Ο Γιώργος Καλκανίδης ζει στα σύνορα, γυρνά από χωριό σε χωριό και φωτογραφίζει τα έθιμα των ντόπιων. Παρά τις δυσκολίες, δεν σκέφτεται ούτε μια στιγμή να επιστρέψει στην πρωτεύουσα
«ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΙ να με φανταστώ ξανά. Κάπως σφίγγεται το στομάχι μου όταν σκέφτομαι τα δεδομένα. Πιο εύκολα βλέπω μια ενδεχόμενη μετακίνηση στο εξωτερικό παρά εκεί». Αυτά τα πρώτα λόγια του Γιώργου Καλκανίδη, ο οποίος πήρε τη γενναία απόφαση να αφήσει πίσω την πρωτεύουσα ‒και όλες τις ευκαιρίες που θα προέκυπταν γι’ αυτόν εκεί‒ και να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ορεστιάδα.
Γνωρίζει ότι η Ορεστιάδα είναι δεν είναι και ο πιο ελκυστικός προορισμός για όσους επιθυμούν την αποκέντρωση. «Εδώ έρχονται κυρίως όσοι υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας και εκπαιδευτικοί που θέλουν να μαζέψουν μόρια επειδή είναι παραμεθόρια περιοχή», εξηγεί. «Έχει χώρο, όμως, είσαι άνετος. Δεν είναι ο ένας πάνω στον άλλο. Έχει αρκετή ηρεμία, κάποιες φορές βέβαια σε ανησυχητικό βαθμό. Και οικονομικά είναι πολύ πιο προσιτή, δεν έχουν ξεφύγει εδώ ακόμη τα πράγματα», λέει ο Γιώργος.
Κυρίως, όμως, είναι ο τόπος του. «Μεγάλωσα εδώ. Τις διακοπές και τα Σαββατοκύριακα, βέβαια, τα περνούσα στο χωριό μου, τη Μικρή Δοξιπάρα, που βρίσκεται στο βόρειο Έβρο και δεν έχει περισσότερους από εκατό μόνιμους κατοίκους.
«Ήξερα ότι ήταν μεγάλο ρίσκο, όμως ήθελα να το πάρω για να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ, σκεπτόμενος ότι μπορεί οι ευκαιρίες να φαίνονται μετρημένες, αλλά μπορεί και να δημιουργηθούν νέες. Ποτέ δεν ξέρεις».
Το χωριό αυτό με έχει διαμορφώσει σε έναν μεγάλο βαθμό. Εκεί, χάρη στην ανεξαρτησία που είχαμε και το ατελείωτο παιχνίδι, παρά τις δύσκολες συνθήκες ‒για παράδειγμα, τον χειμώνα, το νερό για να κάνουμε μπάνιο το ζεσταίναμε στη σόμπα‒, νομίζω μάθαμε να συζητάμε, να συγχωρούμε, να συνυπάρχουμε, να κερδίζουμε, να χάνουμε», συμπληρώνει.
Στα 18 του έφυγε από τον τόπο του. Όχι, όμως, για την Αθήνα, τη φοβόταν ακόμη. Σπούδασε Λογιστική στη Λάρισα, αλλά τον κέρδισε ένας εντελώς διαφορετικός κλάδος: η φωτογραφία. Μέσω αυτής, βρέθηκε στην πρωτεύουσα. «Στην αρχή η μετάβαση, λόγω του ενθουσιασμού, δεν με δυσκόλεψε». Γρήγορα, όμως, άλλαξε γνώμη.
Από τη μια ο χρόνος που έχανε κάθε μέρα στις μετακινήσεις του, και από την άλλη η ακρίβεια, ειδικά οι τιμές των ενοικίων, τον έβαλαν σε σκέψεις. «Τον χρόνο που χρειαζόμουν στην Αθήνα για να ετοιμαστώ για τη δουλειά, να πάω εκεί, και να γυρίσω, στην Ορεστιάδα προλαβαίνω, εκτός από αυτά, να βγάλω και τον σκύλο βόλτα, να αθληθώ και να φάω. Βέβαια, ένα θέμα είναι και η ποιοτικότερη διατροφή, που στην επαρχία είναι πολύ πιο εύκολο να τη βρεις».
Έναν χρόνο και τρεις μήνες αργότερα, μάζεψε τα πράγματά του και γύρισε πίσω. Έφτιαξε και τον δικό του επαγγελματικό χώρο για να τραβάει φωτογραφίες. «Ήξερα ότι ήταν μεγάλο ρίσκο, όμως ήθελα να το πάρω για να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ, σκεπτόμενος ότι μπορεί οι ευκαιρίες να φαίνονται μετρημένες, αλλά μπορεί και να δημιουργηθούν νέες. Ποτέ δεν ξέρεις».
Δεν έμεινε εκεί. Άρχισε να γυρίζει τα χωριά του Έβρου και να φωτογραφίζει διάφορα έθιμα, γιορτές, παραδοσιακές φορεσιές: στα Αμπελάκια, στην Καβύλη, στη Νέα Βύσσα. «Είναι οι παιδικές αναμνήσεις, οι εικόνες και τα συναισθήματα από το χωριό που προανέφερα, που μου δίνουν μια διαφορετική οπτική όταν φωτογραφίζω όλα αυτά τα έθιμα του τόπου μου. Πιθανόν να είναι και μια διαδικασία που με γυρίζει με κάποιον τρόπο σε εκείνα τα συναισθήματα», λέει ο Γιώργος.
Σήμερα συμπληρώνονται δύο χρόνια από τη «μεγάλη έξοδο», και δεν το έχει μετανιώσει ούτε μια στιγμή. Η αγαπημένη του συνήθεια, όταν δεν φωτογραφίζει, είναι να παίρνει το ποδήλατο και να κάνει βόλτες προς το ποτάμι, στις Καστανιές. «Ξεφεύγω. Είναι σαν ψυχοθεραπεία για μένα».
Δεν σκέφτεται το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην Αθήνα. Δεν είναι, όμως, απόλυτος για τη ζωή εκεί. «Νομίζω, για να έχει κανείς μια πιο σφαιρική γνώμη, θα πρέπει να δοκιμάσει και την επαρχία και τη μεγάλη πόλη. Και οι δύο έχουν να σου προσφέρουν πράγματα. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, θα αναγκαστείς να θυσιάσεις κάποια άλλα».