Του Μενέλαου Μαλτέζου*
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις πιο ύπουλες και επικίνδυνες κρίσεις της: τη δημογραφική.

Η χώρα γερνά, συρρικνώνεται και αποδυναμώνεται εκ των έσω, την ώρα που οι γεωπολιτικές πιέσεις και οι κοινωνικοοικονομικές ανισορροπίες απαιτούν αντοχές και προοπτική. Ο Εβρος, η ακριτική πύλη της χώρας, αποτυπώνει με τον πιο σκληρό τρόπο την πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, καταγράφηκαν 805 γεννήσεις και 2.004 θάνατοι, με καθαρή πληθυσμιακή απώλεια -1.199 κατοίκων σε μόλις έναν χρόνο (ΕΛΣΤΑΤ, 2024). Η απώλεια αυτή δεν είναι συγκυριακή αλλά σταθερή, καθώς από το 2010 οι θάνατοι ξεπερνούν τις γεννήσεις σε εθνικό επίπεδο. Οι συνέπειες είναι άμεσες: σχολεία κλείνουν, αγροτικά ιατρεία μένουν χωρίς προσωπικό, επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν εργατικό δυναμικό, ενώ ο κοινωνικός ιστός διαλύεται.
Η κρίση αυτή έχει βαθύτερες αιτίες. Η γονιμότητα στην Ελλάδα παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, περίπου 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το όριο αναπλήρωσης των 2,1 (Eurostat, 2023). Η ακριβή στέγη, η εργασιακή ανασφάλεια, η μετανάστευση των νέων, οι χαμηλοί μισθοί και η απουσία κοινωνικών υποδομών δημιουργούν ένα πλέγμα αντικινήτρων. Η απόφαση να κάνει κάποιος οικογένεια μετατρέπεται σε υπαρξιακό ρίσκο, αφού η γονεϊκότητα δεν συνοδεύεται από την απαραίτητη στήριξη.
Το 2018 η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε επίσημα το πρόβλημα και συγκρότησε Διακομματική Επιτροπή για το Δημογραφικό με πρωτοβουλία της Φώφης Γεννηματά. Η Επιτροπή κατέθεσε ένα τεκμηριωμένο και εθνικού χαρακτήρα πόρισμα, στο οποίο προτάθηκαν μέτρα όπως η οριζόντια στήριξη για τις γεννήσεις και τις νέες οικογένειες, η αναμόρφωση της φορολογίας και των επιδομάτων υπέρ των πολύτεκνων, τα κίνητρα επιστροφής νέων Ελλήνων από το εξωτερικό και η ενίσχυση πολιτικών ισότητας και συμφιλίωσης οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής (Βουλή των Ελλήνων, 2018). Παρά τη σημασία του το πόρισμα έμεινε ανενεργό: δεν κοστολογήθηκε, δεν μετουσιώθηκε σε Εθνικό Σχέδιο Δημογραφικής Ανασυγκρότησης, δεν αποτέλεσε οδηγό πολιτικής συνέχειας.
Η αιτία αυτής της αδράνειας συνδέεται με την κυριαρχία ενός νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου που αντιμετωπίζει το κοινωνικό κράτος ως κόστος και τις κοινωνικές δαπάνες ως βάρος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η αγορά καλείται να δώσει λύση ακόμη και σε κοινωνικά ζητήματα όπως η υπογεννητικότητα. Ομως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: η αγορά δεν γεννά παιδιά. Οι άνθρωποι γεννούν όταν νιώθουν ασφάλεια, στήριξη και προοπτική. Οι φοροελαφρύνσεις και η συμπίεση των μισθών δεν αρκούν για να ανατρέψουν μια δημογραφική καμπή που έχει ήδη καταστεί μόνιμη.
Ο Εβρος και η Θράκη συνολικά χρειάζονται σήμερα ένα Σχέδιο Δημογραφικής Ανασυγκρότησης με στοχευμένα κίνητρα για εγκατάσταση νέων οικογενειών, επενδύσεις σε στέγαση, παιδικούς σταθμούς, νέες θέσεις εργασίας, αξιοποίηση του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και ενσωμάτωση δημογραφικών κριτηρίων στις κρατικές ενισχύσεις και την περιφερειακή πολιτική. Η διατήρηση του πληθυσμού σε μια ευαίσθητη περιοχή όπως η Θράκη δεν είναι μόνο κοινωνική και οικονομική ανάγκη· είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Ωστόσο η δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να απομονωθεί από το συνολικό παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Η αναστροφή της πορείας απαιτεί ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης με επίκεντρο τον άνθρωπο. Χρειάζεται επένδυση στη γνώση, στην καινοτομία και στη δημιουργία αξιοπρεπών θέσεων εργασίας· ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλειας και της εκπαίδευσης· αναγνώριση της οικογενειακής πολιτικής ως μακροπρόθεσμης επένδυσης και όχι ως λογιστικού βάρους. Μια χώρα που χάνει τον πληθυσμό της χάνει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί. Και καμία ανάπτυξη δεν έχει αξία αν δεν ωφελεί εκείνους που παραμένουν και εκείνους που έρχονται στη ζωή.
*Οικονομολόγος – πρ. βουλευτής Εβρου


