Συναντώντας ένα διαφορετικό κόσμο

της Γιώτας Αγαπητού 

Ένα χειμωνιάτικο και κρύο απόγευμα του Γενάρη του 1910 δύο νεαροί άντρες τουρτουρίζοντας από το κρύο, αλλά και την αγωνία περιμένουν μαζί με πολύ ακόμα κόσμο τη σιδερένια και βαριά πόρτα της Μεγάλης Αίθουσας στο νησί Έλις ν’ ανοίξει. Πίσω από αυτή την πόρτα θα γεννηθούν και θα πεθάνουν τα όνειρα ανθρώπων που ταξίδεψαν και ήρθαν απ’ όλο τον κόσμο με σκοπό ν’ αγγίξουν το δικό τους όνειρο. Άνθρωποι που περίμεναν με αγωνία να σφίξουν στην αγκαλιά τους συγγενείς και φίλους που είχαν να δουν καιρό. Άντρες, κυρίως από την Ελλάδα, κρατώντας τη φωτογραφίας μιας γυναίκας στο χέρι αγωνιούν περιμένοντας να τη συναντήσουν για πρώτη φορά.

Ο Νώντας Γιαμαλάκης και ο Ardal Hunger στέκονται σιωπηλοί δίπλα δίπλα προσπαθώντας να κρύψουν ο ένας από τον άλλο τα συναισθήματά τους. Ανάβουν τσιγάρο και κρύβονται πίσω από τον καπνό τους για να μη φανερώσουν την αγωνία τους. Οι δύο νέοι νιώθουν περίεργα γιατί μετά από δέκα χρόνια επισκέπτονται και πάλι το χώρο απ’ όπου ξεκίνησαν κι εκείνοι τη δική τους περιπέτεια στη νέα πατρίδα. Πίσω από τη σιδερένια πόρτα στη Μεγάλη Αίθουσα όσοι έχουν πάρει το πολυπόθητο οκέι και έχουν  ταχτοποιήσει τις οικονομικές τους εκκρεμότητες τρέχουν βιαστικά για να φύγουν.

Η Μαρουσώ Γιαμαλάκη νιώθει ακόμα τα πόδια να τρέμουν. Φοβάται ότι ίσως ο αδερφός της μπορεί και να μην είναι εκεί. Γύρω της άνθρωποι φτωχοί και φοβισμένοι. Κουρασμένοι από το μακρύ ταξίδι και όλα όσα είχαν περάσει στη διαδρομή του. Νεαρές γυναίκες που δίνουν το τελευταίο φιλί του αποχαιρετισμού στους μεγάλους κι εφήμερους έρωτες που έζησαν για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή τους μέσα στο πλοίο. Προετοιμασμένες ψυχολογικά για να συναντήσουν τον άντρα της φωτογραφίας που κρατούν ακόμα στο χέρι και που για χάρη του άφησαν το πατρικό τους και έκαναν αυτό το παράτολμο ταξίδι με σκοπό να παντρευτούν έναν άγνωστο. Αν είναι τυχερές ίσως και να τους χαρίσει την ευτυχία του παραμυθιού που τις διηγούνταν κάποτε η γιαγιά τους.

Η Μαρουσώ όλη αυτή την ώρα χαϊδεύοντας το φυλαχτό που έχει κρυμμένο στην τσέπη της ποδιάς της προσπαθεί να πάρει δύναμη. Το φυλαχτό αυτό της το είχε φτιάξει η μάνα της πριν φύγει από το νησί. Μοιάζει  σαν και κείνο που είχε δώσει στο Νώντα της πριν από δέκα χρόνια, όταν κι αυτός έφευγε τότε για την Αμερική. Παρόλο που το κρύο είναι  τσουχτερό, μα τόσο διαφορετικό από το κρύο που κάνει στον τόπο της, στην Κάλυμνο, η νεαρή νησιοτοπούλα νιώθει τα μάγουλά της να καίνε. Αγγίζει το πρόσωπό της που το αισθάνεται κουρασμένο. Προσπαθεί να φτιάξει τα μαλλιά της κάτω από τη μαντίλα που αγκαλιάζουν απαλά το κεφάλι της, για να δείχνει όμορφη όταν θα συναντήσει για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια το Νώντα, μα και τον Ardal. Για το λόγο αυτό σ’ ένα μικρό μπόγο έχει καλά διπλωμένο το επίσημο φουστάνι της με την κεντημένη ποδιά. Σκέφτεται πόσο έχει  μεγαλώσει και έχει αλλάξει τα τελευταία δέκα χρόνια. Σκέφτεται όμως και το Νώντα πόσο θα έχει αλλάξει και κείνος και αναρωτιέται αν ο χρόνος θ’ αφήσει  τα δύο αδέρφια ν’ αναγνωρίσουν το ένα το άλλο.

Οι σκέψεις περνούν η μία μετά την άλλη από το μυαλό της. Με αργά και αβέβαια βήματα κατευθύνεται προς την έξοδο της Μεγάλης Αίθουσας. Τώρα πια της είναι δύσκολο ν’ ακούσει τις φωνές που διατρέχουν τον αέρα. Το βλέμμα της σταθερά καρφωμένο μπροστά, καθώς περνάει μια για πάντα τη βαριά σιδερένια πόρτα που χωρίζει τους δύο κόσμους. Για μία στιγμή νιώθει ν’ αναπνέει τον καθαρό και παγωμένο αέρα, αρχίζοντας να συνέρχεται από το λήθαργο που για λίγο είχε πέσει, συναντώντας  και πάλι τον εαυτό της. Κοιτάζει γύρω της αναζητώντας τον αδερφό της, ενώ προσπαθεί ν’ αφουγκραστεί τη γνώριμη φωνή του που όμως ο χρόνος σίγουρα θα έχει  αγγίξει.

Τα λεπτά κυλούν και τα δύο αδέρφια δεν έχουν συναντηθεί ακόμα. Ο κόσμος πολύς και κάτι τέτοιο, το να βρεθούν, είναι προς το παρόν αρκετά δύσκολο. Ο Νώντας όμως μαζί με τον Ardal δεν απογοητεύονται. Συνεχίζουν  να ψάχνουν με την ελπίδα ότι το ίδιο θα κάνει και η Μαρουσώ. Η ώρα περνάει και η νεαρή γυναίκα νιώθει όλο και πιο απογοητευμένη, όμως ξέρει πως πρέπει να συνεχίσει για να βρει τον αδερφό της. Γύρω της βλέπει κάποιους από τους συνταξιδιώτες της στο καράβι που δεν τους περιμένει κανείς, καθώς  τρέχουν για να προλάβουν το τραίνο που θα τους πάει στην ενδοχώρα. Κάποιοι άλλοι πέφτουν στην αγκαλιά των ανθρώπων που τους περιμένουν   γεμάτοι ανυπομονησία. Συνταξιδιώτισσές της, κρατώντας ακόμα τη φωτογραφία στο χέρι, συναντούν για πρώτη φορά τον άντρα που ίσως και να παντρευτούν. Μία συνάντηση που αρκετές φορές είναι ντυμένη με το ρούχο της απογοήτευσης γιατί δεν είναι αυτό που ήλπιζαν, αλλά τα μελοδράματα και οι συναισθηματισμοί δεν έχουν χώρο σε τέτοιου είδους συναντήσεις. Δυστυχώς όμως θα δει και κάποιες από τις νεαρές υποψήφιες νύφες από την Ελλάδα παρατημένες από μέλλοντες γαμπρούς που απογοητεύονται από την εικόνα της γυναίκας που δεν έχει σχέση με τη φωτογραφία που τους είχε στείλει. Έτσι, αυτές φοβισμένες βιώνοντας την απόρριψη, οι πιο γενναίες θα πάρουν το τραίνο με άγνωστο προορισμό και σκοπό να κυνηγήσουν την τύχη τους. Ενώ κάποιες άλλες, πιο δειλές ίσως και να πέσουν στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού για να πνιγούν, αδιαφορώντας για τ’ αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών. Αφού τίποτε άλλο δεν τους έχει απομείνει, νιώθοντας  ατιμασμένες δεν έχουν το κουράγιο για να γυρίσουν στο πατρικό τους.

Τα λεπτά περνούν και αρχίζει σκοτεινιάζει, ενώ το κρύο γίνεται όλο και πιο τσουχτερό. Άσπρες νιφάδες χιονιού τώρα χορεύουν προς τιμήν της Μαρουσώς ένα νησιώτικο μπάλο. Εκείνη παρόλη την απογοήτευση της που δεν έχει ακόμη συναντήσει τον αδερφό της αποφασίζει ν’ ακολουθήσει το πλήθος για να πάει στο σιδηροδρομικό σταθμό με την ελπίδα ότι επιτέλους θα συναντήσει τους δύο άντρες. Την ίδια σκέψη όμως κάνουν και κείνοι. Η Μαρουσώ κάθεται σ’ ένα παγκάκι στο κέντρο της αίθουσας του σιδηροδρομικού σταθμού ελπίζοντας πως θα τη βρουν.

Ο Ardal, ο νεαρός Ιρλανδός, όλη αυτή την ώρα νιώθει την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, συμπάσχοντας με το φίλο του που δεν έχουν βρει ακόμα τη Μαρουσώ. Ενώ οι αμφιβολίες συνεχίζουν να τον βασανίζουν από εκείνη την ημέρα που έκανε την πρόταση στο  Νώντα να παντρευτεί την αδερφή του. Είναι σίγουρος για τον πόθο που τρέφει για τη νεαρή Καλύμνια, φοβάται όμως για τις δικές της εντυπώσεις. Αναρωτιέται αν τελικά θα δεχτεί να γίνει γυναίκα του και δεν την ενοχλεί ότι προέρχονται από δύο διαφορετικούς κόσμους. Από την ώρα που είδε τη φωτογραφία της γοητεύτηκε από την τόσο ιδιαίτερη και ξεχωριστή ομορφιά της που δεν έμοιαζε με τα κορίτσια της δικής του πατρίδας. Ήθελε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του με τη Μαρουσώ και να την βοηθήσει αν ήθελε εκείνη, να κάνει πραγματικότητα τα δικά της όνειρα στη νέα πατρίδα. Ο Ardal είναι  ένας άνθρωπος ονειροπόλος που σαν άλλο ξωτικό βλέπει στο πρόσωπο της Μαρουσώς τη δική του νεράιδα. Ντυμένος και κείνος με τα καλά του ρούχα θέλει πολύ να της κάνει καλή εντύπωση. Όταν ζήτησε από το φίλο του να παντρευτεί την αδερφή του έστειλε γράμμα στους γονείς του που ζουν στο Galway της Ιρλανδίας ενημερώνοντάς τους ότι ήθελε να παντρευτεί. Γνώριζε καλά ότι ελάχιστα ενδιέφερε την οικογένειά του ποια θα παντρευόταν. Εξάλλου, εκείνοι καθημερινά είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τη φτώχια τους. Ο Ardal από τη μεριά του όποτε του το επέτρεπαν τα οικονομικά του τους έστελνε χρήματα. Μάλιστα είχε πολλές φορές προτείνει στα αδέρφια του να έρθουν στην Αμερική, όπως έκαναν πολλοί Ιρλανδοί. Εκείνοι όμως αρνιόνταν γι’ αυτό και συνεχίζουν ακόμη να ξενοδουλεύουν στα σπίτια πλουσίων σκοτσέζων και λονδρέζων.

Ιανουάριος 1910, Νέα Υόρκη «Αίθουσα Σιδηροδρομικού Σταθμού».

Η νύχτα έχει αγκαλιάσει την πόλη. Μια νεαρή γυναίκα ντυμένη με την παραδοσιακή στολή του τόπου της, πεινασμένη, διψασμένη, κουρασμένη και αφάνταστα απογοητευμένη κάθεται στο κεντρικό παγκάκι της μεγάλης σάλας. Έχει πάψει πια να κοιτάζει γύρω της. Το μόνο που θέλει είναι να κοιμηθεί. Από μακριά δύο νεαροί άντρες ντυμένοι σαν σύγχρονοι αμερικανοί κατευθύνονται προς το μέρος της. Η κοπέλα λόγω των ιδιαίτερων ρούχων της ξεχωρίζει από μακριά. Με την άκρη του ματιού της βλέπει τους δύο νέους να την πλησιάζουν. Ξαφνικά μία γνώριμη φωνή από το παρελθόν προφέρει τ’ όνομά της. Εκείνη σηκώνοντας το κεφάλι αντικρίζει μετά από δέκα χρόνια τον αγαπημένο της αδερφό, το Νώντα και χάνεται στην αγκαλιά του, ενώ τα δάκρυα που κυλούν από τα μάτια τους είναι δάκρυα χαράς και ανακούφισης. Δίπλα τους στέκεται συγκινημένος και σιωπηλός ο Ardal, ο οποίος  ανυπομονεί επιτέλους να γνωρίσει και να σφίξει το χέρι της νεαρής Καλύμνιας που τον έχει γοητεύσει.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο