Η ακρίβεια μειώνει την κατανάλωση, άρα και τα κρατικά έσοδα
Μια ιδιότυπη «ψαλίδα» ανοίγει στα φορολογικά έσοδα όσο οι τιμές των καυσίμων παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Από τη μία πλευρά, οι ακριβότερες τιμές στην αντλία αυξάνουν την αξία πάνω στην οποία υπολογίζεται ο ΦΠΑ, ενισχύοντας τις σχετικές εισπράξεις. Από την άλλη, υπάρχουν ενδείξεις περιορισμού της κατανάλωσης, εξέλιξη που αποτυπώνεται στην πορεία των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης.
Η απόκλιση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία η αμόλυβδη και το πετρέλαιο κίνησης έχουν περάσει το όριο των 2 ευρώ ανά λίτρο, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος των καθημερινών μετακινήσεων.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Υγρών Καυσίμων του υπουργείου Ανάπτυξης, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης έχει φτάσει στα 2,199 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το diesel κίνησης διαμορφώνεται ακόμη υψηλότερα, στα 2,224 ευρώ.
Η επιβάρυνση δεν αφορά μόνο τα νοικοκυριά. Μεταφορές, διανομές και σειρά επαγγελματικών δραστηριοτήτων βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλότερο λειτουργικό κόστος, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων περνούν απευθείας στα έξοδά τους.
Γιατί υποχωρούν οι εισπράξεις από ΕΦΚ
Η πορεία του ΕΦΚ αποτελεί έναν από τους δείκτες που μπορούν να αποτυπώσουν μεταβολές στις ποσότητες καυσίμων που διατίθενται στην αγορά.
Σε αντίθεση με τον ΦΠΑ, ο οποίος αυξάνεται όσο ανεβαίνει η τελική τιμή του προϊόντος, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης επιβάλλεται ως συγκεκριμένο ποσό ανά μονάδα προϊόντος. Επομένως, η αύξηση της τιμής της βενζίνης ή του diesel δεν συνεπάγεται αυτομάτως περισσότερα έσοδα από ΕΦΚ.
Εάν, αντίθετα, οι καταναλωτές περιορίσουν τις ποσότητες που αγοράζουν λόγω των υψηλών τιμών, οι εισπράξεις από τον συγκεκριμένο φόρο δέχονται πίεση.
Τον Αύγουστο τα έσοδα από ΕΦΚ ανήλθαν σε 698 εκατ. ευρώ και ήταν κατά 6 εκατ. ευρώ χαμηλότερα από τον μηνιαίο στόχο.
Το στοιχείο έχει πρόσθετη σημασία, καθώς οι τιμές των καυσίμων εκείνη την περίοδο δεν είχαν ακόμη φτάσει στα σημερινά επίπεδα. Έτσι, η εξέλιξη των εισπράξεων κατά τους επόμενους μήνες θα δείξει εάν η απόκλιση διευρύνεται καθώς το κόστος στην αντλία παραμένει υψηλό.
Η ακρίβεια ενισχύει τον ΦΠΑ
Στην αντίθετη κατεύθυνση κινούνται τα έσοδα από ΦΠΑ. Στο οκτάμηνο οι συνολικές εισπράξεις έφτασαν τα 20,544 δισ. ευρώ. Ακόμη και μετά την αφαίρεση ποσού 306 εκατ. ευρώ που σχετίζεται με τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, τα έσοδα εμφανίζονται κατά 905 εκατ. ευρώ υψηλότερα από τον στόχο.
Ανάλογη εικόνα καταγράφηκε και τον Αύγουστο, όταν οι εισπράξεις από ΦΠΑ ανήλθαν σε 2,804 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 166 εκατ. ευρώ.
Οι ανατιμήσεις λειτουργούν ενισχυτικά για τα έσοδα από ΦΠΑ, καθώς ο φόρος υπολογίζεται ως ποσοστό επί της αξίας του προϊόντος. Όσο ακριβότερη γίνεται η βενζίνη ή το diesel, τόσο αυξάνεται – εφόσον δεν υπάρξει αντίστοιχη μεγάλη πτώση της κατανάλωσης – και το ποσό του ΦΠΑ που ενσωματώνεται στην τελική τιμή.
Δημιουργείται έτσι ένα φορολογικό παράδοξο: η ίδια αύξηση των τιμών που μπορεί να ενισχύει τα έσοδα από ΦΠΑ, μπορεί ταυτόχρονα να πιέζει τις εισπράξεις από ΕΦΚ εφόσον οδηγεί τους καταναλωτές σε λιγότερες μετακινήσεις και μικρότερες αγορές καυσίμων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον εάν η υστέρηση των 193 εκατ. ευρώ αποτελεί προσωρινή απόκλιση από τον προϋπολογισμό ή την αρχή μιας πιο σταθερής μεταβολής στην κατανάλωση.
Η διάρκεια της ενεργειακής ακρίβειας θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Όσο περισσότερο παραμένουν βενζίνη και diesel πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα νοικοκυριά και επιχειρήσεις να προσαρμόσουν τις μετακινήσεις και την κατανάλωσή τους στα νέα δεδομένα.
Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερη βαρύτητα θα έχουν τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου, καθώς θα ενσωματώνουν μεγαλύτερο μέρος της πρόσφατης ανόδου των τιμών.
Νέες παρεμβάσεις για diesel και θέρμανση
Την ίδια στιγμή, το ενδιαφέρον στρέφεται στις παρεμβάσεις για την ανάσχεση του κόστους των καυσίμων.
Στις 30 Σεπτεμβρίου αναμένεται να ανακοινωθεί η επέκταση της επιδότησης στο diesel κίνησης για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου.
Θα ακολουθήσει νέος γύρος ανακοινώσεων στις 14 Οκτωβρίου, τόσο για το πετρέλαιο κίνησης κατά το δεύτερο μισό του μήνα όσο και για το πετρέλαιο θέρμανσης, η διάθεση του οποίου αρχίζει στις 15 Οκτωβρίου.
Οι αποφάσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όσο πλησιάζει η έναρξη της περιόδου θέρμανσης, καθώς το ζητούμενο δεν περιορίζεται πλέον στην επιβάρυνση των οδηγών στην αντλία, αλλά επεκτείνεται στο ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών κατά τους χειμερινούς μήνες.
imerisia.gr


