Ένα ξύλινο σπίτι γεμάτο αγάπη, ασφάλεια και γνώση

Τον Ιούνιο του 1980, σε ηλικία εννέα ετών, μετακόμισα με την οικογένειά μου στην Αλεξανδρούπολη, στο πλαίσιο της μετάθεσης που πήρε ο πατέρας μου ως αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Ένα από τα πρώτα ζητήματα που επιλήφθηκε η γαλλόφωνη και με σπουδές στη Γαλλία μητέρα μου ήταν η αναζήτηση μίας καθηγήτριας γαλλικών, ώστε να συνεχίσω με επιτυχία την εκμάθηση αυτής της ξένης γλώσσας. Σταχυολογώντας πληροφορίες, έμαθε ότι η καλύτερη καθηγήτρια γαλλικών ήταν η κυρία Αντουανέττα, μία σχετικά μεγάλη σε ηλικία καθηγήτρια αρμενικής καταγωγής, που ζούσε στην πόλη μαζί με τον τυφλό αδελφό της Πιπίνο.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω την πρώτη γνωριμία μαζί της. Φτάσαμε σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι. Η κυρία Αντουανέττα μας υποδέχθηκε με ένα μεγάλο και γλυκύτατο χαμόγελο. Από όσο μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου, το σπίτι της έλαμπε από καθαριότητα και τάξη, όμως αυτό που κυρίως με εντυπωσίασε ήταν η αύρα του.

Όντας παιδί στρατιωτικού με πολλές και συχνές μετακινήσεις σε όλη την Ελλάδα, είχα πάντα τον φόβο και την ανασφάλεια του τι θα αντικρίσω και πώς θα μπορέσω να αφομοιωθώ αλλά και να ανταποκριθώ με επιτυχία στα δεδομένα της εκάστοτε νέας ζωής μας. Το σπίτι της κυρίας Αντουανέττας, εκείνη και ο αδελφός της μου δημιούργησαν αμέσως συναισθήματα ηρεμίας, ασφάλειας, αγάπης και ζεστασιάς. Από την πρώτη στιγμή, θεώρησα το ξύλινο σπίτι όχι έναν απλό εκπαιδευτικό χώρο αλλά ένα ζεστό και ασφαλές καταφύγιο, έναν χώρο βγαλμένο σαν από παραμύθι, όπου θα μπορούσα να περνώ ευχάριστα, ήρεμα και δημιουργικά μερικές ώρες την εβδομάδα, αποβάλλοντας τη  νοσταλγία και συχνά τη μοναξιά που ένοιωθα τότε ως παιδί. Τα μαθήματα μαζί της ήταν γεμάτα αγάπη για τη γαλλική γλώσσα και τον γαλλικό πολιτισμό. Με την ευπροσηγορία, την υπομονή και την εμπειρία της με βοήθησε να αγαπήσω αυτή την ξένη γλώσσα και να θέσω καίριες βάσεις για την μετέπειτα εκπαιδευτική, επαγγελματική και ακαδημαϊκή μου πορεία.

Τι έχει συγκρατήσει η μνήμη μου από όλα αυτά; Τις ασκήσεις, το λεξιλόγιο και τις εκθέσεις; Σίγουρα όχι μόνο αυτά, και όχι κυρίως αυτά. Θυμάμαι τα χέρια της που μοσχοβολούσαν σαπούνι Μασσαλίας, το υπέροχο χαμόγελό της και την υπομονή της, τα τετράδια γαλλικής καλλιγραφίας με τα υπέροχα γράμματά της, τον τέλεια χτενισμένο κότσο της, τον κύριο Πιπίνο που περίμενε μαζί μου σιωπηλός μέχρι να τελειώσει το μάθημα με τον προηγούμενο μαθητή, ίσως και ένα εκκρεμές ρολόι που χτυπούσε.

Όταν ο πατέρας μου πήρε μετάθεση το 1982 ήταν η τελευταία φορά που την είδα. Έχω την εντύπωση πως είχε ήδη αρρωστήσει. Την αποχαιρετήσαμε με την μητέρα μου. Θυμάμαι ακόμα τον πόνο που ένιωσα μέσα μου. Για μια ακόμα φορά έχασα έναν άνθρωπο που είχα αγαπήσει πολύ, που είχα δεθεί μαζί του, έχασα τη δασκάλα μου, έχασα το παραμυθένιο ξύλινο σπιτάκι. Όταν την αποχαιρετούσα, θαύμασα τη δύναμη και την καρτερικότητα με τις οποίες αντιμετώπιζε την ασθένειά της. Ήξερα πως δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ. Ήξερα

όμως πως πάντα θα την είχα μέσα στην καρδιά και στο μυαλό μου. Αγαπημένη μου δασκάλα, θέλω να ξέρεις πως, παρόλο που δεν ήμουν και η  καλύτερη μαθήτρια που είχες, τα κατάφερα στα γαλλικά και στη ζωή μου! Σεαγαπώ πολύ, και σε ευχαριστώ για όσα έκανες για μένα! Παραμένεις ζωντανή στις αναμνήσεις μου, διαρκώς συμβάλλεις με τον τρόπο σου να με καθοδηγείς σε πολλά μονοπάτια της ζωής μου! Πάντα θα σε ευγνωμονώ και πάντα περιμένω εκείνη τη στιγμή που θα ξαναβρεθώ, μεγάλη πια, έξω από το ξύλινο σπιτάκι σου. Και να, νομίζω πως είμαι πάλι μικρό παιδί και σε βλέπω χαμογελαστή να με υποδέχεσαι…..

 

Χριστίνα Α. Οικονομοπούλου

Διδάκτωρ Γενικής & Συγκριτικής Γραμματολογίας, Παν/μιο Sorbonne-Paris IV

Μέλος ΕΕΠ, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Παν/μιο Πελοποννήσου

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο