Της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη*
Πρωτομαγιά του 1944 ήτανε. Πως θα μπορούσε άραγε να είναι μια άλλη μέρα. Αυτή σαν πρώτη να τους διάλεξε, μετά οι ναζί καταχτητές. Άλλωστε με εργατικούς αγώνες, κοινωνικές διεκδικήσεις, αναμετρήσεις, μαχητικές διαδηλώσεις, απεργίες ακόμα και στις φυλακές, ακόμα και στις εξορίες – μετερίζια και επάλξεις ήτανε για εκείνους- πρώτοι την τιμούσαν την Εργατική Πρωτομαγιά, τη δική τους μέρα. Με σταθερά παρούσα πάντα την πάλη των τάξεων
Για το μεγάλο, το ωραίο και το αληθινό. Γιατί έτσι αγαπούσαν οι κομμουνιστές, εκείνοι οι ορκισμένοι διεθνιστές την πατρίδα τους την Ελλάδα. «Γιατί έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα» όπως θα πει οκτώ χρόνια μετά ο επίσης κομμουνιστής Νίκος Μπελογιάννης πριν πέσει νεκρός από τις σφαίρες ελληνικού εκτελεστικού αποσπάσματος στην απελευθερωμένη από τη γερμανική κατοχή, όμως, μητριά πατρίδα που θέριζε αμείλικτα την κοινωνία που ορκιζόταν στη γροθιά της.
Όλοι μαζί και ο κάθε ένας όλοι. Από όλες τις θέσεις μάχης με όπλα τις θέσεις του Κόμματος, το βιβλίο, την εφημερίδα τους το Ριζοσπάστη, την προκήρυξη, το ίδιο το παράδειγμα τους με την ευψυχία, την αλληλεγγύη, την ανιδιοτέλεια, το ήθος, την ακεραιότητα για τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης.
Αδιανόητα πράγματα δηλαδή για όσους μέχρι τις μέρες μας δεν εννοούν τι πάει να πει τροχός της Ιστορίας, πως μπορεί να γυρίσει ο ήλιος, ούτε πως η αστική εξουσία θέλει να είναι ο τελευταίος τροχός στην άμαξά της όταν η θέση τους είναι αλλού. Γιατί όπως έχει πει ο Μαρξ: «Η Ιστορία όλων των κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων».
Πολιτικοί κρατούμενοι, κατάδικοι ήτανε οι διακόσιοι της Καισαριανής, Ακροναυπλιώτες στην πλειοψηφία τους, μελλοθάνατοι στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου μα μάχιμοι, όχι αυτό-καταδικασμένοι στην απραξία, τη μεμψιμοιρία, το γογγυσμό, τον ωχαδερφισμό, την αδιαφορία παρά τις χρόνιες κακουχίες και τους βασανισμούς. Μαχητές ήτανε, ελεύθεροι πολιορκημένοι, ακόμα και στην πιο βαθιά παρανομία με κλονισμένη υγεία – όπως ο Νίκος Πλουμπίδης ή ο Νίκος Βαβούδης αργότερα- μα συγχρόνως ακλόνητες τις βεβαιότητες για το δίκιο του αγώνα.
Εκείνη, όμως, την Πρωτομαγιά του 1944 ξέρανε πως θα δίνανε τη μεγαλύτερη μάχη τους, τη μεγαλύτερη μάχη του ανθρώπου στην ιστορία του κόσμου: Τη μάχη της ζωής για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Κραυγάζοντας το ύστατο «Εμπρός» στο Ζάλογγο της γης των κολασμένων. Προσμένοντας την ύστατη στιγμή το θάνατο πλάι- πλάι με αυταπάρνηση και παλληκαριά στα μαρμαρένια αλώνια της ανυπαρξίας. Θανάτω θάνατο πατήσαντες δίχως καν την παρήγορη ψευδαίσθηση μιας άλλης ζωής. Σκοτώνοντας τον, ναι, «σκοτώνοντας το θάνατο» με το κεφάλι ψηλά. Γιατί:
«Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι»
όπως θα γράψει ο ποιητής Κώστας Βάρναλης.
«Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο
Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω»
Υπενθυμίζοντας λίγο παρακάτω στο ίδιο ποίημα του ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944:
«Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!»
Με τον άλλο σπουδαίο ποιητή μας, τον ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο να μεθερμηνεύει συγκλονιστικά σε πρώτο πληθυντικό την αιματοβαμμένη παρακαταθήκη των διακοσίων στο ποίημα του «Σκοπευτήριο Καισαριανής»:
«Εμείς , μερτικό δε ζητήσαμε ….Τίποτα …Μόνον
θυμηθείτε το : αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας ,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα»
Ή
στο ποίημα του «Οι γειτονιές του κόσμου»:
«Κοιτούσαμε το Χαϊδάρι. Όλα τα μάτια καρφωμένα στο Χαϊδάρι.
Η πολιτεία τριγύρω στο Χαϊδάρι. Ξαγρυπνώντας.
Δαγκώνοντας το βόλι της σιωπής μέσα στα δόντια. Ξέραν οι κομμουνιστές.
Δε βογκούσαν.
Σκάλιζαν με τα νύχια τους στον τοίχο τ’ αρχικά του κόμματος,
ένα καραβάκι, τ’ όνομά τους, μια μικρή χρονολογία –
δεν είχαν καιρό – μια-δυο νύχτες μονάχα –
χάραζαν την κληρονομιά τους στην καρδιά μας κι έφευγαν,
έφευγαν με ψηλά το κεφάλι, σκοτώνοντας το θάνατο…
Τολμώντας να αναμετρηθούν και ο ένας ποιητής και ο άλλος με το ανείπωτο, να το συλλάβουν και να το εκφράσουν.
Όπως έκανε και ένας άλλος ομότεχνός τους, ο Ηλίας Σιμόπουλος, στο ποίημα του «Πρωτομαγιά 1944»:
«Διακόσια παλικάρια τραγουδήσαν σαν σήμερα τον ερχομό του Μάη.
Τ’ ακούσαν οι γερόντισσες και στήσαν το χορό
κι ανάστησαν το Ζάλογγο κι αγκάλιασαν τον κόσμον»
Ή η ποιήτρια Ρίτα Μπούμη- Παπά, η οποία έγραψε εν θερμώ ανήμερα της εκτέλεσης το ποίημα «Διακόσιοι»:
«..καθώς ήρθαν του χάρου τα καμιόνια
με βουλιαγμένες τις παχιές τους ρόδες
……………………………………………
γεμάτα αγαπημένα κι άγνωστα παιδιά
που ζητοκραύγαζαν ορθά και τραγουδούσαν
Ο σημερινός ήλιος δε μαλάκωσε τη χτεσινή απόφαση
αξίνα η πένα π’ άνοιξε στο χαρτί διακόσια μνήματα
γι’ αγόρια πιο νέα κι απ’ το Χριστό
που δεν τραφήκανε με γάλα, μέλι και ψωμί
παρά το Μέγα Όνειρο»
Στο ποίημα της αντιστασιακής ποιήτριας Σοφίας Μαυροειδή – Παπαδάκη (η οποία είχε γράψει και τους στίχους στον Ύμνο του ΕΛΑΣ) δίνεται μια υπόσχεση προς τους διακόσιους:
«Το μονοπάτι αυτό πούχει χαράξει
το αίμα σας αδέρφια, θα πλατύνει
γιγάντια λεωφόρος θα σφαντάξει,
απ’ όπου βγαίνει ο ήλιος ώσπου δύει,
για να χωρούν τα πλήθη να περάσουν
των σκλάβων τα βαριά τυραγνισμένα
να πάνε προς το φως να ξαποστάσουν
απ’ τη σκλαβιά τους τέλος λυτρωμένα»
Τον Μάιο του 1944 ο Κώστας Βίρβος στην απομόνωση των κρατητηρίων της οδού Ελπίδος μαθαίνει για τους διακόσιους που τουφέκισαν στην Καισαριανή και γράφει το «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» και το «Ένας ξύλινος σταυρός». Τους εμβληματικούς στίχους θα μελοποιήσει ο Χρήστος Λεοντής το 1965:
«Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια
τον ήλιο π’ ανατέλλει να χαρώ
κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια
εσείς πεθαίνετε κι όχι εγώ»
Πέρα, όμως, από τις απευθείας αναφορές στο θυσιαστήριο της Καισαριανής στίχοι εμβόλιμοι ανιχνεύονται και σε έργα όπως:
Στο ποίημα «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» του Νίκου Καββαδία, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και πολλά χρόνια μετά μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος:
«…Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό…»
ή
στα «Μαλαματένια λόγια» του Μάνου Ελευθερίου σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου:
«Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή…»
ή
στο «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου.
ή
στο «Μπλόκο της Καισαριανής» του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους του Νότη Περγιάλη
Σε αυτά τα τραγούδια εντάσσεται και η «Πρωτομαγιά» της Πολυξένης Καράκογλου, που αποδεικνύει πως μέσα στο σπειροειδές του χρόνου τέτοια κορυφαία γεγονότα εξακολουθούν να συγκινούν και να εμπνέουν τους δημιουργούς μέχρι σήμερα:
«Μάνα μου, μάνα μου εμείς θα τραγουδάμε
Την Άνοιξη αυτή κανείς μη φοβηθεί
Θα ‘ρθει και ο Ναπολέων κι οι 200 του μαζί
Απ’ το δρόμο των ηρώων στη δικιά μας την αυλή.»
Ο κομμουνιστής Ναπολέων Σουκατζίδης, διερμηνέας του στρατοπέδου ήταν μεταξύ των εκτελεσμένων. Η ιστορία του είναι γνωστή. Η ηρωική άρνησή του να εξαιρεθεί, που τον κατέστησε εμβληματική μορφή της Αντίστασης αποτυπώθηκε μόλις ένα χρόνο μετά, από την πένα του πολυγραφότατου δημοσιογράφου, χρονογράφου και θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά. Στο έργο του Ψαθά «Αντίσταση», που εκδόθηκε το 1945, ο Σουκατζίδης αναφέρεται ως Τσουκατζίδης.
«– Ναπολέων Τσουκατζίδης! Βγαίνει κι ο Ναπολέων. – Όχι εσύ, Ναπολέων! – Γιατί όχι εγώ; – Εσύ δεν θα τουφεκιστείς. – Και πόσους θα τουφεκίσεις, αν εξαιρεθώ εγώ; – Διακόσιους. – Όχι. Δεν δέχομαι …»
Την ίδια χρονιά, το 1945, κυκλοφόρησε και το βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη «Πρωτομαγιές 1886 – 1945». Σε αυτό το βιβλίο διαβάζουμε και για το τι έγινε μετά την εκτέλεση:
«Ο κόσμος πήρε το ξοπίσω τα καμιόνια που ‘φευγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άντρες βγάζανε στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε και ρίχνανε λουλούδια, κι όλοι ήταν θαρούσες σαν υπνωτισμένοι απάνω απ’ τις σταγόνες το αίμα τους, που ‘τρεχε κι έπηζε, κι η γης δεν το ‘πινε, και γινόταν αυλάκια. Απάνω στο αίμα σκύβοντας και κοιτάζοντάς το, σήκωναν ύστερα πολλοί τα μάτια και τα χέρια τους ψηλά στον ουρανό. Ήτανε η απόγνωση. Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης οι εργάτες του Δήμου κουβάλησαν απ’ το δίπλα χωράφι με φτυάρια πολύ χώμα, για να ρουφήξει κι εκεί τα αίματα… Την ίδια μέρα όλοι οι γύρω συνοικισμοί κήρυξαν γενική απεργία. Τη νύχτα γενική κινητοποίηση του πληθυσμού, φωνάξανε παρά ποτέ ηρωικά κι ασώπαστα χουνιά, κι όπου είχε στάξει το αίμα τους, και στο ντουβάρι της εχτέλεσης, από ψηλά, κρυφά – κρυφά, απ’ τους τοίχους, σκεπάστηκαν όλα παντού λουλούδια και ρίχτηκαν παντού στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών, προς τους νεκρούς αγωνιστές, το μνημόσυνο.

Επίσης στο διήγημα της «Φράου ντόκτορ» (στη συλλογή «Σύντροφοι Καλημέρα») η Μέλπω Αξιώτη περιγράφει με συγκλονιστική απλότητα την εκτέλεση της γιατρού φίλης και συναγωνίστριας της Μάρως Μάστρακα, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, στις 10 Μαΐου του 1944:
«Το Μάη του 1944, η άλλη φίλη εκτελέστηκε στο Θυσιαστήριο της Καισαριανής. Την έπιασε η Ασφάλεια. Έκαμε εκατό μέρες στο μπουντρούμι. Την παραδώσανε στους Γερμανούς. Έκαμε είκοσι μέρες στο Χαϊδάρι. Και την εκτελέσανε. Ο φύλακας του θυσιαστηρίου μας είπε τότε πως καθώς εβάδιζε να πάει στον τοίχο, για να σταθεί μπροστά στο απόσπασμα, ο γερμανός αξιωματικός στάθηκε προσοχή και την προσφώνησε: «Φράου Ντόκτορ!». Τον είχε πράγματι αυτόν τον επαγγελματικό τίτλο. Μέχρι την τελευταία ώρα είχε κάμει το ανθρώπινο χρέος της. Κι έφυγε…»
Ο συγκρατούμενος των διακοσίων λογοτέχνης Θέμος Κορνάρος στο βιβλίο του «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» δίνει τα γεγονότα με παραστατικότητα και γλώσσα που προσιδιάζει με προφορική, δίχως ίχνος δραματοποίησης πόσο μάλλον μελοδραματισμού. Σε κάποιες σκηνές η περιγραφή είναι σχεδόν απόκοσμη, σε άλλες το ρίγος μιας δαντικής κόλασης διαπερνά τον αναγνώστη. Το μικρό απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται σε όσα μάθανε για την εκτέλεση οι κρατούμενοι λίγο μετά:
«Αργότερα ένας από τους Γερμανούς μάρτυρες πάνω στο μεθύσι του απαντάει στις ερωτήσεις αυτών που έμειναν και περιγράφει όλο το σκηνικό της εκτέλεσης λέγοντας ανάμεσα σ’ άλλα: «Αλλά πριν αρχίσουνε, ο Ναπολέων μίλησε σ’ όλους. Και στους αξιωματικούς και σε μας. Και είπε, πως είναι κομμουνιστές. Και ύστερα μας είπε να…γίνουμε κι εμείς. Γιατί δε γίνεται αλλιώς, κάποτε θα πληρώσουμε, λέει, το αίμα που χύνουμε! Ναι, όμορφα, λεβέντικα, μας μίλησε ο Ναπολέων! Κι όλοι μας δακρύσαμε. Κι οι αξιωματικοί! Ναι, σας λέω, κανένας δεν έμεινε που να μη δακρύσει…Έπειτα ξαναχορέψανε. Πιο λεβέντικα, πιο όμορφα χορέψανε εκεί, παρά εδώ…».
Τέλος στην πεζογραφία παρουσιάζει ενδιαφέρον και αξίζει να έχουμε υπόψη στις …πονηρές μέρες μας μια καταγραφή της (αστής) συγγραφέα Λητούς Κατακουζηνού, στο βιβλίο της «Άγγελος Κατακουζηνός, ο Βαλής μου», :
«Ο Βαλής φόρεσε τη μαύρη γραβάτα του, ντύθηκα κι εγώ στα μαύρα και βγήκαμε όξω να συναντήσουμε κάνα φίλο να μοιραστούμε τον πόνο μας. Στην πλατεία Κολωνακίου πέσαμε πάνω σε κάτι γνωστούς. «Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;» ρώτησαν ανήσυχοι.
«Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν σήμερα και μας ρωτάτε τι μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Έλληνες έπρεπε να μαυροντυθούμε».
«΄Αγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί ήτανε κομμουνισταί;»
Παγώσαμε. «Δεν ξέρω κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Έλληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό. Και σαν Έλληνες έχουμε το χρέος να τους πενθούμε!»
«Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, όλοι αυτοί θέλουν να πιουν το αίμα μας».
«Τους Γερμανούς, θέλετε να πείτε…»
«Άσ’ τους Γερμανούς, πόλεμο κάνουν οι άνθρωποι. Τους άλλους, αυτούς που πενθείτε σήμερα, αυτούς να φοβάστε. Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουνε το βιος μας, αυτοί. Άκουσε καλά αυτό που σου λέμε. Άσε τους ρομαντισμούς και σκέψου πιο ρεαλιστικά».
Αναζητώντας τα κόκκινα σημάδια της εκτέλεσης στις άλλες Τέχνες πέρα από τη λογοτεχνία μαθαίνουμε πως το 1945 με ευθύνη του ΕΑΜ είχε κυκλοφορήσει λεύκωμα με τίτλο «Πρωτομαγιά – Θυσιαστήριο Λευτεριάς», στο οποίο περιλαμβάνονταν δέκα ξυλογραφίες σε όρθιο ξύλο των Α. Τάσσου, Λουκίας Μαγγιώρου, Αλέξανδρου Κορογιαννάκη, Γ. Βελισσαρίδη, Βάσως Κατράκη και Γιώργου Μανουσάκη.
Το 1966 ο ζωγράφος Βάλιας Σεμερτζίδης αξιοποιώντας την ιδιαίτερη μεικτή τεχνική του της εγχάρακτης ζωγραφικής, αποδίδει με λιτότητα και μεγαλείο την συγκλονιστική ιστορία της εκτέλεσης με το έργο του «Ο χορός του Ναπολέοντα Σουκατζίδη».
Στον κινηματογράφο στην ταινία «Το τελευταίο σημείωμα», του Παντελή Βούλγαρη, το 2017, σε σενάριο του ίδιου και της Ιωάννας Καρυστιάνη οι σκηνές που αποτυπώνουν την αντοχή, το σθένος, την ομοψυχία, τη γενναιοφροσύνη εκείνων των αλύγιστων προκαλούν ρίγη συγκίνησης και θαυμασμό. Λες και οι συντελεστές της ταινίας να είχανε υπόψη τους τις φωτογραφίες – μνημείο που θα έρθουν στο φως της δημοσιότητας εννέα χρόνια μετά.
Οι οποίες φωτογραφίες με τη σειρά τους λειτουργούν πολλαπλασιαστικά σαν εκμαγείο παράγοντας ήδη αποτελέσματα, όπως η τοιχογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το τραγούδι του συγκροτήματος Κοινοί Θνητοί, το σκίτσο του Πάνου Ζάχαρη και δημιουργίες που ίσως ακόμα δε γνωρίζουμε.
Έτσι λοιπόν το ίχνος της αιματοβαμμένης Πρωτομαγιάς του 1944 αποδεικνύεται ισχυρό και διαχρονικό στην εγχώρια Τέχνη. Διατύπωμα που συνδαυλίζει διαρκώς τη μνήμη καθιστώντας την άσβεστη και ισχυρή, αστείρευτη πηγή έμπνευσης και μήτρα αξιών σε έναν περίκλειστο, στεγνό κόσμο που διψά για αλήθεια και πολιτισμό μέσα στα αδιέξοδα και τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού.
Όπως οι επαναστάτες δεν γεννιούνται μέσα από την όποια ευθυγράμμιση των άστρων έτσι και οι διακόσιοι κομμουνιστές της Καισαριανής δεν ήταν υπεράνθρωποι, δεν ήταν υπερήρωες, αλλά είχαν αναλάβει από χρόνια πριν – πολλοί είχαν φυλακισθεί ή εκτοπιστεί πριν τη δικτατορία του Μεταξά- όλα τα ρίσκα των κοινωνικών συγκρούσεων με το αστικό κράτος έχοντας πλήρη επίγνωση του αμείλικτου της ταξικής πάλης που διεξάγουν.
Η βαθιά πίστη στον συλλογικό οργανωμένο αγώνα, η αμείωτη θέληση για ανατροπή του εκμεταλλευτικού συστήματος, η ακράδαντη βεβαιότητα πως ένας κόσμος ισότητας, ειρήνης, δικαιοσύνης με Σοσιαλισμό είναι εφικτός ατσαλώνανε κυριολεκτικά τις αντοχές τους, διαμορφώνανε το χαρακτήρα τους, σμιλεύανε τις σχέσεις τους.
Ήτανε κομμουνιστές, ήτανε Άνθρωποι και στην ύστατη μάχη με το θάνατο ήτανε βέβαιοι πως η ζωή που δίνανε δεν πήγαινε χαμένη, έπιανε κυριολεκτικά τόπο στο παρόν, το παρελθόν, το μέλλον. Δεν ήταν ξόδεμα, ούτε ξόδι μα έξοδος ανάλογη με εκείνη στο Μεσολόγγι. Κι αν ξαναζούσε ο Διονύσιος Σολωμός ίσως να αφιέρωνε το φοβερό στίχο του «τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι» στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
*Η Σωτηρία Μαραγκοζάκη είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας


