“Οι Γάλλοι έφυγαν στις 13 και τότε έγινε η τελετή υποστολής της γαλλικής σημαίας και η έπαρση της ελληνικής. Εκείνο το βράδυ, η Αλεξανδρούπολη, το Δεδέαγατς τότε, έμεινε αφύλακτο”, θυμούνται μέλη της πρώτης Προσκοπικής Ομάδας Δεδέαγατς
Του Θεοδώρου Ορδουμποζάνη
Το 1995, όταν ήμουν Περιφερειακός έφορος Προσκόπων Έβρου, μαζί με την Ένωση Παλαιών Προσκόπων Αλεξανδρούπολης, κάναμε μία προσπάθεια να καταγράψουμε την ιστορία του Προσκοπισμού στον Έβρο. Έκπληκτοι τότε διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν ακόμη εν ζωή τρείς συμπολίτες μας, οι οποίοι υπήρξαν μέλη της πρώτης Προσκοπικής Ομάδας Δεδέαγατς, που είχε ιδρυθεί στη πόλη μας το φθινόπωρο του 1919. Επρόκειτο για τον Αθανάσιο Μανιά, τον Αθανάσιο Κριτού και τον Παναγιώτη Καλφούδη που έζησαν όλα τα γεγονότα της απελευθέρωσης της πόλης. Ανήμερα της 75ης επετείου της απελευθέρωσης της πόλης, 14.5.1995, καλέσαμε
τους ανωτέρω να αναπαραστήσουν την ιστορική στιγμή της έπαρσης της Ελληνικής σημαίας την ημέρα της απελευθέρωσης, το δε Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, δια του Εφόρου Περιφερείας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Στάθη Πολυχρονιάδη, Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, παρασημοφόρησε τους ανωτέρω, μαζί με την σημαία της Περιφερειακής Εφορείας Προσκόπων Έβρου, για τις μακρόχρονες υπηρεσίες που προσέφερε ο Τοπικός Προσκοπισμός στη περιοχή.
Στις 19 Μαϊου 1995 στο Δημοτικό Θέατρο Αλεξανδρούπολης, ο αείμνηστος Δήμαρχος Ηλίας Ευαγγελίδης και η Ένωση Παλαιών Προσκόπων Αλεξανδρούπολης τίμησε τους ανωτέρω σε ειδική τελετή. Στις εκδηλώσεις αυτές δεν παρέστη ο Παναγιώτης Καλφούδης, λόγω προβλημάτων υγείας. Στα πλαίσια των ιδίων εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκε στην τοπική τηλεόραση στις 12 Μαΐου 1995 ειδική εκπομπή με τον δημοσιογράφου Δημοσθένη Δούκα, στην οποία οι Αθανάσιος Μανιάς και Αθανάσιος Κριτού διηγήθηκαν πως βίωσαν οι ίδιοι την εποχή της απελευθέρωσης της πόλης.
19 Μαϊου 1995: Ο Δήμαρχος της πόλης Ηλίας Ευαγγελίδης με τα τιμώμενα πρόσωπα Αθανάσιο Κριτού (αριστερά) και Αθανάσιο Μανιά δεξιά.
Οι αφηγήσεις των ανωτέρω, οι οποίοι κατά την απελευθέρωση της πόλης ήταν 11 και 14 ετών αντίστοιχα, έχουν πολύ ενδιαφέρουν κυρίως για ιστορικούς λόγους. Έτσι αφού απομαγνητοφωνήσαμε την συνέντευξή τους, που διήρκησε πλέον των δύο ωρών, παραθέτουμε κάποια, κατά την κρίση μας σημαντικά, αποσπάσματα. Σημειώνεται επίσης ότι οι αφηγήσεις, κατά τις επισκέψεις μας στο σπίτι του στη Μάκρη, για το ίδιο θέμα από τον απουσιάζοντα στη συνέντευξη Παναγιώτη Καλφούδη, συμπίπτουν απολύτως με αυτές του Αθανάσιου Μανιά.
Πώς βίωσε τα γεγονότα ο Αθανάσιος Μανιάς
«……..Ο Χαρίσης Βαμβακάς, με μεγάλη δραστηριότητα και πολύ ζήλο, κατόρθωσε πολύ γρήγορα να επαναπατρίσει όλους τους κατοίκους της Θράκης, οι οποίοι στα χρόνια του πολέμου είχαν καταφύγει στην ελεύθερη Ελλάδα ως πρόσφυγες ή είχαν εκτοπιστεί ως όμηροι στη Βουλγαρία. Κατόρθωσε να λειτουργήσουν όλα τα Ελληνικά σχολεία της Θράκης. Να λειτουργήσουν οι εκκλησίες. Να διορίσει ικανούς Έλληνες υπαλλήλους στις υπηρεσίες της Διασυμμαχικής Κατοχής, να ιδρυθούν και να λειτουργήσουν καταστήματα των Ελληνικών τραπεζών σε όλες τις πόλεις της Δυτικής Θράκης και γενικά με όλα αυτά τα μέτρα να επιτύχει τη γρήγορη αποκατάσταση της Ελληνικής φυσιογνωμίας της περιοχής μας……».
«………Μεταξύ των μέτρων που πήρε ο Βαμβακάς για τον σκοπό αυτό (επαναπατρισμό των προσφύγων Ελλήνων στη Θράκη), ήταν η ίδρυση προσκοπικών ομάδων σε όλες τις πόλεις της Θράκης και φυσικά στο δικό μας τότε Δεδέαγατς. Η προσκοπική μας ομάδα με τις συχνές εξόδους και τις εκδρομές, με ξεδιπλωμένη την ελληνική προσκοπική σημαία, με τις σάλπιγγες και τις τυμπανοκρουσίες, παρελαύνονταςστους κεντρικούς δρόμους της πόλης και τραγουδώντας τα θούρια και τα εμβατήρια της εποχής εκείνης …..προκαλώντας έτσι ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού στους κατοίκους της πόλεως, οι οποίοι προ λίγου καιρού είχαν υποστεί όλη τη βαρβαρότητα και τις καταπιέσεις της Βουλγαρικής κυριαρχίας. Αυτό τόνιζε με έμφαση την ελληνικότητα της Θράκης και δημιουργούσε ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο…….».
Στο σημείο αυτό επιδεικνύεται στον Αθανάσιο Μανιά μια φωτογραφία και την σχολιάζει:
«…..Είναι Πάσχα του 1920. Πίσω από τον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου στην Αλεξανδρούπολη. Πρέπει να είναι Πάσχα, βλέπετε ότι ψήνουμε αρνιά. Εγώ είμαι ο 2ος μετά τον Αρχηγό των Προσκόπων. Είναι ο δάσκαλος ο Σπανός, δίπλα του ο αρχηγός μας Γιώργος Φίτσιος και ο Λαγουμιτζάκης. Έχω μερικούς σημειωμένους, τώρα δεν μπορώ να τους θυμηθώ όλους. Ο Καλφούδης, ο Αποστόλου, με στολή αρχηγού ο Παπαδόπουλος, Μανιάς, Στράτος Παπουτσάκης, Γιορδαμλής, Κοτζιάς και ο Μενέλαος Μαστράφης. Όλοι δυστυχώς είναι πεθαμένοι. Και ο Κοτζιάς. Αυτούς αναγνώρισα. Στη φωτογραφία αυτή είναι και ο πατέρας του μικρότερου προσκόπου που είχαμε τότε στην ομάδα μας, του Ορέστη Κολοζώφ. Ο γιος του είναι σήμερα στέλεχος του Κ.Κ.Ε. Τον είχα τότε στην Ενωμοτία μου……»
Σε τι βαθμό φθάσατε στον Προσκοπισμό;
«…..Εγώ δεν έμεινα και πολύ γιατί έφυγα το 22, όσο ήμουνα στον προσκοπισμό ήμουν αρχηγός της ομάδας, δηλαδή ενωμοτάρχης. Ο Γεώργιος Φίντζος, ήταν ο δάσκαλός μας στο δημοτικό σχολείο και μας έκανε γυμναστική μουσική και ήταν ο αρχηγός όλων των Προσκόπων….»
Πριν από την απελευθέρωση, στις 13 Μαΐου 1920 τι γινόταν;
«…..Καθόμουνα στο σπίτι που κάθεται σήμερα ο Αθανάσιος Χριστοδούλου, στην οδό Παλαιολόγου, ένα διώροφο παλιό σπίτι, δίπλα στο σημερινό ξενοδοχείο «Αθήνα». Εκεί καθόταν ο Ματζίδης, παλιός κάτοικος του Δεδέαγατς και έμπορος, ήταν συνεταίρος του πατέρα μου στον επαναπατρισμό. Όχι, δεν το περιμέναμε. Η έλευση των Ελληνικών στρατευμάτων ήταν εντελώς ξαφνική. Θα σας πω γιατί; Ο Βενιζέλος αγωνιζόταν, όπως σας είπα, στο συνέδριο της ειρήνης, επικαλούμενος τις ένδοξες και λαμπρές νίκες του Ελληνικού στρατού και τη συμβολή του στην έκβαση του τελικού αποτελέσματος του πολέμου υπέρ των συμμάχων. Επικαλούμενος την ελληνικότητα της περιοχής αυτής, αξίωσε από τους συμμάχους την απόδοση της Θράκης στην Ελλάδα, εξαντλώντας όλες του τις διπλωματικές ικανότητες και τα ευφυή επιχειρήματά του για τα οποία εθαυμάστη στα συνέδρια της ειρήνης και δεχθεί πολλές φορές τα συγχαρητήρια των συνέδρων. Τα αποτελέσματα του αγώνα του δεν άργησαν να φανούν, επέτυχε τον γαλλικό στρατό της διασυμμαχικής κατοχής να αντικαταστήσει ο ελληνικός στρατός, ως στρατός διασυμμαχικής κατοχής πάλι……».
«…….Ένα πρωί, στις 13 Μαΐου του 1920, ημέρα Τετάρτη, μας έστειλαν από το σχολείο στα σπίτια μας να βάλουμε τις προσκοπικές μας στολές, προκειμένου να παραστούμε σε μια τελετή υποστολής της γαλλικής σημαίας και της έπαρσης της ελληνικής. Συγκεντρωθήκαμε στο προαύλιο του σχολείου μας, συνταχθήκαμε πρόσκοποι και από εκεί με βήμα καμαρωτό, ζωηροί, ευθαλείς, (ήμασταν καμιά πενηνταριά), με αδιάκοπα σαλπίσματα και τυμπανοκρουσίες, με βήμα καμαρωτοί πορευθήκαμε προς το ταχυδρομείο το σημερινό, το οποίο τότε ήταν το διοικητήριο των διασυμμαχικών δυνάμεων κατοχής. Εμπρός από το διοικητήριο αυτό και σε μια απόσταση 6-7 μέτρων υπήρχε ένας πανύψηλος ιστός πάνω στον οποίο κυμάτιζε η τρίχρωμη σημαία της Γαλλίας. Τέσσερα – πέντε βήματα μετά από τον ιστό αυτό ήταν παραταγμένο ένα απόσπασμα του γαλλικού στρατού, αποικιακού γαλλικού στρατού, από Σενεγαλέζους. Στο αριστερό της παρατάξεως αυτής,
μεταξύ μάλλον του αριστερού της παρατάξεως και της γωνίας του κτιρίου είχαν παραταχθεί καμιά δεκαπενταριά Έλληνες χωροφύλακες και οι επίσημοι τότε της πόλης, ο δήμαρχος, ο δεσπότης, οι εκπαιδευτικοί, οι προϊστάμενοι και οι υπάλληλοι των υπηρεσιών της διασυμμαχικής κατοχής. Στην ανατολική πλευρά μεταξύ του δεξιού της παρατάξεως της στρατιωτικής δυνάμεως και της δυτικής γωνίας του κτιρίου είχε παραταχθεί η προσκοπική μας ομάδα. Αμέσως μετά το πέρας αυτής της παρατάξεως, βγήκε από το κτίριο ο διοικητής των δυνάμεων, Γάλλος αξιωματικός, διοικητής των διασυμμαχικών δυνάμεων κατοχής, συνοδευόμενος από τους επιτελείς του. Και υπό τους ήχους των σαλπίγγων, την παρουσίαση όπλων εκ μέρους του στρατιωτικού αποσπάσματος και των χωροφυλάκων και κοντών από την ομάδα μας. Και ενώ ο Γάλλος διοικητής και οι περί αυτόν αξιωματικοί, σε στάση προσοχής, χαιρετούσαν συντεθλιμμένοι, έγινε η υποστολή της γαλλικής σημαίας.
Με την ίδια ακριβώς διαδικασία ακολούθησε η έπαρση της ελληνικής σημαίας. Μετά το πέρας της σύντομης αυτής τελετής, τα τμήματα αποχώρησαν, οι επίσημοι αποχώρησαν. Και όταν εξαφανίσθηκαν όλοι, δεν ακούστηκαν ζητωκραυγές, δεν ακουστήκαν επευφημίες. Λαός δεν υπήρχε γιατί ήταν τόσο ξαφνικό. Αν και πληροφορήθηκα από τον Χαράλαμπο Καρυωτάκη ότι προ οκταημέρου ήταν γνωστή μια κάποια τέτοια κίνηση, επροετοιμάζοντο δηλαδή εδώ οι αρχές. Αλλά όλα αυτά ήταν απόρρητα, όχι απλά εμπιστευτικά. Αυτά έγιναν γύρω στις δέκα το πρωί…..».
«……Στις 13 Μαΐου δεν υπήρχε ελληνικός στρατός στη πόλη, μόνο 15 χωροφύλακες. Σύμφωνα με τις διαταγές των συμμάχων και τις οδηγίες του Στρατηγού Σαρπή, έπρεπε να αποχωρήσουν τα γαλλικά στρατεύματα πρώτα από τις θέσεις που κατείχαν στη Δυτική Θράκη και να επακολουθήσει η κατάληψη των θέσεων αυτών από τον ελληνικό στρατό εντός του επόμενου εικοσιτετραώρου. Οι Γάλλοι έφυγαν στις 13 και τότε έγινε η τελετή υποστολής της γαλλικής σημαίας και η έπαρση της ελληνικής. Εκείνο το βράδυ,
η Αλεξανδρούπολη, το Δεδέαγατς τότε, έμεινε αφύλακτο διότι έφυγαν τα γαλλικά στρατεύματα, ελληνικός στρατός δεν υπήρχε και ήταν εκτεθειμένο στους κινδύνους προκρίσεως ταραχών από τους Κομιτατζήδες. Και για αυτό την ίδια μέρα συγκροτήθηκε μια ομάδα πολιτοφυλάκων από τους προκρίτους και τους πιο ενεργούς πολίτες της Αλεξανδρούπολης τότε, οι οποίοι όλο εκείνο το βράδυ φύλαγαν όλα τα κύρια σημεία της πόλεως και ιδιαίτερα τη μάνα του νερού όπως τη λέγαμε τότε, το υδραγωγείο για να αποτρέψουν τον κίνδυνο δηλητηριάσεως των υδάτων. Φαντάζεστε την απορία μου, όταν στις 14 το πρωί είδα τον πατέρα μου να επιστρέφει με το «μάλιχερ» στο χέρι και τα «αποσικλίκια» στο στήθος. Αυθόρμητα οργανώθηκαν οι πολιτοφύλακες για να μη μείνει ένα βράδυ αφύλακτη η Αλεξανδρούπολη και κινδύνευε από τους κομιτατζήδες, οι οποίοι γύρευαν ευκαιρία για να δημιουργήσουν προβλήματα στην Ελληνική διοίκηση.».
«……Από τα ξημερώματα, στη θάλασσα μπροστά στο λιμενίσκο τότε του Δεδέαγατς, κατέπλευσε η νηοπομπή η οποία μετέφερε από τον κόλπο των Ελευθερών την μεραρχία υπό τον στρατηγό Μαζαράκη – Αινιάν και άρχισε η αποβίβαση σε μια προβλήτα που είχε ετοιμαστεί προ ολίγων ημερών. Για αυτό λέμε ότι ήταν ίσως γνωστή στους επισήμους, ότι κάτι θα συνέβαινε εκείνες τις ημέρες. Είχε προετοιμασθεί η προβλήτα αυτή από τον διοικητή μηχανικού των δυνάμεων της διασυμμαχικής κατοχής, τον μηχανικό Παπαλεονάρδο, τον οποίο είχε διορίσει ο Βαμβακάς στη θέση αυτή προ καιρού μαζί με τους άλλους Έλληνες υπαλλήλους που διόρισε στις υπηρεσίες της διασυμμαχικής κατοχής. Κυρίως για την αποβίβαση του πυροβολικού και των οχημάτων της μεραρχίας. Στην παραλία είχε συγκεντρωθεί βέβαια κόσμος, ο οποίος, ενθουσιώδης και χαρούμενος, παρακολουθεί την αποβίβαση του στρατού, ο οποίος, όπως είπε ο Θανάσης Κριτού, δεν έμεινε στην Αλεξανδρούπολη, αλλά προωθήθηκε προς το εσωτερικό για να καταλάβει άλλα επίκαιρα σημεία της σιδηροδρομικής γραμμής προς πόταμο, Φέρετσικ κ.λ.π.
Κατά τις 10 το πρωί αποβιβάσθηκε ο Διοικητής της μεραρχίας Μαζαράκης – Αινιάν και συνοδευόμενος από τους Δημογέροντες, τους επισήμους, τον Δεσπότη και τον Δήμαρχο, που πήγαν να τον υποδεχθούν στο καράβι και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, όπου έψαλλει τότε η ευχαριστήριος δοξολογία με τον χοροστατούντα τότε Μητροπολίτη Αργυροκάστρου, γιατί ο Ιωακείμ, έλλειπε, ήταν Συνοδικός. Μετά την δοξολογία επακολούθησε δεξίωση στο Μητροπολιτικό Μέγαρο κατά την οποία υπεγράφη και το πρακτικό για την απελευθέρωση της πόλης από τον Ελληνικό στρατό….».










