room-to-grow-bnner

Σωτηρία Μαραγκοζάκη:«Συγχωρείς, για να προχωρήσεις παραπέρα, αλλά δεν ξεχνάς»

Η Εβρίτισσα συγγραφέας μιλάει στην Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη για το νέο βιβλίο της «Ο κλήρος του αίματος»

Τα βιώματα της οικογένειας, η ανάγκη της διατήρησης της μνήμης που δεν επιτρέπει τη λήθη να βρει ανοιχτό πέρασμα στη σημερινή εποχή πάντα με οδηγεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. «Ο κλήρος του αίματος» της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη, από τις εκδόσεις Πατάκη με συγκλόνισε, με φόρτισε με ανάμικτα συναισθήματα. Αναζήτησα τη συγγραφέα για λύσω τα ερωτήματα που με προκάλεσε η ανάγνωση του…..

Σωτηρία Μαραγκοζάκη ευχαριστώ που μου παραχωρείτε συνέντευξη για το Bookia. Ήταν εσωτερική η ανάγκη ν’ αρχίσετε να γράφετε; Νιώθατε πως θα εκραγείτε αν δεν έβγαιναν στο φως αυτά τα βιβλία;

Κυρία Παπαδημητρίου σας ευχαριστώ θερμά για τη συνέντευξη και το Bookia για τη φιλοξενία και τη δυνατότητα επικοινωνίας με τους αναγνώστες. Νομίζω πως ναι, η γραφή έχει να κάνει με βαθύτερη εσωτερική ανάγκη. Για αυτό και με εκφράζουν οι στίχοι του ποιητή (Τάσος Λειβαδίτης) που λένε πως «ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν χιλιάδες ανείπωτα λόγια», όμως, πόσους άραγε αφορούν αυτά τα λόγια, πόσους αγγίζουν και συγκινούν;

Πριν από τον «Κλήρο του αίματος» είχε εκδοθεί « Ο Ύπατος της Σμύρνης». Πείτε μας λίγα λόγια.

Ο Ύπατος της Σμύρνης είναι ένα πολυφωνικό ιστορικό μυθιστόρημα. Ο αναγνώστης γνωρίζει την προσωπικότητα και πληροφορείται για τα έργα και τις ημέρες του ύπατου αρμοστή Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη – ο οποίος εξακολουθεί να θεωρείται αμφιλεγόμενο πρόσωπο – μέσα από τις αφηγήσεις εννέα προσώπων, «βλέπει» από διαφορετικές οπτικές γωνίες τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν την πολυτάραχη εκείνη εποχή κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου και της ελληνικής διοίκησης Σμύρνης. Δηλαδή το διάστημα από την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στην ιωνική πρωτεύουσα, τον Μάιο του 1919 μέχρι την τραγική κατάληξη της Μικρασιατικής καταστροφής.

Η ανθρωπότητα χρειάζεται να αλλάξει, να χειραφετηθεί, ο κόσμος να αγωνισθεί για να γίνει δικαιότερος

 

«Ο κλήρος του αίματος» είναι ένα βιβλίο που πραγματικά με συγκλόνισε και γι’ αυτό επιδίωξα να γνωριστούμε διαδικτυακά αλλά και να μιλήσουμε. Πώς θα το συστήνατε στους αναγνώστες σας; Μυθοπλασία ή ντοκουμέντο;

«Ο κλήρος του αίματος» είναι μυθιστόρημα. Παρά το γεγονός ότι απαιτήθηκε πολύχρονη έρευνα σε αρχεία, εφημερίδες, ιστορικές πηγές καθώς και καταγραφή μαρτυριών, όπως άλλωστε διαπιστώνει ο αναγνώστης από τις υποσημειώσεις και τις παραπομπές. Οπότε ίσως κάποιος να το κατέτασσε στην κατηγορία του μυθιστορήματος- ντοκουμέντου, ενός υβριδικού τρόπον τινά λογοτεχνικού είδους. Δεν παύει όμως να είναι ένα μυθιστόρημα, που πάνω απ’ όλα στοχεύει στη συγκίνηση, σε εκείνη την ανατριχιαστική ικανοποίηση μέσω των λέξεων, της γλώσσας, της τέχνης του λόγου. Από την άποψη αυτή χαίρομαι για όσα σας έκανε να νιώσετε Ο κλήρος του αίματος και σας ευχαριστώ που αυτό το μοιράζεστε.

Πώς γράφτηκε αυτό το βιβλίο, πότε ξεκίνησε και ποια η ανάγκη να εκδοθεί μετά από τόσα χρόνια από τον Εμφύλιο πόλεμο; Το είδατε ως χρέος στην ιστορία;

Κάποιοι ίσως αναρωτηθούν γιατί επανερχόμαστε στον Εμφύλιο μετά από τόσα χρόνια και ίσως να χουν δίκιο. Τι γίνεται, όμως, όταν θεωρείς ότι έχεις ξοφλήσει με το παρελθόν αλλά το παρελθόν δεν έχει ξοφλήσει με σένα;

Υπήρχαν προσωπικά, οικογενειακά βιώματα και θέλατε να δικαιώσετε τη μνήμη τους;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό του νομού Έβρου, μέσα σε ένα σπίτι που το είχε σημαδέψει ο Εμφύλιος, με πέντε νεκρούς στην οικογένεια, δύο αδελφούς και τρεις πρωτεξάδελφους του πατέρα μου. Ο ελληνικός Εμφύλιος ήταν ένας πόλεμος της υπαίθρου και ως προς αυτό τα βιώματά μου και η μεταμνήμη συγγενών μου, ακόμη και οι εκκωφαντικές σιωπές τους, υπήρξαν πολύτιμα. Κάπως έτσι προέκυψε ο Κλήρος του αίματος. Αποπειράθηκα τρόπον τινά να ντύσω με λόγο εκείνες τις σιωπές, για να προσεγγίσω την εποχή, για να κατανοήσω τα γεγονότα και τις ανθρώπινες πράξεις.

Για να κάνω τον συνήγορο του διαβόλου: κατά τη διάρκεια της συγγραφής σας πέρασε η σκέψη μήπως κάποιος δημοσιογράφος ή αναγνώστης από την αντίπερα όχθη, σας γράψει μια αρνητική κριτική μόνο και μόνο για τη θέση που παίρνετε εναντίον των «πατριωτών» που φόρεσαν τη γερμανική μπότα;

Όχι, κάθε άλλο. Κάθε καλοπροαίρετη κριτική είναι ευπρόσδεκτη γιατί προάγει τον διάλογο. Άλλωστε και ο Κλήρος του αίματος ως πολυφωνικό μυθιστόρημα αυτό επιδιώκει. Με την πολυφωνία είχα τη δυνατότητα της πολλαπλής θέασης και προσέγγισης των ίδιων ή παρόμοιων καταστάσεων, που καλούνταν να αντιμετωπίσουν τα έξι κύρια πρόσωπα του βιβλίου. Μάλιστα προσωπικά βρίσκω στην πολυφωνία το στοιχείο της δημιουργικής πρόκλησης ως προς την αφήγηση και της εντιμότητας ως προς την κατάθεση θέσεων και απόψεων. Τώρα αν κάποιος δεν θελήσει να «δει» όλα τα άλλα που συνθέτουν το βιβλίο, το οποίο τονίζω πως είναι μ υ θ ι σ τ ό ρ η μ α, θα με λυπήσει γιατί θα είναι σα να το αδικεί τρόπον τινά.

Αν κάποιοι αναγνώστες σας πουν «Τι θέλεις και σκαλίζεις τη φωτιά, ανήκουν στο παρελθόν όλα αυτά», τι θα τους απαντούσατε;

Ως γνωστόν τη λογοτεχνία την απασχολούν ακατάπαυστα και επίμονα το δίπολο ζωή- θάνατος, ο έρωτας, η μοναξιά, η ελπίδα, η απελπισία, το παράλογο. Μάλιστα σε περιόδους γενικευμένης κρίσης όλα αυτά εντείνονται και αποκτούν μεγαλύτερη δυναμική. Είναι για παράδειγμα όπως όταν βουλιάζει ένα πλοίο και οι επιβάτες παλεύουν να σώσουν τις ζωές τους βάζοντας κατά μέρος όλα τα άλλα που τους απασχολούν. Από αυτή την άποψη η περίοδος του ελληνικού Εμφυλίου, όπως και της Μικρασιατικής καταστροφής- δηλαδή των δυο μεγαλύτερων συλλογικών τραυμάτων μας- εξακολουθούν να έχουν μεγάλο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Για αυτό και σημειώνεται στο οπισθόφυλλο: «Εν τέλει το αίμα που έγινε νερό γίνεται και μελάνι». Άλλωστε όπως έχει πει ο Βρετανός ποιητής Τ.Σ. Έλιοτ «Ο σκοπός της λογοτεχνίας είναι να μετατρέψει το αίμα σε μελάνι».

Οι ήρωες σας είναι τόσο αληθινοί, ίσως κάποιοι να ήταν πρωταγωνιστές των γεγονότων. Εγώ ως αναγνώστρια, αν και ήξερα τα γεγονότα, φορτίστηκα με τους ήρωες και των δύο πλευρών με ανάλογα συναισθήματα. Εσείς ως συγγραφέας με πόση ψυχραιμία αντέξατε όλη αυτή την πάλη συναισθημάτων έως ότου ολοκληρωθεί;

Η αλήθεια είναι πως με δυσκόλεψε ως προς αυτό το βιβλίο καθώς το έγραφα. Περνούσαν διαστήματα χωρίς να γράφω γιατί με αναστάτωνε. Με φόρτιζε και εμένα η περίπτωση του ενός ή του άλλου προσώπου, αισθανόμουν ένα είδος αδιεξόδου και σταματούσα. Μετά από καιρό και την απαραίτητη αποστασιοποίηση ξανάπιανα το νήμα της αφήγησης και συνέχιζα. Η κορύφωση με τάραξε μα αισθάνθηκα συνάμα και ανακούφιση.

Πόσο «πατριώτες» μπορεί να ήταν οι Γερμανοτσολιάδες;

Στα Τάγματα Ασφαλείας εντάχθηκαν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, τους οποίους σχετική έκθεση του Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής κατέτασσε σε πέντε κατηγορίες : Άνθρωποι πολύ φτωχοί, που μέσα από την ένταξη στους δωσιλογικούς σχηματισμούς, προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα της ατομικής τους επιβίωσης, εγκληματίες που έτσι απέκτησαν τη δυνατότητα να ξεκαθαρίσουν προσωπικούς λογαριασμούς και να αποκομίσουν λάφυρα από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, εθελοντές που εμπνέονταν από προσωπικό μίσος ενάντια στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, αξιωματικοί του ελληνικού στρατού που θεωρούσαν «πατριωτικό» καθήκον την εξόντωση αριστερών – εαμιτών και μέλη άλλων οργανώσεων που είχαν έρθει σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ. Οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας ορκίζονταν «πίστη στον Αδόλφο Χίτλερ» και ήταν κάτω από τις διαταγές Γερμανών αξιωματικών. Μάλιστα επεδείκνυαν ιδιαίτερη αγριότητα κατά τη διάρκεια μπλόκων ή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του μπλόκου της Κοκκινιάς, όπου οι ταγματασφαλίτες προσπάθησαν να συλλάβουν όσους από τους κατοίκους της πόλης , είχαν απελευθερώσει μετά τις εκτελέσεις οι Γερμανοί! Τα περισσότερα στελέχη των ταγματασφαλιτών αργότερα αθωώθηκαν είτε ακόμη από τις ένορκες διοικητικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν για τη δράση τους στα χρόνια της Κατοχής, είτε από τα Ειδικά Δικαστήρια Δωσίλογων. Για παράδειγμα προκλητικότατη υπήρξε η αθώωση των υπαιτίων του αιματηρότατου Μπλόκου της Κοκκινιάς Πλυντζανόπουλου, Μπουραντά και Σγούρου. Τα συμπεράσματα λοιπόν δικά σας ως προς τον «πατριωτισμό» τους.

Αν γυρνούσαμε τον χρόνο πίσω και σταματούσαμε στο τέλος της Απελευθέρωσης από τους κατακτητές. Και ήσασταν η ηρωίδα σας η Αντιγόνη, τι θ’ άλλαζε στη ροή της ιστορίας; Θα κάνατε λαοδικεία για να τιμωρηθούν οι ένοχοι, θα καταθέτατε τα όπλα στη Βάρκιζα; Κάτι άλλο που θα είχε αλλάξει την Ελλάδα του σήμερα;

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται και δεν γράφεται με «αν». Ωστόσο, η γνώση του παρελθόντος είναι χρήσιμη και απαραίτητη, γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε τι συνέβη στο παρελθόν ή να εξηγήσουμε στάσεις και συμπεριφορές στο παρόν. Οπότε τίποτε από τα παραπάνω δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Εκείνο, όμως, που εξακολουθεί να «πονάει» είναι ότι δεν υπήρξε Νέμεσις, δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη.

Τελικά ο χειρότερος εχθρός των Ελλήνων είναι οι Έλληνες για σας όπως πίστευε και ένας ήρωας σας;

Ναι, το λέει, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι τα προβλήματα και οι συμφορές του ανθρώπου γεννούνται κυρίως από τις κοινωνικές συνθήκες, από εκείνο το σύστημα μέσα στο οποίο ζει. Κάτω από αυτά τα κοινωνικά- πολιτικά – οικονομικά, οικογενειακά προβλήματα ανιχνεύονται πάντα τα έσχατα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Και ένα μυθιστόρημα αν θέλει να είναι σοβαρό δεν γίνεται να τα αγνοήσει.

Η ηρωίδα σας η Κατίνα ήταν πρόσφυγας από την Μικρά Ασία. Τα μάτια της είδαν πολλά. Κι όμως έπαιξε από τους χειρότερους ρόλους για μένα. Εκμεταλλεύτηκε τους αδύνατους και υποστήριξε τους κατακτητές. Υπάρχουν τέτοιοι Έλληνες και σήμερα. Τελικά ξεχνούμε τόσο γρήγορα το παρελθόν μας;

Η Κατίνα είναι ένα δευτερεύον πρόσωπο στον Ύπατο της Σμύρνης και έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο νέο μου βιβλίο. Ξέρετε εκείνο που κυρίως με απασχόλησε στον Κλήρο του αίματος ήταν πολύ σκοτεινό και βαθύ – θα τολμούσα να πω ανθρωπολογικό- οντολογικό – πέρα από το συγκεκριμένο ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο. Αν μη τι άλλο επειδή ένας δημιουργός με το έργο του εγκαθιδρύει τον καιρό του, δηλαδή δημιουργεί ένα παρόν, ένα παρελθόν και ένα μέλλον προσπαθώντας να καταλάβει. Δεν συνηθίζω να προσεγγίζω μονοσήμαντα, δηλαδή μόνο από την ιδεολογία τους ήρωες στα βιβλία μου, αλλά ως τραγικά πρόσωπα, κι αυτό έχει τεράστια διαφορά. Διότι τον τραγικό άνθρωπο – οφείλεις να- τον σέβεσαι όπου και αν ανήκει. Υπό αυτή την έννοια και η Κατίνα είναι ένα τραγικό πρόσωπο, υπήρξε θύμα σκληρής εκμετάλλευσης ως πρόσφυγας, που κάποια στιγμή, όμως, νόμισε πως άλλαξαν τα πράγματα. Αλλά ήταν έτσι; Ο Μπρεχτ το έχει πει εξαιρετικά: «Κι όμως ακόμα και κάτω από εμάς/ υπάρχουν άλλα πατώματα».

Ξεχνώ δεν θα πει συγχωρώ, ούτε όταν συγχωρώ ξεχνώ. Ο λαός ξέχασε ή δεν ξέχασε; Μήπως προτιμά τη λήθη για να προχωρήσει παρακάτω;

Συγχωρείς για να προχωρήσεις παραπέρα, αλλά δεν ξεχνάς αν δε θέλεις να ξαναζήσεις παρόμοιες καταστάσεις. Για αυτό και εκείνο που με απασχόλησε στον Κλήρο του αίματος ήταν η μνήμη και ο διαρκής αγώνας για τη διατήρησή της. Η μνήμη μπορεί κάποιες φορές για λόγους επιβίωσης να εξορίζεται ή να αυτοεξορίζεται, «να θυμάται να ξεχνά», να κατανοεί κίνητρα και πράξεις θυμάτων και θυτών, να συγχωρεί, να φιλιώνει, να συμβιβάζεται, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μετατρέπεται σε αμνησία ή αφασία. Ακριβώς όπως όταν κάποιος που συγχωρεί δε σημαίνει ότι αρνιέται ή απαρνιέται. Υπό αυτή την έννοια «συγχωρώ δε σημαίνει ξεχνώ». Και φυσικά «δεν ζούμε για να θυμόμαστε, θυμόμαστε επειδή ζούμε. Με άμεση συνέπεια να ζούμε επειδή θυμόμαστε».

 

Όπως έχει πει ο Βρετανός ποιητής Τ.Σ. Έλιοτ «Ο σκοπός της λογοτεχνίας είναι να μετατρέψει το αίμα σε μελάνι».

Πιστεύετε πως αν δεν υπήρχαν τα τάγματα ασφαλείας και οι ρουφιάνοι σε κάθε χωριό, οι Γερμανοί θα προκαλούσαν τόσο μεγάλο κακό;

Σε καμία χώρα υπό καθεστώς κατοχής δεν λείπουν οι συνεργάτες. Σύμφωνα με τους ναζί επιτελείς η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας έγινε για να «εξοικονομηθεί πολύτιμο γερμανικό αίμα». Την περίοδο της τριπλής Κατοχής στη χώρα μας (Γερμανοί – Ιταλοί- Βούλγαροι) υπήρξαν χιλιάδες που συνεργάστηκαν μαζί τους. Οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας που πρωτοστατούσαν στα μπλόκα, οι δωσίλογοι που κατέδιδαν Εβραίους και αντιστασιακούς, οι μαυραγορίτες, που άρπαζαν περιουσίες λιμοκτονούντων πολιτών για μια οκά φακές. Γενικά είναι όσοι συντάσσονται με τον ισχυρό προτάσσοντας το ατομικό από το συλλογικό συμφέρον. Οι Βρετανοί και η «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» του Γεωργίου Παπανδρέου πολλές φορές είχαν διαμηνύσει ότι «η Νέμεσις θα είναι αδυσώπητος» και ότι όλοι αυτοί θα δικαστούν για τα εγκλήματα τους σε βάρος του αγωνιζόμενου λαού. Στη χώρα μας, όμως, συνέβησαν αδιανόητα πράγματα εν συγκρίσει με την υπόλοιπη Ευρώπη μεταπολεμικά. Από τους χιλιάδες δωσίλογους και συνεργάτες των κατακτητών στη συντριπτική τους πλειοψηφία αθωώθηκαν ή έπεσαν στα «μαλακά». Μόνον είκοσι πέντε εκτελέσθηκαν ενώ την ίδια περίοδο τα έκτακτα στρατοδικεία είχαν καταδικάσει σε θάνατο τρεις χιλιάδες Εαμίτες-κομμουνιστές! Και φυσικά με το γνωστό «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» αποκλείσθηκαν από τον κρατικό μηχανισμό οι δημοκρατικοί πολίτες ως «συμμορίτες», «συνοδοιπόροι» ή «συμπαθούντες».

Μήπως η λήθη του Βιάνου, του Διστόμου, Κομμένου Άρτας, Καρυόφυτου Ξάνθης και πολλών άλλων μαρτυρικών τόπων, έφεραν στη Βουλή το ναζιστικό κόμμα;

Αυτή είναι μία εξαιρετική ερώτηση, που δείχνει πόσο μας αφορούν και μας επηρεάζουν η περίοδος της Κατοχής και του Εμφυλίου. Άποψή μου είναι ότι η επιβεβλημένη λήθη – όπως έγινε με τον μετεμφυλιακό Νόμο 509 «περί αναμόχλευσης των πολιτικών παθών» καθιστούσε πιο σίγουρη και ασφαλή τη χειραγώγηση των ανθρώπων. Γιατί η μνήμη συμμετέχει στη δημιουργία ταυτότητας, καθοδηγεί ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές και ορίζει τις μεγάλες αφηγήσεις του μέλλοντος. Γιατί τέτοιες είναι εκείνες οι στιγμές που οι καταπιεσμένοι και οι εκμεταλλευόμενοι κάθε εποχής αποπειράθηκαν συλλογικά να καταργήσουν τις διαμεσολαβήσεις και τις σχέσεις που τους όριζαν και να ορίσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Ποια είναι η γνώμη σας για το Bookia, όσο αφορά την προβολή των συγγραφέων και των έργων τους;

Έχω εντυπωσιασθεί από το εύρος των δυνατοτήτων ενημέρωσης και επικοινωνίας σε αναγνώστες και συγγραφείς που παρέχει το κοινωνικό δίκτυο Bookia. Είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο «εργαλείο» και πυξίδα στο σύμπαν του βιβλίου. Όσοι ξανοιγόμαστε στην περιπέτεια των λέξεων μπορούμε να υπολογίζουμε πως το μήνυμά μας θα βρει πλέον αποδέκτες. Συγχαρητήρια και καλή συνέχεια!

Πώς βιώνει η Σωτηρία Μαραγκοζάκη την πανδημία και αν ο εγκλεισμός είναι ευκαιρία να μας χαρίσει ένα τρίτο βιβλίο.

Θλίβομαι για την εμπορευματοποίηση των πάντων, για την απορρύθμιση της κοινωνίας, την έλλειψη ουμανιστικών αρχών και αξιών, την υποχώρηση συλλογικών διεκδικήσεων, τον άκρατο ατομισμό – στην ατομική ευθύνη γίνεται διαρκώς επίκληση λόγω κορωνοϊού – τον εγωκεντρισμό. Η ανθρωπότητα χρειάζεται να αλλάξει, να χειραφετηθεί, ο κόσμος να αγωνισθεί για να γίνει δικαιότερος . Ο εγκλεισμός αν και είναι απαραίτητη τρόπον τινά συνθήκη για τη συγγραφή, ωστόσο επειδή είναι υποχρεωτικός δεν βιώνεται έτσι. Έχω ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα για την περίοδο της Μπελ Επόκ και του Μεσοπολέμου, αλλά προτιμώ να περνώ τον χρόνο μου κυρίως διαβάζοντας για εκείνες τις εποχές. Είθε τη νέα χρονιά να εκλείψει η πανδημία του κορωνοϊού αν και οι συνέπειες της θα μας κατατρέχουν – δυστυχώς- για χρόνια.

«Συγχωρώ δε σημαίνει ξεχνώ». Καλοτάξιδο να είναι κυρία Μαραγκοζάκη. Καλή ανάγνωση!

 

Δημοσιεύθηκε στο bookia.gr

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο