της Στέλλας Καραμήτρου
Είμαστε Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου μέχρι σήμερα έχουν περάσει 2700 χρόνια. Στους αιώνες που πέρασαν εμείς βρισκόμασταν συχνά άλλοτε στο απόγειο της δόξας και άλλοτε στο χείλος μιας καταστροφής, νικήσαμε και νικηθήκαμε άπειρες φορές, δοκιμαστήκαμε με σκλαβιές και μετασχηματίστηκε η μορφή της ζωής μας με την επιστήμη. Ωστόσο κρατηθήκαμε Έλληνες. Με την ίδια γλώσσα(εξελιγμένη) και μια πληθωρικότητα από στοιχεία πολιτισμού, κληροδότημα των αρχαίων ελλήνων.
Ο πρόλογος αυτός όπως και το κείμενο που ακολουθεί γράφονται με αφορμή την εικόνα που έχει εντυπωθεί στην μνήμη μου από την γιορτή κρασιού που έγινε στην πόλη μας τον Αύγουστο. Μια βραδιά λοιπόν της γιορτής ήταν αφιερωμένη σε παραδοσιακές μουσικές και χορούς. Άντρες και γυναίκες χόρευαν σε κύκλο κρατημένοι από τα χέρια. Στην μέση του κύκλου ένα σμάρι μικρών παιδιών (αγοριών και κοριτσιών) χόρευε και αυτό τους παραδοσιακούς χορούς. Τα μικρά παιδιά χόρευαν αυθόρμητα αλλά απολύτως εναρμονισμένα με την μουσική και απολύτως ενσωματωμένα στον κύκλο των μεγάλων. Βλέποντάς τα αναρωτήθηκα ποια είναι τα εσωτερικά τους στοιχεία που τα μεταμόρφωσαν σε ισάξιους χορευτές με τους ενήλικες. Με χάρη και ταλέντο επιτελούσαν τους χορούς και τα συστατικά τους: την κίνηση, την ένταση, το ύφος, τον ρυθμό, τα βήματα.
Ο Πλάτωνας στους «Νόμους» αναφέρει ότι «ο χορός προέκυψε από την επιθυμία των νεαρών πλασμάτων να κινήσουν τα σώματά τους προκειμένου να εκφράσουν διάφορα συναισθήματα και ειδικά την χαρά. Συνεχίζει λέγοντας πως όλα τα αγόρια και τα κορίτσια θα έπρεπε να είναι όμοια εκπαιδευμένα με ανώτερη μουσική και χορό….»
Ο χορός επιβίωσε στο κύλισμα του χρόνου γιατί αποτελεί δημιούργημα και αντανάκλαση των κοινωνικών σχηματισμών του παρελθόντος στην σημερινή νεωτερική κοινωνία.
Είναι μέσο έκφρασης και διατύπωσης της μνήμης και της ταυτότητας στην νέα διανοητική τάξη. Μια μορφή κοινωνικής επιβεβαίωσης, αφοσίωσης, δύναμης. Ο άνθρωπος μπορεί και χορεύει κάθε στιγμή επειδή κάθε στιγμή μπορεί να είναι γι’αυτόν μια τελετουργική στιγμή.
Από τους πανάρχαιους χρόνους υπήρξε το σύμβολο της συνειδητής παρουσίας της ζωής. Προτού θεωρηθεί τέχνη, ο προορισμός του ήταν ζωτικός και αναγκαίος. Είναι δεμένος στενά με την θρησκεία, με τη γιορτή, με την δουλειά, με την αγάπη, με τον θάνατο. Ο άνθρωπος χόρεψε την ειρήνη, τον πόλεμο, τη σπορά. Χόρεψε στα πανηγύρια, στους αγρούς, στις πλατείες, στους δρόμους. Γιατί ο χορός είναι συμμετοχή και όχι θέαμα. Η δύναμη του χορού υπερβαίνει τις λέξεις. Είθε λοιπόν, όπως μας είπε και ο Διονύσης Σαββόπουλος, ας κρατήσουν οι χοροί ,«κι είτε με τις αρχαιότητες, είτε με ορθοδοξία, των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλον γαλαξία».


