52 χρόνια από την 3η Σεπτέμβρη: Από την «Αλλαγή», στην Ελλάδα του 2026.
Τι άλλαξε και τι έμεινε ίδιο;
Του Θόδωρου Ορδουμποζάνη
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1974, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ίδρυσε απλώς ένα κόμμα. Διατύπωσε μια πολιτική καταγγελία για την Ελλάδα της εποχής του και ταυτόχρονα ένα πολιτικό σχέδιο για την Ελλάδα που ήθελε να έρθει.
Η Εθνική Ανεξαρτησία, η Λαϊκή Κυριαρχία, η Κοινωνική Απελευθέρωση και η Δημοκρατική Διαδικασία ήταν οι τέσσερις βασικοί πυλώνες της Διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη.
Τότε η Ελλάδα έβγαινε από επτά χρόνια δικτατορίας. Σήμερα, 52 χρόνια αργότερα, η χώρα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, διαθέτει πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, σύγχρονες υποδομές, καθολική σχεδόν πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγεία και μια δημοκρατία που, παρά τις κρίσεις της, έχει αντέξει μισό αιώνα.
Άρα, το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα άλλαξε. Άλλαξε δραματικά.
Το ερώτημα είναι άλλο: Άλλαξε προς την κατεύθυνση που υποσχέθηκε η Μεταπολίτευση; Και, κυρίως, πόσο από την «Αλλαγή» άντεξε στον χρόνο;
Το 1974 είμασταν μια φτωχότερη χώρα, αλλά με υψηλές προσδοκίες
Η Ελλάδα του 1974 ήταν μια χώρα 9 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η οικονομία ήταν πολύ μικρότερη από τη σημερινή. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν σε επίπεδα που σήμερα μοιάζουν σχεδόν απίστευτα. Η Παγκόσμια Τράπεζα υπολόγιζε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ/ΑΕΕ του 1974 περίπου στα 1.780 δολάρια, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ ήταν περίπου 113 δισ. δολάρια με τις τότε συναλλαγματικές ισοτιμίες. Η εικόνα της παραγωγής ήταν επίσης εντελώς διαφορετική. Η γεωργία απασχολούσε περίπου το 40% του εργατικού δυναμικού στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ενώ σήμερα η ελληνική οικονομία στηρίζεται συντριπτικά στις υπηρεσίες. Το 1974, όμως, δεν ήταν μόνο η χρονιά μιας οικονομίας που προσπαθούσε να εκσυγχρονιστεί. Ήταν η χρονιά μιας κοινωνίας που ζητούσε δικαιώματα, αξιοπρέπεια και συμμετοχή. Και γι’ αυτό η 3η Σεπτέμβρη είχε τόσο μεγάλη απήχηση.

Το πρώτο μεγάλο «ναι»: η Ελλάδα έγινε πραγματικά δημοκρατική
Εδώ η ιστορική αποτίμηση είναι καθαρή. Το 1974 ο πολίτης έβγαινε από μια δικτατορία.
Το 2026 ο πολίτης ζει σε μια σταθερή κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα των 52 χρόνων.
Οι πολιτικές ελευθερίες διευρύνθηκαν. Τα κόμματα λειτουργούν ελεύθερα. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν με εκλογές. Η χώρα απέκτησε νέο συνταγματικό πλαίσιο το 1975. Η μοναρχία καταργήθηκε με το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1974. Και το ΠΑΣΟΚ, από μικρό κόμμα της πρώτης Μεταπολίτευσης, έγινε το 1981 ο φορέας μιας ιστορικής πολιτικής ανατροπής.
Η περίφημη «Αλλαγή» δεν ήταν απλώς αλλαγή κυβέρνησης. Ήταν αλλαγή κοινωνικών συσχετισμών.
Για πρώτη φορά μεγάλα τμήματα της κοινωνίας που αισθάνονταν πολιτικά αποκλεισμένα απέκτησαν ισχυρή εκπροσώπηση.
Αλλά εδώ αρχίζει και η δύσκολη συζήτηση.
α) ΑΕΠ: Πλουσιότερη χώρα — αλλά όχι τόσο πλούσια όσο θα περίμενε κανείς. Το ελληνικό ΑΕΠ σήμερα βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική τάξη μεγέθους. Η Παγκόσμια Τράπεζα καταγράφει για την Ελλάδα ονομαστικό ΑΕΠ περίπου 256,2 δισ. δολάρια το 2024, έναντι περίπου 113,1 δισ. δολαρίων το 1974 σε τρέχουσες τιμές δολαρίου.
Όμως η σύγκριση αυτή θέλει προσοχή: οι ονομαστικές αξίες σε δολάρια επηρεάζονται από τον πληθωρισμό και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και δεν αποτελούν από μόνες τους μέτρο της πραγματικής ευημερίας.
Η πραγματική εικόνα είναι σαφής:
β) Η Ελλάδα του 2026 είναι πολύ πλουσιότερη από την Ελλάδα του 1974. Έχει δρόμους, αεροδρόμια, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, τηλεπικοινωνίες, ψηφιακές υπηρεσίες και καταναλωτικές δυνατότητες που το 1974 θα έμοιαζαν με επιστημονική φαντασία.
Και όμως, υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση. Το ελληνικό ΑΕΠ σήμερα παραμένει μικρό σε σχέση με τις δυνατότητες μιας χώρας της Ευρωζώνης.
Και το σημαντικότερο: η αύξηση του πλούτου δεν μοιράστηκε πάντοτε με τρόπο που να γίνεται αντιληπτός ως κοινωνική πρόοδος από όλους.
γ) Μισθοί: περισσότερα ευρώ, αλλά πόση αγοραστική δύναμη; Εδώ χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή. Δεν υπάρχει μία απλή, απολύτως συγκρίσιμη σειρά «μέσου μισθού 1974–2026» που να επιτρέπει να πούμε με σοβαρότητα ότι ο Έλληνας του 1974 έπαιρνε Χ και ο Έλληνας του 2026 παίρνει Ψ.Τ ο νόμισμα, οι συλλογικές συμβάσεις, οι φορολογικές επιβαρύνσεις, οι ώρες εργασίας και η στατιστική μεθοδολογία έχουν αλλάξει.
Υπάρχει όμως ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο αναφοράς. Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει τις μέσες ετήσιες μικτές αποδοχές πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα στα περίπου 25.680 ευρώ το 2024. Η ίδια σειρά δείχνει ότι οι μέσες αποδοχές είχαν φτάσει περίπου τα 24.570 ευρώ το 2009, υποχώρησαν έντονα στα χρόνια της κρίσης και στη συνέχεια ανέκαμψαν. Με άλλα λόγια: ο μισθός αυξήθηκε, αλλά η Ελλάδα πέρασε και από μια δεκαετία όπου οι αμοιβές έγιναν θύμα της κρίσης.
Και σήμερα υπάρχει ένα άλλο πρόβλημα.
Ο εργαζόμενος δεν συγκρίνει τον μισθό του με το 1974. Τον συγκρίνει με το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, τον λογαριασμό του ρεύματος και τη δόση του στεγαστικού. Εκεί βρίσκεται η πραγματική πολιτική δοκιμασία της εποχής μας.
δ) Ανεργία: από την «πλήρη απασχόληση» στην ανασφάλεια. Για το 1974 δεν υπάρχει αξιόπιστη, απολύτως συγκρίσιμη με τη σημερινή μέτρηση της ανεργίας. Οι ιστορικές στατιστικές της εποχής δεν ακολουθούν τη σημερινή μεθοδολογία. Και αυτό από μόνο του λέει κάτι για την αλλαγή της χώρας.
Σήμερα διαθέτουμε ένα πολύ πιο οργανωμένο σύστημα καταγραφής της αγοράς εργασίας.
Η ανεργία, μετά το πρωτοφανές επίπεδο της κρίσης, έχει μειωθεί σημαντικά. Η Παγκόσμια Τράπεζα καταγράφει για την Ελλάδα ανεργία περίπου 8,5% το 2025 με τη μοντελοποιημένη εκτίμηση της ILO. Αλλά η μεγάλη πληγή είναι οι νέοι. Γιατί μπορεί η ανεργία να μειώθηκε, αλλά η νέα γενιά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλότερη ανεργία και πολύ μεγαλύτερη εργασιακή αβεβαιότητα από αυτήν που θα περίμενε μια ευρωπαϊκή οικονομία.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο: «Αν Έχουμε δουλειές;» . Το ερώτημα είναι: «Έχουμε δουλειές με τις οποίες μπορεί ένας νέος άνθρωπος να ζήσει αξιοπρεπώς;»
ε) Το δημόσιο χρέος: εδώ η ιστορία γίνεται σκληρή
Αν υπάρχει ένας δείκτης που αποτυπώνει με δραματικό τρόπο τις αντιφάσεις της Μεταπολίτευσης, είναι το δημόσιο χρέος.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η ιστορική καταγραφή της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνει ότι το χρέος αυξήθηκε σταδιακά τις επόμενες δεκαετίες. Το 1980 ήταν περίπου 22,8% του ΑΕΠ. Το 1990 είχε φθάσει περίπου στο 74%, ενώ τη δεκαετία του 1990 ξεπέρασε το 100%. Μετά την κρίση έφθασε σε ακραία επίπεδα: πάνω από 200% του ΑΕΠ το 2020. Σήμερα έχει μειωθεί σημαντικά, αλλά παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2025 η Ελλάδα εξακολουθούσε να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ, στο 146,1% του ΑΕΠ, αν και ήταν μειωμένο κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024.
Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο:
Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε καταγγέλλοντας την εξάρτηση. Η Ελλάδα του 2010 βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με μια μορφή οικονομικής εξάρτησης.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν ερχόταν από τη δικτατορία ή από τις μεγάλες δυνάμεις.
Ερχόταν από το χρέος.
στ) Πληθυσμός: 9 εκατομμύρια τότε, περίπου 10,4 σήμερα — αλλά λιγότερα παιδιά
Το δημογραφικό είναι ίσως το πρόβλημα που κανένα μεγάλο πολιτικό σχέδιο της Μεταπολίτευσης δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει. Η Ελλάδα είχε περίπου 8,9 εκατομμύρια κατοίκους το 1974. Στην απογραφή του 2021 ο μόνιμος πληθυσμός ήταν 10.482.487.
Σήμερα, οι εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας τοποθετούν τον πληθυσμό περίπου στα 10,4 εκατομμύρια. Άρα η χώρα δεν ερήμωσε. Αλλά γέρασε. Και αυτό είναι πολύ σημαντικότερο.
Στην απογραφή του 2021, οι ηλικίες 20–29 είχαν μειωθεί κατά 22% και οι ηλικίες 30–39 κατά 23,2% σε σχέση με το 2011, ενώ οι ηλικίες 60–69 αυξήθηκαν κατά 16,8% και οι άνω των 80 κατά 31,3%. Η Ελλάδα του 1974 είχε πρόβλημα φτώχειας και μετανάστευσης. Η Ελλάδα του 2026 έχει πρόβλημα γήρανσης και υπογεννητικότητας. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο στοίχημα των επόμενων 30 χρόνων.
ζ) Υγεία: από την ανυπαρξία ΕΣΥ στην υπερπληθώρα γιατρών — και την έλλειψη νοσηλευτών. Το 1974 η δημόσια υγεία βρισκόταν μπροστά σε μια τεράστια πρόκληση.
Η δημιουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας το 1983 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σήμερα η Ελλάδα διαθέτει πολύ περισσότερες δυνατότητες ιατρικής περίθαλψης, σύγχρονη τεχνολογία και πολύ μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Το προσδόκιμο ζωής έχει φτάσει περίπου τα 82 έτη. Όμως και εδώ υπάρχει το ελληνικό παράδοξο. Η χώρα έχει 6,6 αδειοδοτημένους γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 3,9 κατά μέσο όρο στους γιατρούς που ασκούν το επάγγελμα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Ταυτόχρονα έχει μόλις 3,8 ασκούμενους νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 9,2 στον ΟΟΣΑ. Δηλαδή: έχουμε πολλούς γιατρούς και πολύ λιγότερους νοσηλευτές απ’ όσους χρειάζεται ένα σύγχρονο σύστημα υγείας. Και δαπανούμε περίπου 8,1% του ΑΕΠ για την υγεία, έναντι 9,3% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Η κοινωνική κατάκτηση λοιπόν έγινε. Αλλά δεν ολοκληρώθηκε.
η) Παιδεία: από το 2,7% του ΑΕΠ στην Ελλάδα των πανεπιστημίων — και πάλι με το ίδιο παράπονο. Το 1974 οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση αντιστοιχούσαν περίπου στο 2,7% του ΑΕΠ. Αν συνυπολογιστούν και οι ιδιωτικές δαπάνες, το ποσοστό έφθανε περίπου στο 3,8%. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση διευρύνθηκε θεαματικά τις επόμενες δεκαετίες.
Η Ελλάδα του 2026 είναι μια κοινωνία με εκατομμύρια ανθρώπους υψηλότερης εκπαίδευσης και με πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην ανώτατη εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας. Αλλά το πρόβλημα μετακινήθηκε. Δεν είναι πλέον μόνο: «Μπορείς να σπουδάσεις;» Είναι: «Μπορείς να σπουδάσεις και μετά να ζήσεις από αυτό που σπούδασες στην Ελλάδα;» . Και αυτή η ερώτηση συνδέεται ευθέως με το brain drain.
θ) Και φτάνουμε στο σπίτι: η μεγάλη ήττα της σημερινής γενιάς
Ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στο κοινωνικό όραμα της 3ης Σεπτέμβρη και στην καθημερινότητα του 2026. Η Ελλάδα του 1974 ήταν φτωχότερη, αλλά η κατοικία ήταν πολύ πιο προσιτή σε σχέση με το εισόδημα. Σήμερα η κατοικία έχει γίνει ένας από τους βασικότερους παράγοντες κοινωνικής ανισότητας. Τα τελευταία χρόνια οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια αυξάνονται. Η Eurostat καταγράφει ότι και το 2026 οι τιμές κατοικιών και τα ενοίκια εξακολουθούν να αυξάνονται στην Ευρώπη, ενώ για την Ελλάδα σημειώθηκε άνοδος των ενοικίων κατά 5% σε ετήσια βάση στο α’ τρίμηνο του 2026. Και αυτό δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό χάσμα: Ο άνθρωπος που έχει ήδη σπίτι αισθάνεται την ακρίβεια. Ο άνθρωπος που πρέπει να νοικιάσει σπίτι αισθάνεται ότι ξεκινά τη ζωή του με μειονέκτημα.
Η ιδιοκτησία που κάποτε αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας κινδυνεύει να γίνει κληρονομικό προνόμιο. Αυτό είναι ίσως το πιο αιχμηρό ερώτημα για την Ελλάδα του 2026.
Η μεγάλη αντίφαση της Μεταπολίτευσης
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Η Ελλάδα κέρδισε τη δημοκρατία. Κέρδισε το κοινωνικό κράτος.
Έγινε ευρωπαϊκή. Έγινε πλουσιότερη, πιο μορφωμένη, τεχνολογικά σύγχρονη. Αλλά δεν κατάφερε να γίνει αντίστοιχα παραγωγική, θεσμικά αποτελεσματική και κοινωνικά δίκαιη.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη κριτική που μπορεί να γίνει όχι μόνο στο ΠΑΣΟΚ, αλλά σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης. Γιατί η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης κατάφερε να διανείμει περισσότερο πλούτο απ’ ό,τι μπορούσε να παράγει σταθερά. Κατάφερε να δημιουργήσει προσδοκίες γρηγορότερα απ’ ό,τι δημιούργησε παραγωγικές δυνατότητες. Κατάφερε να διευρύνει το κράτος, αλλά όχι πάντοτε να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά του.
Και κάποια στιγμή ο λογαριασμός ήρθε το δημόσιο χρέος με τα μνημόνια. Ήρθε με τη μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων νέων επιστημόνων. Ήρθε με την απώλεια εισοδήματος. Ήρθε με την αίσθηση ότι μια ολόκληρη γενιά πλήρωσε για τα λάθη των προηγούμενων.
3η Σεπτέμβρη 1974 – 3η Σεπτέμβρη 2026
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να αντιμετωπίσουμε την 3η Σεπτέμβρη σαν ένα κομματικό μνημόσυνο. Το δεύτερο μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να την αντιμετωπίσουμε σαν μια ιδεολογική συνταγή που μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσια σήμερα.
Το 1974 η λέξη «Αλλαγή» σήμαινε να ανοίξει το πολιτικό σύστημα και η λέξη «Αλλαγή» να σημαίνει το κάτι άλλο: Να αλλάξουν το παραγωγικό μοντέλο, η σχέση του πολίτη με το κράτος, η σχέση μισθού και κόστους ζωής. Να γίνει η κατοικία ξανά δικαίωμα και όχι προνόμιο. Να σταματήσει η δημογραφική συρρίκνωση. Να αποκτήσει η δημόσια υγεία το προσωπικό που χρειάζεται. Να αποκτήσει η παιδεία σύνδεση με την παραγωγή και την καινοτομία. Να μπορεί ένας νέος άνθρωπος να σπουδάζει στην Ελλάδα, να εργάζεται στην Ελλάδα και να δημιουργεί οικογένεια στην Ελλάδα χωρίς να αισθάνεται ότι τιμωρείται επειδή γεννήθηκε εδώ.
Από την «Αλλαγή» στην «Αναγέννηση»
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα της 3ης Σεπτέμβρη του 2026 δεν είναι αν δικαιώθηκε ή απέτυχε το ΠΑΣΟΚ. Η ιστορία είναι πολύ πιο σύνθετη για τέτοιες εύκολες απαντήσεις.
Το ΠΑΣΟΚ άλλαξε την Ελλάδα. Αλλά και η Ελλάδα άλλαξε το ΠΑΣΟΚ.
Και η Μεταπολίτευση άλλαξε και τα δύο.
Το κόμμα που γεννήθηκε το 1974 ως ριζοσπαστική αμφισβήτηση του κατεστημένου κυβέρνησε για δεκαετίες, δημιούργησε θεσμούς και κοινωνικές κατακτήσεις, αλλά συνδέθηκε επίσης με τις παθογένειες του πελατειακού κράτους, τον υπερδανεισμό και την πολιτική λογική του «όλα τώρα». Αυτό όμως δεν ακυρώνει τις κατακτήσεις. Ούτε οι κατακτήσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται για να συγκαλύπτουν τα λάθη.
Η ώριμη αποτίμηση της 3ης Σεπτέμβρη πρέπει να κάνει και τα δύο.
Να αναγνωρίζει τι άλλαξε. Και να έχει το θάρρος να πει τι δεν άλλαξε. Γιατί 52 χρόνια μετά, η Ελλάδα δεν έχει πλέον ανάγκη από μια ακόμη «Αλλαγή» με την έννοια του 1981. Έχει ανάγκη από κάτι δυσκολότερο: μια νέα κοινωνική συμφωνία.
Μια συμφωνία που θα μετατρέψει την οικονομική ανάπτυξη σε πραγματική ευημερία, τη δημοκρατία σε ουσιαστική συμμετοχή, το κράτος σε αποτελεσματικό θεσμό και την κοινωνική προστασία σε πραγματική ασφάλεια — όχι σε πελατειακή εξάρτηση.
Το 1974 το σύνθημα ήταν: «Αλλαγή».
Το 2026 το ζητούμενο ίσως είναι: «Αλλαγή χωρίς αυταπάτες».
Γιατί η Ελλάδα των 10,4 εκατομμυρίων κατοίκων, της Ευρωζώνης, της ψηφιακής εποχής και του 146% του ΑΕΠ δημόσιου χρέους δεν είναι πια η Ελλάδα που περιέγραφε η Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη.
Αλλά τα τέσσερα ερωτήματα που έθετε — ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση, δημοκρατία — εξακολουθούν να μας αφορούν.
Μόνο που σήμερα πρέπει να τα απαντήσουμε με άλλους όρους. Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική πρόκληση της επετείου:
Να μην αναρωτιόμαστε μόνο τι άλλαξε από το 1974 μέχρι σήμερα.
Να αποφασίσουμε τι πρέπει να αλλάξει από σήμερα μέχρι το 2074.


