Στην πορεία μετατροπής του σε «δεύτερη Σούδα» βρίσκεται το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, το οποίο αποκτά στους υπολογισμούς και στις εκτιμήσεις των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στρατηγικό χαρακτήρα.
Ρεπορτάζ για την Καθημερινή: Βασίλης Νέδος
Τους τελευταίους σχεδόν επτά μήνες από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η παρακαμπτήρια οδός της Αλεξανδρούπολης αποδείχθηκε αξιόπιστη εναλλακτική λύση για τα κλειστά Στενά του Βοσπόρου, γεγονός το οποίο πιστοποιείται από τις χιλιάδες στρατιωτών, αρμάτων μάχης, ελικοπτέρων και λοιπών εξοπλισμών των ΗΠΑ και άλλων νατοϊκών κρατών που μεταφέρθηκαν ταχέως και αποτελεσματικά στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ –από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία μέχρι την Πολωνία– μέσα από ένα μέχρι πρότινος άγνωστο σημείο για τη συντριπτική πλειονότητα των συμμάχων.
Στο πλαίσιο αναβάθμισης των δυνατοτήτων της Αλεξανδρούπολης, οι Αμερικανοί έχουν ήδη προτείνει στην Αθήνα, μέσα από διάφορους διαύλους, κυρίως όμως ανώτατους στρατιωτικούς, την περαιτέρω εκβάθυνση του λιμανιού και την επέκταση, ενδεχομένως και τη δημιουργία νέου προβλήτα.
Σκοπός –όπως αποκαλύπτει σήμερα η «Κ»– είναι σε αρχικό στάδιο να μπορούν να ελλιμενισθούν και να εξυπηρετηθούν από το λιμάνι αντιτορπιλικά του μεγέθους και των δυνατοτήτων της κλάσης «Arleigh Burke» του αμερικανικού ναυτικού. Τα συγκεκριμένα αντιτορπιλικά αποτελούν την αιχμή του ναυτικού αμερικανικού δόρατος, καθώς μεταφέρουν κατευθυνόμενα βλήματα και έχουν ιδιαίτερα αυξημένες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου (και ως εκ τούτου παρεμβολών).
Πηγές με γνώση των συζητήσεων που έχουν γίνει το προηγούμενο χρονικό διάστημα, τόνιζαν ότι εφόσον το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης αποκτήσει δυνατότητα εξυπηρέτησης αμερικανικών αντιτορπιλικών, μακροπρόθεσμα δεν θα πρέπει να αποκλείεται η δυνατότητα προσωρινής φιλοξενίας και ακόμη μεγαλύτερων μάχιμων μονάδων, πέρα, βέβαια, από τα τεράστια μεταγωγικά που ήδη φορτώνουν και ξεφορτώνουν. Σε αυτή την κατεύθυνση πολλά θα κριθούν και από την ταχύτητα με την οποία θα εξελιχθούν οι διαδικασίες ιδιωτικοποίησης του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης.
Σκοπός της αναβάθμισης είναι να εξυπηρετούνται πλοία κλάσης «Arleigh Burke», που μεταφέρουν κατευθυνόμενα βλήματα και έχουν αυξημένες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου.
Η αμερικανική εμπλοκή δεν περιορίζεται στην Αλεξανδρούπολη. Τους τελευταίους μήνες έχει αυξηθεί μετεωρικά και η παρουσία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη Σούδα. Πέρα από τη σταθερή παρουσία ναυτικών και αεροπορικών μονάδων στη Σούδα, υπάρχει μια διαρκής συζήτηση για την αναβάθμιση υποδομών που θα μπορούν να φιλοξενήσουν ολοένα και πιο εξελιγμένα συστήματα. Είτε πρόκειται για UAV μεγάλων δυνατοτήτων, είτε για αεροσκάφη πέμπτης γενιάς όπως τα F-35, οι Αμερικανοί φαίνεται ότι επιθυμούν να μετατρέψουν τη Σούδα σε κόμβο, ο οποίος θα εξυπηρετεί το σύνολο των ενόπλων δυνάμεών τους, σε αεροπορικό και ναυτικό επίπεδο. Ηδη η μεταφορά στοιχείων τα οποία βρίσκονταν μέχρι πρότινος σταθμευμένα μόνιμα σε κάποιες άλλες βάσεις εντός ή εκτός Ευρώπης, στη Σούδα προδίδει αυτή την τάση. Η ενισχυμένη πολυετής Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) Ελλάδας – ΗΠΑ λειτουργεί ως πλαίσιο το οποίο επιτρέπει ταχύτερες διαδικασίες στο Κογκρέσο, αλλά και την αποδέσμευση μεγαλύτερων αμερικανικών πιστώσεων που χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση των στρατιωτικών υποδομών και βάσεων.
Ενιαίος χώρος
Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι αυτό το νοητό τόξο που ξεκινάει από την Αλεξανδρούπολη, διαπερνά το Αιγαίο και φθάνει έως την Κρήτη, οι Αμερικανοί το αντιλαμβάνονται ως ενιαίο επιχειρησιακό χώρο και επιθυμούν να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους όχι μόνο σε δυνάμεις αλλά και σε υποδομές. Η εικόνα αυτή ενισχύεται αν προστεθεί η παρουσία των ΗΠΑ στην αεροπορική βάση της Λάρισας, η οποία ουσιαστικά ανακατασκευάζεται προκειμένου να μπορεί σε εύθετο χρόνο να εξυπηρετεί σε πιο μόνιμη βάση UAV και ιπτάμενα τάνκερ.
Είναι σαφές ότι πέρα από την επιχειρησιακή διάσταση που έχει αυτή η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στην Αλεξανδρούπολη και τη Σούδα, έχει και τεράστια πολιτική σημασία. Ουσιαστικά αποτελεί κινητοποίηση η οποία σε επίπεδο συμμαχίας γίνεται αντιληπτή ως προσπάθεια της Ουάσιγκτον να προφυλαχθεί από την αστάθεια που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή. Ηδη από την επόμενη ημέρα της απόπειρας πραξικοπήματος στην Τουρκία και την ανοιχτά εχθρική αντιμετώπιση που είχαν οι αμερικανικές δυνάμεις στη νευραλγική βάση του Ιντσιρλίκ, στην Ουάσιγκτον άρχισαν να γίνονται αθόρυβες αλλά ουσιαστικές συζητήσεις σχετικά με τον ρόλο της Αγκυρας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο ΝΑΤΟ. Αυτή η γεωπολιτική διάσταση της ενίσχυσης της αμερικανικής παρουσίας στην Ελλάδα δεν διαφεύγει, βεβαίως, ούτε από την Αγκυρα, από την οποία τους τελευταίους μήνες εκπέμπεται σχεδόν μονότονα ένα σήμα μεγεθυνόμενου εκνευρισμού για την υποτιθέμενη εργαλειοποίηση της Αθήνας στο σχέδιο «αποδυνάμωσης» της Τουρκίας από τους δυτικούς.


