του Νικόλαου Μπιτσακίδη
Πόσο διαφέρει η σοσιαλδημοκρατία από τον σοσιαλφιλελευθερισμό όταν έρχεται η ώρα της διακυβέρνησης; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στη φορολογία, στους μισθούς ή στις δημόσιες υπηρεσίες, όσο σημαντικά κι αν είναι όλα αυτά. Βρίσκεται και στη σχέση που διαμορφώνει μια κυβέρνηση με τους ανθρώπους στο όνομα των οποίων αποφασίζει. Τους αναγνωρίζει τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν στις συνθήκες της ζωής τους ή τους ζητά να εμπιστευτούν όσους «ξέρουν καλύτερα»; Διαβουλεύεται μαζί τους ή ιδιοποιείται τη φωνή τους;
Η «δεύτερη υπερδύναμη»
Την εποχή που ο Τόνι Μπλερ συμμετείχε στις συνόδους της G8 και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αργότερα, στήριξε με βρετανικά στρατεύματα τον πόλεμο στο Ιράκ, αναπτυσσόταν ένα διεθνές κίνημα αμφισβήτησης. Μετά τις παγκόσμιες αντιπολεμικές διαδηλώσεις του Φεβρουαρίου 2003, οι New York Times έκαναν λόγο για μια «δεύτερη υπερδύναμη»: την παγκόσμια κοινή γνώμη.
Μόνο που δεν επρόκειτο απλώς για κοινή γνώμη. Ήταν άνθρωποι οργανωμένοι σε εργατικά σωματεία, φοιτητικούς συλλόγους, ενώσεις αγροτών και ιθαγενών, ΜΚΟ, εκκλησιαστικές ομάδες, περιβαλλοντικές, ακτιβιστικές και αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες. Ένα ετερόκλητο πλήθος, χωρίς ενιαίο πρόγραμμα ή ηγέτη, που αμφισβητούσε τον τρόπο με τον οποίο κυβερνιόταν ο κόσμος. Στη διαμόρφωση αυτού του κόσμου συμμετείχαν και κυβερνήσεις που επικαλούνταν τη σοσιαλδημοκρατία, δίπλα σε ηγέτες όπως ο Μπερλουσκόνι και ο Μπους.
Και ήταν πολλοί. Από το Σιάτλ το 1999 έως τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις του 2003, άνθρωποι με διαφορετικές αφετηρίες αναγνώριζαν ο ένας τον άλλο ως μέρος μιας σύγκρουσης που ξεπερνούσε τα εθνικά σύνορα. Η Αυτοκρατορία των Χαρντ και Νέγκρι δεν δημιούργησε εκείνα τα κινήματα. Πρόσφερε όμως έναν τρόπο να ερμηνεύσουν την παγκόσμια κλίμακα στην οποία δρούσαν. Αν η κυριαρχία οργανωνόταν πέρα από τα εθνικά σύνορα, μπορούσε και η αντίσταση να σκεφτεί τον εαυτό της σε αντίστοιχη κλίμακα. Οι συμμετέχοντες δεν ζητούσαν μόνο παραχωρήσεις από τους ηγέτες. Φιλοδοξούσαν να αλλάξουν τον κόσμο.
Από το Σιάτλ στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, η ίδια εποχή σημαδεύτηκε από τις ογκώδεις διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Ιράκ και τις κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη το 2003, στις οποίες συμμετείχε, μεταξύ άλλων, το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ. Αργότερα, η μνημονιακή κρίση όξυνε τα προβλήματα επιβίωσης για μεγάλο μέρος του πληθυσμού και ενίσχυσε αποφασιστικά εκλογικά την Αριστερά που υποσχέθηκε να εκφράσει την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Δεν επρόκειτο για τους ίδιους ανθρώπους, το ίδιο κίνημα ή την ίδια συγκυρία. Υπήρχε όμως μια κοινή προσδοκία: ότι η συλλογική αμφισβήτηση μπορεί να μεταβάλει αποφάσεις που παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες.
Οι πολιτικές δυνάμεις που ζήτησαν να εκφράσουν αυτή την προσδοκία βρέθηκαν αντιμέτωπες με τις ευθύνες τους. Αν δεν μπορούσαν να «αλλάξουν την Ευρώπη», όπως διακήρυτταν αρχικά, θα μπορούσαν τουλάχιστον να «κυβερνήσουν την Ελλάδα με άλλο τρόπο»; Το ερώτημα ήταν εύλογο. Το «τουλάχιστον», όμως, έκρυβε μια μετατόπιση. Από τη φιλοδοξία των ανθρώπων να αλλάξουν οι ίδιοι, από τα κάτω και μέσα από διεθνείς κινητοποιήσεις και διακρατική αλληλεγγύη, τις συνθήκες της ζωής τους, περνούσαμε στην προσδοκία ότι μια κυβέρνηση, μέσα στο πλαίσιο ενός εθνικού κράτους, θα το έκανε για λογαριασμό τους.
Δεν είναι αναπόφευκτο η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση να ακυρώνει τη συλλογική δράση. Ούτε είναι αμελητέα μια αύξηση μισθού, η βελτίωση μιας δημόσιας υπηρεσίας ή ένα επίδομα για κάποιον που το έχει ανάγκη. Η ανακούφιση είναι αναγκαία, ακόμη κι αν δεν αρκεί για να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις. Αυτό έγινε ιδιαίτερα ορατό στην Ελλάδα της περιόδου 2015–2019, όταν μια κυβέρνηση της Αριστεράς εφάρμοσε το τρίτο μνημόνιο.
Το ερώτημα είναι αν οι όποιες βελτιώσεις διευρύνουν τη δυνατότητα των ανθρώπων να οργανώνονται και να αποφασίζουν ή αν προσφέρονται με αντάλλαγμα τον περιορισμό τους στον ρόλο του ψηφοφόρου. Φέρνει, τελικά, η κυβερνώσα Αριστερά την οπτική των κινημάτων στην εξουσία ή προϋποθέτει η διακυβέρνησή της την αποδυνάμωση και την ιδιοποίηση της φωνής τους;
Γιατί η ανακούφιση, από μόνη της, δεν είναι χειραφέτηση.
Δύο δοκιμασίες
Από αυτή τη σκοπιά, ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν κρίνεται από το αν είναι «παιδί του Σημίτη». Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός μπορεί να περιγράφει μια πολιτική καταγωγή, δεν εξηγεί όμως τι είδους σχέση προτείνει σήμερα ανάμεσα στην κυβέρνηση και την κοινωνία. Το ερώτημα είναι αν η σοσιαλδημοκρατία που επικαλείται περιορίζεται σε μια δικαιότερη διαχείριση ή αν δίνει στους ανθρώπους πραγματική δυνατότητα να διαμορφώνουν τις αποφάσεις που τους αφορούν.
Η διαφορά φαίνεται εκεί όπου τα συμφέροντα συγκρούονται. Αν μια επένδυση υπόσχεται θέσεις εργασίας αλλά περιορίζει την πρόσβαση σε μια παραλία, ποιοι αποφασίζουν και με ποια ισχύ; Αν μια αλλαγή στην οργάνωση της εργασίας παρουσιάζεται ως αναγκαία για την ανάπτυξη, μπορούν οι εργαζόμενοι να την αμφισβητήσουν και να αλλάξουν τους όρους της ή καλούνται απλώς να εμπιστευτούν ότι μια «δική τους» κυβέρνηση θα προστατεύσει τα συμφέροντά τους;
Σε αυτά τα ερωτήματα δεν αρκεί ως απάντηση η λέξη «διαβούλευση», αν η απόφαση έχει ήδη ληφθεί ερήμην των ενδιαφερομένων. Η δοκιμασία για τον Ανδρουλάκη είναι αν θα αντιμετωπίσει τις κοινωνικές αντιρρήσεις ως εμπόδιο στην εφαρμογή ενός σχεδίου ή ως δύναμη που δικαιούται να μεταβάλει το ίδιο το σχέδιο. Εκεί θα φανεί αν η σοσιαλδημοκρατία του υπόσχεται μόνο ανακούφιση από τα πάνω ή και περισσότερη εξουσία από τα κάτω.
Για τον Αλέξη Τσίπρα, το ερώτημα είναι διαφορετικό. Δεν είναι αν εξακολουθεί να επικαλείται την παλιότερη στήριξη του Τόνι Νέγκρι ούτε αν αναδεικνύει νέα πρόσωπα αντί για παλιούς συντρόφους των κινητοποιήσεων. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να μείνει πιστός σε κάθε ιδέα ή πολιτική ταύτιση της νεότητάς του.
Όποιος όμως άντλησε πολιτική δύναμη από ανθρώπους που αμφισβητούσαν όχι μόνο μια κυβέρνηση αλλά και τον ίδιο τον τρόπο λήψης των αποφάσεων οφείλει να εξηγήσει τι κρατά από εκείνη την αφετηρία.
Στο δημόσιο προφίλ του Τσίπρα συναντά κανείς μια διαδοχή πολιτικών αναφορών: άλλοτε τον Βελουχιώτη, άλλοτε τον Μπερλινγκουέρ, τον Ανδρέα ή τον Λούλα και, πιο πρόσφατα, πρόσωπα μιας νέας αριστερής πολιτικής γενιάς, όπως ο Μαμντάνι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκην ιδεολογική ασυνέπεια. Αναδεικνύει όμως τη δυσκολία να συγκροτηθεί ξανά το συλλογικό πολιτικό υποκείμενο που τον ανέδειξε. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε κοινωνική δυναμική, εμφανίζονται στη θέση της διαδοχικές συμβολικές αναφορές σε διαφορετικές, ενίοτε αντιφατικές, πολιτικές παραδόσεις.
Αν σήμερα καλεί σε σύγκλιση με τη σοσιαλδημοκρατία, ένα πειστικό κυβερνητικό πρόγραμμα δεν αρκεί ως απάντηση. Τι κρατά από τους ανθρώπους που διαδήλωναν με αφορμή τη σύνοδο στο Πόρτο Καρράς, την ώρα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες —ανάμεσά τους και σοσιαλδημοκράτες— υιοθετούσαν ως κατεύθυνση μια «νέα ισορροπία» ανάμεσα στην ευελιξία και την ασφάλεια στην εργασία; Πόση ασφάλεια εξασφάλισε τελικά αυτή η κατεύθυνση στους εργαζομένους; Τους αναγνωρίζει ακόμη λόγο στις συνθήκες της εργασίας και της ζωής τους ή τους θυμάται μόνο ως ακροατήριο μιας παλιότερης υπόσχεσης, την οποία θα θυσίαζε σήμερα στον βωμό της κυβερνησιμότητας;
Και αν σταθούν απέναντι σε μια δική του κυβερνητική επιλογή, θα αντιμετωπίσει τις αντιρρήσεις τους ως πολιτικό λόγο που πρέπει να ακουστεί ή ως πρόβλημα δημόσιας τάξης;
Ένας λανθασμένος, χρήσιμος χάρτης
Ούτε τα κινήματα εκείνης της εποχής είχαν όλες τις απαντήσεις. Εκ των υστέρων, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι οι Χαρντ και Νέγκρι υποτίμησαν την επιμονή των κρατών και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών όταν περιέγραψαν την ανάδυση μιας ενιαίας Αυτοκρατορίας. Σε αυτό το σημείο, η ορθόδοξη λενινιστική Αριστερά είχε ίσως ισχυρότερο θεωρητικό επιχείρημα. Ο κόσμος των ανταγωνισμών ανάμεσα στα κράτη δεν εξαφανίστηκε.
Η ορθότερη ανάλυση, όμως, δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα της εξουσίας. Η υπόσχεση ότι, μετά το κίνημα, ένα κόμμα-πρωτοπορία, μέσα στα όρια ενός εθνικού κράτους, θα αναλάβει να απελευθερώσει την κοινωνία μπορεί να αναπαράγει την απόσταση ανάμεσα σε όσους αποφασίζουν και σε όσους καλούνται να ακολουθήσουν.
Η Αυτοκρατορία δεν αρκεί σήμερα για να εξηγήσει έναν κόσμο όπου τα κράτη, οι πόλεμοι και οι ανταγωνισμοί παραμένουν καθοριστικοί. Χωρίς εκείνον τον, ίσως λανθασμένο, παγκόσμιο χάρτη, όμως, θα μπορούσαν όσοι συμμετείχαν στα κινήματα από το Σιάτλ και έπειτα να δουν τον εαυτό τους ως πολιτική δύναμη; Θα μπορούσαν άνθρωποι που αντιμετωπίζονταν ως πολιτικά δεδομένοι και αδρανείς —άνθρωποι στους οποίους είχε αναγγελθεί αλαζονικά το Τέλος της Ιστορίας— να αποκτήσουν την αυτοπεποίθηση να οργανωθούν συλλογικά και να πουν ότι δεν ζητούν απλώς μια πιο ανθρώπινη διαχείριση, αλλά θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο; Και ότι αυτό είναι εφικτό;
Ίσως, λοιπόν, πρέπει να δεχτούμε ότι οι πολιτικές παραδόσεις κρίνονται όχι μόνο από την ακρίβεια των προβλέψεών τους αλλά και από τις δυνατότητες που ανοίγουν στη συλλογική δράση.
Είμαστε, λοιπόν, και τα λάθη μας ή μόνο όσα αποδείχθηκαν σωστά; Και όταν η πολιτική μετατρέπεται σε επιμελημένο rebranding, τι γίνεται με εκείνους που δεν θέλουν απλώς να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε μια εικόνα του παρελθόντος, αλλά να συμμετάσχουν ξανά στη διαμόρφωση του μέλλοντος;
Το θέαμα
Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο ζήτημα. Δεν είναι η υποκριτική ικανότητα ενός πολιτικού ούτε η αναπόφευκτη παρουσία της επικοινωνίας στην πολιτική. Είναι η αντικατάσταση μιας σχέσης πολιτικής δράσης από την αναπαράστασή της.
Εκεί όπου κάποτε άνθρωποι διαφωνούσαν, οργανώνονταν και δοκίμαζαν να αποφασίσουν μαζί, μπορεί τώρα να προβάλλεται ένα πλάνο από παλιό συλλαλητήριο, μια αναφορά στη «δυναμική των κινημάτων» ή ένα πρόσωπο που υπόσχεται μπροστά στην κάμερα ότι συνεχίζει τον αγώνα. Όσοι συμμετείχαν σε εκείνον τον αγώνα καλούνται να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στην εικόνα, όχι να διαμορφώσουν τις αποφάσεις.
Αυτό αφορά την έννοια του θεάματος στον Ντεμπόρ. Το πρόβλημα δεν είναι οι κάμερες ούτε απλώς η φροντίδα των πολιτικών για την εικόνα τους. Είναι ότι η σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους διαμεσολαβείται από εικόνες: η συλλογική τους δράση παρουσιάζεται ως κάτι που μπορούν να παρακολουθήσουν, να χειροκροτήσουν ή να ψηφίσουν, αλλά όχι να καθορίσουν.
Ο θεατής δεν είναι ανίκανος να κρίνει. Του απομένει, όμως, κυρίως να κρίνει μια πολιτική που άλλοι έχουν ήδη γράψει για λογαριασμό του.
Κάπως έτσι, το «πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο;» γίνεται «ποιος εκφράζει καλύτερα την οργή μας;». Στο τέλος, δεν χρειάζεται καν να εκπροσωπείς ένα κίνημα. Αρκεί να αναπαριστάς πειστικά εκείνον που θα μπορούσε να το εκπροσωπήσει.
Μετά τον Νέγκρι, λοιπόν, ίσως πρέπει να διαβάσουμε και τον Ντεμπόρ. Όχι για να βρούμε καλύτερο τρόπο να παρουσιάσουμε τη σχέση μας με τα κινήματα, αλλά για να αναρωτηθούμε αν αυτή η σχέση υπάρχει ακόμη έξω από την εικόνα της.
Το ερώτημα δεν μπορεί να το απαντήσει κανένας επικοινωνιολόγος στη θέση των ανθρώπων που καλούνται να συμμετάσχουν. Μπορούν να το απαντήσουν μόνο οι ίδιοι, αν αποκτήσουν ξανά τη δυνατότητα να αποφασίζουν μαζί πώς θα αλλάξουν τον κόσμο.


