28η Οκτωβρίου 1940

                                  ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

( Και περάσανε μέρες πολλές, μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος, τα θηρία 

       και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα).

 «Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει; Μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες  και το σταυρουδάκι του ήλιο. Όπου είχε κράτος και εξουσία η άνοιξη, Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθιο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβία σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια, που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσαν άντρες πολλοί και γυναίκες και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. ΄Οπου έβλεπες άξαφνα την όψη τους τόσες χαρακιές, πού’λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές, μέσα σε λίγην ώρα.»

(Απόσπασμα από το Άξιον Εστί. Για την αντιγραφή Α.Ν.)

Υ.Γ. Κάθε τόσο χτυπούσε δαιμονισμένα η καμπάνα του χωριού μου: “Πήραμε την Κορυτσά, το Αργυρόκαστρο, το Τεπελένι, τη Χειμάρρα, το…, την…”, βγαίναμε στην αλάνα του χωριού μου και πανηγυρίζαμε. Όπου, η φωνή της αλησμόνητης  Σοφίας Βέμπο δονούσε την ατμόσφαιρα: «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά, που σκληρά πολεμάτε, πάνω στα βουνά» ώσπου, στις 6 Απριλίου 1941 εισέβαλαν οι μηχανοκίνητες ορδές του Γ΄ Ράϊχ και νέκρωσαν τα πάντα. Η κήρυξη του πολέμου με βρήκε στη δεύτερη τάξη Γυμνασίου. Με στρατευμένο το μπαμπά μας, αφήνοντας τη μάνα μας να βολοδέρνει με έξη κουτσούβελα, από χαράματα στα χωράφια, ως αργά τα βράδια να πλέκει “τερλίκια, τσουράπια ”, φανέλες, μάλλινα για μας και το στρατό. Ευτυχώς, που είχαμε αρμεγάδια, ζυμωτό σταρένιο ψωμί. Ο τραχανάς, τα γιοφκάγια, το γάλα,  κοτόπουλα, τα όσπρια είχαμε σε επάρκεια και μας κράτησαν στη ζωή. Όταν γύρισε ο μπαμπάς μας από το μέτωπο, τρέξαμε με λαχτάρα να τον αγκαλιάσουμε και μας κράτησε σε απόσταση. Μη με πλησιάζετε, είμαι γεμάτος ψείρες. Και εντεύθεν, πορευτήκαμε μέσα από σκληρή δουλειά, στα χέρσα χωράφια  και δόξα τω Θεό αξιωθήκαμε να χαρούμε οικογένεια. Για τον πόλεμο της Αλβανίας, ο διεθνής τύπος τότε, έπλεξε τα “εγκώμια”, την τεράστια συμβολή της πατρίδας μας, που έδωσε τη δυνατότητα, προετοιμασίας του Ρωσικού Στρατού, της Συμμαχίας, ειδάλλως, όπως έγραψαν οι ιστορικοί, την ορμή που είχε το Γ΄ Ράϊχ και σάρωνε τα πάντα, το ανάχωμα που σήκωσε η πατρίδα μας στις Γερμανικές ορδές, η έκβαση του πολέμου, θα ήταν διαφορετική υπέρ του Ράϊχ. Όμως, όλα αυτά ξεχάστηκαν και σήμερα 77 χρόνια από το 1940, η πατρίδα μας βρίσκεται υπό οικονομική κατοχή άλλη, χειρότερης μορφής, από τους πρώην φίλους και συμμάχους, κοινώς τοκογλύφους. Ακόμη αγωνίζεται η χώρα μας, να πάρει εκείνο το κατοχικό δάνειο, των 30 χιλιάδων λιρών, που υπέγραψε τότε το πανίσχυρο Γ΄Ράϊχ, που ήταν το απόθεμα, ο ιδρώτας του Λαού μας, που το υφάρπαξαν με τη βία και τώρα κάνουν τη παλαβή. Φωνάζει, αγωνίζεται ο Μανόλης Γλέζος, ο Γηραιός μαχητής της κατοχικής Αντίστασης. και νυν Ευρωβουλευτής αλλά ο κ .Σόιμπλέ, περί άλλων τυρβάζει.

Αγαπημένε μου Οδυσσέα.  Που να είσαι να δεις τα χάλια μας. Το αγαπημένο σου Νησί, τη Λέσβο. Γέμισε από αντίσκηνα, παραπήγματα κατατρεγμένων ανθρώπων φυλών και χρωμάτων. Προς δόξα και τιμή του 21ου αιώνα..

Κατά τα άλλα: “΄Ομορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος” καλά κρατεί, καταπώς, λέει και ο εθνικός μας ποιητής.      

 Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΜΑΝΑ, ΣΤΟ ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, πρωτοπόρα στους εθνικούς, Αγώνες, τιμούν

Ιστορικά γεγονότα, με την έκδοση Αναμνηστικών Σειρών Γραμματοσήμων.

Εδώ, απεικονίζουν την Ελληνίδα μάννα, που έγραψε το Αλβανικό Έπος.

(Φωτο. Από τη Συλλογή μου ).

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο