιταχύνονται η εγκατάλειψη και η μη βιωσιμότητα οικισμών μέσα σε λίγες δεκαετίες» υποστηρίζει και προσθέτει: «Αυτή η τάση δεν ανατρέπεται για την Ελλάδα… Ο αριθμός του πληθυσμού δεν πρόκειται ποτέ να βελτιωθεί από εδώ και πέρα. Τα χωριά που καταγράφουν μηδενικές γεννήσεις δεν είναι βιώσιμα, θα πρέπει να εγκαταλειφθούν».
Η απάντηση, κατά τον ίδιο, δεν είναι δημογραφική ανάκαμψη, αλλά στρατηγική προσαρμογή που θα περιλαμβάνει ενίσχυση της εκπαίδευσης και νέο αγροτικό μοντέλο, με συγκέντρωση παραγωγής και αξιοποίηση τεχνολογίας. Διαφορετικά, όπως εξηγεί, ολόκληρες περιοχές κινδυνεύουν να σβήσουν από τον χάρτη.


