Ικανοποίηση, αλλά και σχετικό προβληματισμό έφερε η πολύ έντονη βροχόπτωση της περασμένης εβδομάδας στη Θράκη. Οι βροχές που καταγράφηκαν τον φετινό Ιανουάριο στην περιοχή ήταν σημαντικές, επισημαίνει ο πρόεδρος του ΓΕΩΤΕΕ Θράκης και γεωπόνος, Τριαντάφυλλος Παπαδάκης, σημειώνοντας ωστόσο ότι παρατηρείται ανομοιομορφία.
Ο ίδιος εξηγεί ότι μέρος αυτού πλημμυρίζει εκτάσεις και θα διαχυθεί στον επιφανειακό ελεύθερο υδροφορέα, χωρίς να φτάσει στα βαθύτερα στρώματα. «Από την παρατήρηση των στοιχείων του δορυφόρου Sentinel διαπιστώνουμε ότι στα πρώτα 30 εκατοστά του εδάφους υπάρχει υπερκορεσμός, ενώ στο επόμενο μέτρο η υγρασία είναι κανονική. Άρα, το νερό θα ανακατανεμηθεί και θα προχωρήσει προς τα κάτω. Για τα υπόγεια νερά που βρίσκονται σε βάθος 100–150 μέτρων, ίσως χρειαστούν χρόνια, για να φτάσει μέχρι εκεί. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε για επάρκεια νερού από βαθιές γεωτρήσεις για τη θερινή περίοδο».
Οι βροχές αλλά και τα χιόνια λειτουργούν γενικά επ’ ωφελεία των καλλιεργειών. «Το σιτάρι περιμένει το νερό στο χωράφι. Ενδεχομένως να χρειαστεί άρδευση την άνοιξη, για να γεμίσει ο σπόρος», αναφέρει. Από την άλλη, ο μεγάλος όγκος νερού μπορεί να προκαλέσει καταστροφές. «Σε ορισμένες περιπτώσεις θα υπάρξουν ζημιές, γιατί ο κάμπος πλημμυρίζει και ενδέχεται να δημιουργηθούν συνθήκες ασφυξίας, δηλαδή να μην αερίζεται επαρκώς το ριζικό σύστημα».
Από τη Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου, ξεκίνησε η καταγραφή ζημιών στη Ροδόπη από τον ΕΛΓΑ, με τα μεγαλύτερα προβλήματα να εντοπίζονται στην περιοχή της Νέας Καλλίστης. Στην Ξάνθη καταγράφηκαν έντονες βροχοπτώσεις, χωρίς όμως να σημειωθούν πλημμυρικά φαινόμενα. Τα όποια προβλήματα σε σιτηρά ή δενδρώδεις καλλιέργειες θα διαπιστωθούν το επόμενο διάστημα.
Το μήνυμα του κ. Παπαδάκη είναι να γίνεται οικονομία στο νερό και να αξιοποιούνται οι υδάτινοι πόροι μέσω έργων ανάσχεσης του νερού στα βουνά, ώστε να περιοριστούν τα φαινόμενα λειψυδρίας των προηγούμενων ετών. «Η κλιματική αλλαγή δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την απότομη άνοδο της θερμοκρασίας, αλλά και από την αιφνίδια μεταβολή των καιρικών συνθηκών και τα ακραία φαινόμενα, όπως αυτά που είδαμε τον φετινό Ιανουάριο». Κλείνοντας, υπογραμμίζει ότι οι προβλέψεις μπορούν να έχουν μέγιστη αξιοπιστία περίπου μία εβδομάδα μπροστά, με σχετικά υψηλή ακρίβεια.


