Η παραδοσιακή βασιλόπιτα και η ιστορία της…

Τα Χριστούγεννα ήρθαν και παρήλθαν και τώρα ξεκινά η ανυπομονησία για το καλωσόρισμα του καινούριου χρόνου.

Πρωτοχρονιά χωρίς βασιλόπιτα δε νοείται. Δε λείπει από κανένα τραπέζι. Όμως γνωρίζουμε από πότε καθιερώθηκε το έθιμο της βασιλόπιτας, το οποίο έχει ιδιαίτερη ομορφιά και συμβολισμό;

Σύμφωνα με κάποια παράδοση ο έπαρχος της Καισαρείας ζητούσε φόρους από τους Χριστιανούς. Εκείνοι μη έχοντας να πληρώσουν πήγαν στον Άγιο Βασίλειο ο οποίος τους παρότρυνε να μαζέψουν όλα τα χρυσαφικά των γυναικών τους και να του τα δώσουν. Ο Άγιος ξεκίνησε μια και δυο να τα παραδώσει στον έπαρχο, ο οποίος επειδή ντράπηκε τον Άγιο, χάρισε στους Χριστιανούς το φόρο. Όμως ο Άγιος όταν γύρισε στο σπίτι του και θέλησε να επιστρέψει τα κοσμήματα δεν ήξερε σε ποιόν ανήκει το καθένα. Τότε σοφίστηκε το εξής. Είπε και ζύμωσαν ψωμάκια μέσα στα οποία έβαλαν και από ένα κόσμημα. Έτσι κατά τρόπο θαυμαστό ο καθένας βρήκε στο ψωμάκι που του έτυχε το κόσμημα του.

Τη βασιλόπιτα, ανάλογα με την τοπική συνήθεια, την κόβουν το βράδυ της παραμονής τα μεσάνυχτα ή ανήμερα της Πρωτοχρονιάς. Την κόβει συνήθως ο νοικοκύρης του σπιτιού και τη μοιράζει στους παρευρισκόμενους. Το κόψιμο της πίτας αποτελεί ολόκληρη ιεροτελεστία. Αφού την κόψουν στα τέσσερα έτσι που να σχηματίζεται ο σταυρός, κόβουν το πρώτο κομμάτι για το Χριστό, το δεύτερο για τον Άη-Βασίλη και μετά για τους υπόλοιπους. Μέσα στην πίτα τοποθετούν ένα νόμισμα. Εκείνος που θα το βρει είναι ο τυχερός της χρονιάς. Τα τελευταία χρόνια επικράτησε η συνήθεια να κόβουν βασιλόπιτα όλοι οι σύλλογοι.

Θα αναφερθώ σε κάποια έθιμα που τηρούν σε κάποιες περιοχές της χώρας μας ξεκινώντας από τον Έβρο.

Μέσα στη βασιλόπιττα. “Βάζνα μεταλλικό σουρβάδιδ (κλαδί από κρανιά) και άχαρο. Σ’ οποιούνα πεσ’ το μεταλλικό θα παρ το σπιτ’, σ΄οποιονα πεσ’ το σουρβάδιδ ” θα παρ’ τα’ αμπέλ, θα γιν εργάτης, σ’ οποιονα πέσ’ τ’ άχερο θα γίν γεωργός.

Σε κάποια χωριά της Θράκης εκείνος που βρίσκει το νόμισμα θα πρέπει το πρωί να πάει να φέρει το νερό. Το νερό έπρεπε να έρθει “αμίλητο” στο σπίτι και από αυτό θα πρέπει να πλυθούν όλα τα μέλη της οικογένειας. Τη βρύση την άφηναν ανοιχτή όλη νύχτα για να τρέχει το βιος στο σπίτι όπως το νερό…

Σε άλλες περιοχές του Έβρου βάζουν στη βασιλόπιτα ένα νόμισμα, ένα φύλλο πουρναριού και ένα κομμάτι άχυρο. Σε εκείνον που πέφτει το νόμισμα λένε ότι αγαπά τα χρήματα, το φύλλο του πουρναριού ότι αγαπά τα γιδοπρόβατα και το άχυρο ότι τα αγαπά τα βόδια. Ανάλογα με το τι από όλα θα κερδίσει κανείς οι δουλειές του θα πάνε καλά στη γεωργία, την κτηνοτροφία .

Ιδιαίτερα γραφικό είναι το κόψιμο της πίτας από τους Σαρακαταναίους. Εκεί τη βασιλόπιτα τη φτιάχνει το πιο όμορφο και φρόνιμο κορίτσι της οικογένειας.

Στη Νιγρίτα Σερρών όλη η οικογένεια θα συγκεντρωθεί γύρω από το τραπέζι που είναι στρωμένο με όλα τα καλά και έχει στη μέση ένα θυμιατό. Ο πατέρας στέκει στην κορυφή του τραπεζιού και λέει μια προσευχή και ύστερα θυμιατίζει όλη τη φαμίλια, τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, κατεβαίνει στο στάβλο, θυμιατίζει τα ζώα, γυρίζει στο τραπέζι και τεμαχίζει τη βασιλόπιτα, το πρώτο για την Παναγία και το Χριστο, το δεύτερο για τον Άγιο Βασίλη και ακολουθούν με τη σειρά  το σπίτι, το μαγαζί αν υπάρχει και κατόπιν τα μέλη της οικογένειας.

Οι Έλληνες του Πόντου κόβανε τη βασιλόπιτα την ώρα που άλλαζε ο χρόνος. Πρώτα βγάζανε “τη εικόνας το κομμάτ'”. Ύστερα φώναζαν έναν –έναν με τη σειρά της ηλικίας. Εκείνον που έπεφτε “η παρά” τον θεωρούσαν τυχερό. Καλό σημάδι για την οικογένεια ήταν αν “η παρά έπεφτε’ς σην Παναϊα”. Ο μεγαλύτερος της οικογένειας ευλογούσε το τραπέζι λέγοντας “Εξέβαμεν ας σην κακοχρονίαν κι εσέβαμεν ‘ς σην καλοχρονίαν”.

Στις Κυδωνιές την παραμονή της Πρωτοχρονιάς η νοικοκυρά πρωί-πρωί ζύμωνε τη βασιλόπιτα με λάδι, ζάχαρη και μυρωδικά. Έπειτα με ένα πιρούνι έκανε ένα μεγάλο σταυρό στη μέση τσιμπηστό για να βγαίνουν τα μάτια των εχθρών, να μη γλωσσοτρώνε το σπίτι. Έπαιρνε μετά ένα κλειδί και έκανε πλουμίδια επάνω στην πίτα για να κλειδώνεται το στόμα των εχθρών να μη λένε… Αφού την έκοβαν και τη μοίραζαν ο νοικοκύρης έκοβε και για τα ζα του, του μ’ λαριού, της κατσίκας, κατέβαιν’ και στα ζα και τα έδινε στο στόμα. Σαν έπαιρνε ο καθένας το κομμάτι του τα παιδιά λέγανε τα κάλαντα μαζί και οι κοπελούδες και παίρνανε το μπαξίσι. Τα σπίτια μοσχοβολούσαν κανέλα και μπαχάρι.

Ανεπαίσθητα διαφοροποιείται ο τρόπος της ζωής μας. Έτσι ξαφνιαζόμαστε εμείς οι μεγάλοι όταν τις γιορτινές ημέρες περνάει για μια στιγμή από το νου μας να κάνουμε εκείνο που ξέρουμε μα μετά από λίγο βγαίνουμε και το αγοράζουμε έτοιμο. Αλίμονο στο φούρναρη που θα έκαιγε τα τσουρέκια ή τη βασιλόπιτα που κουβαλούσαν οι κυράδες στις λαμαρίνες τους. Τώρα όλα είναι “βιομηχανοποιημένα”. Λαμαρίνες δεν κυκλοφορούν πια και όλα τα άλλα πουλιούνται σωροί στα ζαχαροπλαστεία.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο