Νέο ενεργειακό σοκ απειλεί την ελληνική οικονομία, καθώς η τιμή του φυσικού αερίου εκτινάχθηκε στα 103 ευρώ ανά μεγαβατώρα χθες, καταγράφοντας αύξηση 42,35% σε σύγκριση με τα 72,357 ευρώ της 30ής Σεπτεμβρίου.
Η άνοδος δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για νέο κύμα ακρίβειας, ακριβότερο ηλεκτρικό ρεύμα, αύξηση του κόστους παραγωγής και πιέσεις στην ανάπτυξη. Για την Ελλάδα, που εξαρτάται από τις εισαγωγές φυσικού αερίου, η παραμονή των τιμών σε τόσο υψηλά επίπεδα θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό πλήγμα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η εικόνα του Οκτωβρίου είναι αποκαλυπτική. Με βάση τις 21 ημερήσιες τιμές που παρατίθενται για τον μήνα, ο μέσος όρος της τιμής του TTF διαμορφώθηκε στα 85,94 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η τιμή του φυσικου αερίου ήταν χθες περίπου 19,85% υψηλότερα από αυτόν. Από τα 73,938 ευρώ την 1η Οκτωβρίου, το φυσικό αέριο έφτασε στα 103 ευρώ στο τέλος του μήνα, σημειώνοντας αύξηση 39,31%. Πρόκειται για μια έντονη ανατίμηση, η οποία, εφόσον διατηρηθεί, μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την οικονομική δραστηριότητα.
Τον κίνδυνο αποτυπώνει μελέτη οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2025 με τίτλο «Energy Commodity Price Shocks in the Euro Area». Σύμφωνα με την έρευνα, οι αυξήσεις στις τιμές εισαγόμενης ενέργειας το 2022 πρόσθεσαν περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό της ευρωζώνης και αφαίρεσαν περίπου μία ποσοστιαία μονάδα από την ανάπτυξη.
Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για την Ελλάδα, εάν οι τιμές διατηρηθούν υψηλά;
Η πρώτη πληγή αφορά sτους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Το φυσικό αέριο αποτελεί σημαντικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή στην Ελλάδα και η αύξηση της τιμής του μπορεί να οδηγήσει σε ακριβότερη χονδρεμπορική ηλεκτρική ενέργεια. Εάν οι αυξήσεις περάσουν στα τιμολόγια, νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις θα αντιμετωπίσουν πρόσθετες επιβαρύνσεις. Ενδεικτικά, μια αύξηση 20% σε μηνιαίο λογαριασμό 150 ευρώ μεταφράζεται σε επιπλέον 30 ευρώ, δηλαδή 360 ευρώ ετησίως, εφόσον διατηρηθεί για δώδεκα μήνες.
Η δεύτερη πληγή χτυπά την ελληνική βιομηχανία και τις επενδύσεις. Βιομηχανίες τροφίμων, μεταλλουργικές μονάδες και επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο στην παραγωγή τους αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο σημαντικής αύξησης των λειτουργικών εξόδων. Μια επιχείρηση με ετήσια κατανάλωση 10.000 μεγαβατωρών θα επιβαρυνόταν με επιπλέον 200.000 ευρώ εάν η πραγματική τιμή προμήθειάς της αυξανόταν κατά 20 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους περιορίζει τα περιθώρια κέρδους, δυσκολεύει τον επενδυτικό σχεδιασμό και μπορεί να αποδυναμώσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.
Η τρίτη πληγή αφορά την ακρίβεια στα τρόφιμα και την καθημερινή κατανάλωση. Η ενέργεια επηρεάζει το κόστος λειτουργίας των εργοστασίων τροφίμων, των ψυκτικών εγκαταστάσεων και των καταστημάτων. Όταν οι επιχειρήσεις μετακυλίουν μέρος των αυξήσεων στους καταναλωτές, οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται στους λογαριασμούς ενέργειας, αλλά φτάνουν και στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Για τα νοικοκυριά η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει μικρότερη αγοραστική δύναμη και περιορισμό άλλων δαπανών.
Η τέταρτη πληγή αφορά τον τουρισμό και την ανάπτυξη. Ξενοδοχεία, εστιατόρια και τουριστικές επιχειρήσεις κινδυνεύουν να πληρώσουν ακριβότερα για ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση και ζεστό νερό. Εφόσον οι υψηλές τιμές διατηρηθούν, οι επιχειρήσεις θα αυξήσουν τις τιμές τους, με πιθανές συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Με λίγα λόγια παρατεταμένη άνοδος του φυσικού αερίου δεν απειλεί μόνο τους ενεργειακούς λογαριασμούς, αλλά και την πραγματική οικονομία. Ακριβότερη παραγωγή, μειωμένη κατανάλωση, πιέσεις στις επιχειρήσεις και λιγότερα περιθώρια για επενδύσεις συνθέτουν έναν επικίνδυνο συνδυασμό. Για τα δημόσια οικονομικά οι υφιστάμενες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι εξίσου επιβαρυντικές, καθώς αυξάνουν τις δαπάνες για ανάγκες στήριξης σε ένα περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης.
dnews.gr