IOBE και ΕΛΣΤΑΤ διαπιστώνουν “χάσμα” μισθών και ακρίβειας
Η ακρίβεια στα τρόφιμα έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο επίμονες πιέσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, μέσα σε μία δεκαετία, από το 2016 έως το 2025, οι τιμές των τροφίμων και των μη αλκοολούχων ποτών αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 36%, αλλάζοντας ουσιαστικά το κόστος της καθημερινότητας και περιορίζοντας τα περιθώρια του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 2020-2025 αποτυπώνουν ακριβώς αυτή τη σύνθετη εικόνα. Οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας ανά μισθωτό, μετά τη μείωση κατά 0,5% το 2020, επέστρεψαν σε θετικούς ρυθμούς, με αυξήσεις 1,6% το 2021, 2% το 2022 και 3,3% το 2023. Η μεγαλύτερη άνοδος καταγράφηκε το 2024, στο 5,8%, ενώ το 2025 ο ρυθμός περιορίστηκε στο 3,5%.
Η σύγκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή τα τρόφιμα δεν αποτελούν μια δαπάνη που μπορεί εύκολα να αναβληθεί. Σε αντίθεση με άλλες αγορές, τα νοικοκυριά έχουν περιορισμένα περιθώρια να μειώσουν δραστικά τη δαπάνη για βασικά αγαθά. Έτσι, όταν το κόστος του σούπερ μάρκετ αυξάνεται ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα, η πίεση γίνεται άμεσα αισθητή, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.
Κόστος εργασίας
Την ίδια ώρα, η παραγωγικότητα της εργασίας κινήθηκε με έντονες διακυμάνσεις. Μετά την πτώση κατά 6% το 2020, αυξήθηκε κατά 4,1% το 2021 και κατά 9,6% το 2022, πριν επιβραδυνθεί στο 5,3% το 2023, στο 3,8% το 2024 και στο 3,4% το 2025.
Στην Ελλάδα, το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε κατά 6,8% το 2020, μειώθηκε κατά 1,7% το 2021 και παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο το 2022. Στη συνέχεια, όμως, αυξήθηκε κατά 3,2% το 2023, 4,6% το 2024 και 2,3% το 2025.
Η συνολική εικόνα δείχνει, επομένως, μια οικονομία στην οποία οι μισθοί ανακάμπτουν, αλλά η ακρίβεια έχει ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Η σωρευτική αύξηση 36% στις τιμές των τροφίμων εξηγεί γιατί πολλά νοικοκυριά δεν αισθάνονται αντίστοιχη βελτίωση στην καθημερινότητά τους, παρά την άνοδο των ονομαστικών αποδοχών.
dnews.gr


