Ωραία μου Νεράιδα

Παντελής Κάλλιας

Ωραία μου Νεράιδα

Ο Καπετάν Μουράτ, μουσουλμάνος από την Αίνο ήταν Καπετάνιος φημισμένος σ’ όλο το Αιγαίο. Αλώνιζε τα κύματα με το Μπρίκι του τη «Θαλασσώ» και μετέφερε εμπορεύματα στα πιο γνωστά λιμάνια. Σταφίδα από τη Σμύρνη, καπνό απ την Καβάλα, ελιές και σύκα από τη Μυτιλήνη, Καστοριανά δέρματα απ΄ τη Θεσσαλονίκη. Γεννημένος απέναντι στην Αίνο, αγαπούσε το Δεδέαγατς περισσότερο από κάθε τι. Ήταν η πατρίδα της μάνας του.

Παρόλα τα δεινά που είχε περάσει ο τόπος τα τελευταία χρόνια ο Καπετάν Μουράτος, όπως τον λέγανε οι ντόπιοι χριστιανοί, ξεμπάρκαρε και βρήκε το απάγκιο του στο Δεδεαγατς.

Όταν πιάναν τα ανεμοσούρια, ο Καπετάνιος λάτρευε να ανηφορίζει προς τον Κιρκά . Καθόταν κάτω από ένα μεγάλο καβάκι και αγνάντευε τις εκβολές του Μαρίτσα . Το σώμα του ποταμού πλησιάζοντας στη θάλασσα χώριζε σε εκατοντάδες μικρά ρυάκια δημιουργώντας νησίδες γης. Σαν καφέ πιτσιλιές σ ένα γαλάζιο καμβά. Ώσπου το ποτάμι κατέληγε ν αγκαλιάζει τη θάλασσα. Το μεγαλείο της φύσης, η ένωση στεριάς ποταμού και θάλασσας μάγευε τον καπετάνιο. Ήταν συνεπαρμένος με το δέσιμο των τριών στοιχείων της φύσης καθώς γνώριζε ότι και ο ίδιος ήταν καρπός μιας τέτοιας άσπονδης ζύμωσης. Ο πατέρας του, Τούρκος από την Αίνο, τον έπνιξε ο Μαρίτσας καθώς ψάρευε, και η μάνα του Χριστιανή απ΄ το Δεδέαγατς την έφαγε η υγρασία του ποταμού και την πήρε το κακό πριν γίνει τριάντα χρονών. Από αυτή τη σπάνια και κατακριτέα για την εποχή ένωση προέκυψε ο Καπετάνιος. Οι γονείς του κλέφτηκαν και έζησαν στη θάλασσα. Καμιά στεριά δε μπορούσε να δεχθεί μια τέτοια σχέση.

Μετά το 1915 που καταστράφηκε ολοσχερώς η «Θαλασσώ» έμεινε σε μια καλύβα, κοντά στον φάρο, μπροστά στις σκάλες που βγάζανε τα ψάρια.

Παραδίπλα, από τα δεξιά, ορθώνονταν όλα εκείνα τα γραφεία, των λιμοκοντόρων, όπως τους έλεγε. Ασφαλιστικαί Εταιρείαι Γαλλικός Φοίνιξ, Ιονική Ατμοπλοΐα, FratelliRossi&Co. Το Δεδέαγατς είχε ραγδαία ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα με τη συμβολή των Γάλλων. Απαριθμούσε περίπου 6.500 ψύχές.

Ωστόσο ο Καπετάνιοςπαρέμενε κοντά στη θάλασσα για να νιώθει την αρμύρα και τη μυρωδιά του ψαριού. Γι αυτό κράτησε τη μικρή καλύβα. Άλλωστε για να βγάζει τα προς το ζην του έπλεκε δίχτυα και παραγάδια στους ψαράδες.

Δίπλα του έμενε η κυρά Μαριώ, με την ετοιμόγεννη νύφη της. Ο σύζυγος και ο γιος της μπάρκαραν μ’ ένα εμπορικό γιαμακρινό ταξίδι. Δυστυχώς ο Στέργιος, ο γιός της, δε θα ήταν στα γεννητούρια του πρωτότοκου γιού του. Από μέρα σε μέρα περίμεναν.

Η κυρά Μαριώ ήταν μια από τις τρείς μαίες που είχε το Δεδέαγατςεξυπηρετώντας τις χριστιανές και τις αρμένισες. Οι άλλες ήταν μια μουσουλμάνα που φρόντιζε τους λιγοστούς τουρκογενείς που είχαν απομείνει στην πόλη μετά τη Βουλγαρική κατοχή, και μια εβραία που εξυπηρετούσε αποκλειστικά την επίσης μικρή Εβραϊκή κοινότητα. Μια μαία για κάθε κοινότητα. Σα να μην ήθελε χριστιανόπουλο να γεννηθεί από μουσουλμάνα μαμή ή εβραία και το αντίστροφο. Παρόλο το φαινομενικό διαχωρισμό οι κοινότητες του Δεδέαγατς ζούσαν ειρηνικά και μονιασμένα παρά τα δεινά που τους έφερνε κατά καιρούς η πολιτική και οι πόλεμοι.

Μαζί με τη κυρά Μαριώ και τη νυφούδα της έμενε και ο Δημητράκης, παραγιός του ανδρός της που τον άφησε να προσέχει τις γυναίκες. Ήταν δεν ήταν εννέα χρονών ο Δημητρός, πήγαινε συχνά δίπλα στον Καπετάν Μουράτο να ακούει ιστορίες από τη «Θαλασσώ» και να πλάθει στο μυαλό του κόσμους και λιμάνια που θα θελε να δει από κοντά.

– Και πόσο μεγάλο είναι το λιμάνι στη Σαλονίκη Καπτάνιο;
Ρώταγε, γεμάτος αγωνία ο Δημητρός, τον Μουράτ.

– Πόσα πλοία χωρά; Πόσες φορές πήγες στη Σμύρνη;
Ο Καπετάνιος έβλεπε στα μάτια του Δημήτρη, τον εαυτό του. Μικρός και ο ίδιος είχε ορφανέψει, και ένιωθε τις δυσκολίες του «πίτσκου» όπως τον έλεγε. Του μετέφερε τη γνώση του για τη θάλασσα και τα καράβια, και το πίτσκο σα σφουγγάρι καλυμνιώτικο ρουφούσε κάθε του λέξη.

– Καπτάνιο, άκουσα απ΄τη κυρά Μαριώ ότι γενίκαμε και μεις Ελλάδα, το μαθες?

– Χα!!!Ναι, τ άκουσα, ότι γένηκε κ’ η όμορφη νεράιδα Ελλάδα. Χρόνια τώρα τη κυνηγάνε ούλοι τους. Μια τη θέλανε οι Φράνγκοι, μια οι Ρούσσοι, μια οι Βουλγάροι, μια οι Τούρκοι μια κι οι Ρωμιοί. Δε θα ξεχάσω το 1913 που ‘ρθαν οι Βουλγάροι και διώξαν τόσο κόσμο απ ούλη την Θράκη. Γιατί λέει βάλαν μια τζίφρα οι Ρωμιοίσ’ ένα χαρτί στο Βουκουρέστι να δοθεί στους Βουλγάρους η Θράκη σ΄ αντάλλαγμα την Κρήτη. Άλλοι αποφάσισαν για τον τόπο μας, σε άλλο τόπο και ερήμωσε από Ρωμιούς ο τόπος. Δε τα καταλαβαίνω του λόγου μου αυτά Δημητρό μου.Τότες, μόνο στρατιώτες είχε δω. Όλος ο κόσμος είχε αφήσει το βιος του κι έφυγε. Μόνο λίγοι μείναμε να προσέχουμε τις βάρκες μας. Θα λησμονήσω λες το ‘15 που οι Σύμμαχοι βομβάρδισαν το Δεδέαγατς για να το πάρουν πίσω από τους Βουλγάρους. Και να παραδώσουν τι; Όλα ρημαδιό τα κάνανε, δεν έμεινε καΐκι για καΐκι και βάρκα για βάρκα. Τότε χάλασαν και τον μεγάλο ατμόμυλο του Πρωτόπαππα και έπεσε μεγάλη πείνα. Μέχρι και τη ρημαγμένη τη «Θαλασσώ» μου αποτελειώσαν που την είχα δέσει στο Ουτς Κουρναλί . Ή θα ξεχάσω και το ‘19 που ‘κείνος ο Αμερικάνος, ο Γουίλσον, μας έκανε ανεξάρτητο κράτος λέει με διοικητή Φραντσέζο και να λεγόμαστε «Χώρα της Θράκης» με γλώσσα τα Φραντσέζικα. Ξέρουμε μεις μωρ Δημητρό Φραντσέζικα?

– Ούχι Καπτάνιο, δε ξέρουμε.

– Δε θα ξεχάσω και τις προάλλες το πατιρντί που γένηκε. Θαρρώ ήταν 14 Μαΐου. Που ‘ρθε ‘κείνος ο Καπτάν Ακρίτας, που τον κάναν και Στρατηγό.

– Ο Μαζαράκης, Καπτάνιο.

– Εγώ Ακρίτα τον εγνώρισα στη Μακεδονία, Ακρίτα τον ελέγω. Και του παρέδωσαν οι Φραντσέζοι την Όμορφη Νεράιδα μας, το Δεδέαγατς.

– Καπτάνιο, λευτερώσαν και την Ξάνθη και τη Γκιουμουλτζίνα, μου το πε ΄κείνος ο λιμοκοντόρος ο Σαλονικιός από την εφημερίδα «Μακεδονία».

– Αϊ μώρ’ πίτσκο, που νταραβερίζεσαι και με τους λιμοκοντόρους.

– Του ΄κανα ένα θέλημα καπτάνιο!
Ξάφνου, απ΄το καλύβι της κυρά Μαριώς ακούστηκαν ποδοβολητά.

– Δημητρό, Δημητρό, γεννάμε, γλήγορα τρέχα στον κυρ. Μηνά και φέρε λίγα δράμια σαπούνι, και πες τα νέα στην Γαρουφαλλιά να σύρει να με βοηθήσει. Έρχεται τ αγγόνι μου πες της.

Δίχως άλλο, ο Δημητράκηςέτρεξε προς τον φάρο, στρίβει δεξιά μετά το εκτελωνιστικό γραφείο του Νικολαΐδη , πέρασε μπροστά από το κατάστημα με τα Υφάσματα των Αδελφών Αποστόλου, απέναντι από το PARI-MAROK με τα ποτά και μπήκε στο στενό που ήταν του κυρ. Μηνά το Παντοπωλείο.

– Γειά σου Δημητράκη λεβεντιά… γλήγορα πάμε στο Πασαλίκι.

– Μα… η κυρά Μαριώ!!!

– Γλήγορα μωρέ θα χάσουμε τα νέα!!!

Φτάνοντας στο Πασαλίκι, ο Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης, ο Δήμαρχος, διάβαζε δυνατά με εμφανή συγκίνηση. Τριγύρω, πολύ κόσμος, φαινόταν ότι ήξερε τα νέα αλλά ήθελαν να τ ακούσουν και από τα επίσημα χείλη του διορισμένου Δημάρχου.

– «Χαίρω μεγάλως αγγέλων υμίν ότι σήμερον εβδόμην επέτειον Συνθήκης Βουκουρεστίου υπεγράφη συνθήκη ειρήνης μετά Τουρκία, δι’ ης αι κυριότεραι δυνάμεις μεταβίβασαν ημίν Δυτικήν Θράκην» .
Όλος ο κόσμος άρχισε να αγκαλιάζεται να φιλιέται, να πανηγυρίζει. Ο Δημητράκης, σύξυλος δε κατάλαβε τι έγινε.

– Κυρ Μηνά, τι έγινε, γιατί κλαίς?

– Λεβέντη μου, αυτά ήταν τα λόγια του Βενιζέλου, μας διάβασε ο Δήμαρχος το τηλεγράφημα του Βενιζέλου, ότι είμαστε επιτέλους και επισήμως ελεύθεροι και ενωθήκαμε με την Ελλάδα.

Ο Δημητρός τρέχοντας ξυπόλυτος να πει τα νέα της λευτεριάς στην κυρά Μαριώ, που δε πρόλαβε με τα γεννητούρια να μάθει τα μεγάλα νέα, σταμάτησε μπρός στην καλύβα του Καπεταν Μουράτ.

– Καπτάνιο, τα μάθες τα νέα?

– Οϊ μωρε… ποια νέα… τι πατιρτνί γίνηκε πάλι?

– Λευθερωθήκαμε, το πε και ο Βενιζέλος, γίναμε Ελλάδα Καπτάνιο, σα τη Θεσσαλονική και την Αθήνα Καπτάνιο, και μεις Ελλάδα θα μαστε.

Ο Καπετάν Μουράτ, γέμισε ράθυμα το τσιμπούκι του με το καλό χαρμάνι, φερμένο απ΄τον ανιψιό, του που δούλευε στα καπνοχώραφα της Ξάνθης.

Συνέχιζε να ανασαίνει βαριά. Το άναψε, πήρε μια βαθιά τζούρα και αποκρίθηκε του Δημητρό, με τρεμάμενη αλλά συνάμα στεντόρεια φωνή.

– Και μένα τι με νοιάζει μωρ΄πίτσκο… εγώ την ωραία μου νεράιδα τη θέλω όμορφη και ‘ρεινηκιά, δε με νοιάζει αν είν’ Τουρκαλάδικη, αν είν’ Βουλάρικη ή αν είν’ Ρουμέϊκια. Όμορφη και ‘ρεινηκιά!!!

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το διπλανό καλύβι, το κλάμα ενός μωρού. Η κυρά Μαριώ μόλις είχε ξεγεννήσει τη νύφη της. Ήταν βιαστικός ο Λευτεράκος, ήθελε να γεννηθεί στις 30 Ιουλίου του 1920, την ημέρα που έγινε γνωστή σ’ όλη τη Θράκη η ελευθερία και η ένωση με την Ελλάδα.

 

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Παντελής Κάλλιας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1979. Μεγάλωσεστην Αλεξανδρούπολη όπου διένυσε όλο τον μαθητικό και εφηβικό του βίο. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης.
Εργάζεται από το 2005 στην Αλεξανδρούπολη ως διοικητικό στέλεχος μεγάλης βιομηχανίας της περιοχής. Το 2012 απέκτησε Μεταπτυχιακό Τίτλο Σπουδών, από τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ στον τομέα των Διεθνών σπουδών. Από το 2015 ταυτόχρονα ιδιωτεύει ως επαγγελματίας Οικονομολόγος – Λογιστής.

Είναι παντρεμένος από το 2005 και έχει δυο παιδιά εννέα και ενός έτους αντίστοιχα. Από τα φοιτητικά του χρόνια αρθρογραφεί κυρίως για θέματα διεθνούς πολιτικής οικονομίας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
Email: panteliskallias@gmail.com

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο