Εαρινή Ισημερία

Εαρινή Ισημερία

Σωτηρία Βασιλείου

Η Σαπφώ και η Γκιουλμπέν[Gülben] γεννήθηκαν στις 21 Μαρτίου 1950, στην «λάμπουσα» Λάπηθο, με τη συμβολή έμπειρου γυναικολόγου, φερμένου από την Κερύνεια. Ώσπου να συντελεστεί το «διπλό θαύμα» Θεός, Αλλάχ και Άγιοι κατακλύστηκαν από κύμα παρακλήσεων τόσο για την φιλόλογο Αταλάντη όσο και για την υφάντρα Σεχραζάτ[Şehrazat]. «Εαρινή Ισημερία! Οιωνός άριστος!», αποφάνθηκε ο Πλάτων Αηδόνης θαυμάζοντας τη μοναχοκόρη με τις πυρόξανθες μπούκλες και τα θαλασσιά μάτια.

Γεννημένος στη Σμύρνη το 1910 ο Πλάτων είχε φτάσει τον Οκτώβρη του 1922 στη Θεσσαλονίκη, όπου παρά τις αντιξοότητες έγινε δάσκαλος. Το 1939 η γνωριμία με την Κύπρια φοιτήτρια Αταλάντη κατέληξε σε γάμο και μετοικεσία. Από την άλλη ο πατέρας της Γκιουλμπέν, ο Σενέρ[Sener], ήταν μόλις δεκαοκτώ ετών, όπως και η Σεχραζάτ. Αμφότεροι γέννημα-θρέμμα Λαπήθου, είχαν μεγαλώσει ο πρώτος στον ελαιώνα του πατέρα και η δεύτερη πλάι στον αργαλειό της μάνας.

Παρά τις κοινωνικές και λοιπές διαφορές, τα κοινά γενέθλια αποτέλεσαν την αφορμή για την ανάπτυξη ενός αξιοθαύμαστου συνδέσμου ανάμεσα στη Σαπφώ και την Γκιουλμπέν. Η τελευταία ήταν πάντα καλωσόριστη στο νεόδμητο σπίτι των «δασκάλων» και σύντροφος της Σαπφώς στις απογευματινές βόλτες στο βουνό ή τη θάλασσα. «Η περίοδος ανάμεσα στην εαρινή ισημερία και το θερινό ηλιοστάσιο αποτελεί στάδιο αναγέννησης και θήρευσης της σοφίας και της αρμονίας, ώστε να συντελεστεί ο θρίαμβος επί του ερέβους και του θανάτου», αποκάλυψε στις δύο «ανεράδες» ο φιλόσοφος δάσκαλος, ανήμερα των έβδομων γενεθλίων, στην ακρογιαλιά. Κατόπιν ζήτησε από τον βαρκάρη Ισμέτ[Ismet]  μια βόλτα για τις «Αφροδίτες» του.

«Κρίμα! Άδικο!», είπε ο Ισμέτ μετά τη βαρκάδα, αναφερόμενος στον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. «Οι Άγγλοι πρέπει να φύγουν Ισμέτ. Θυμάσαι το άρθρο του Χικμέτ[Hikmet], που σου έδειξα; Ο αγώνας για την απαλλαγή από τους Άγγλους είναι δίκαιος και πρέπει να στηριχθεί από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Δυστυχώς Βρετανία και Τουρκία εφαρμόζουν ξανά το διαίρει και βασίλευε. Ντροπή τα Σεπτεμβριανά Ισμέτ, όνειδος!».

Αν και τα εγνωσμένα αριστερά φρονήματα του Πλάτωνα παρεμπόδισαν την ένταξη στην ΕΟΚΑ, εντούτοις ο ίδιος δρούσε ως σύνδεσμος φίλων με ενεργό δράση. Την επαύριον της Ανεξαρτησίας στελέχη της κυπριακής Αριστεράς ζήτησαν τη συνδρομή του στην αναδιοργάνωση του κόμματος, αλλά εκείνος προτίμησε να αφοσιωθεί στην οικογένεια και τους μαθητές του, ώστε η Σαπφώ ν’απολαύσει ανέφελη παιδική ηλικία.

Όντως, η Σαπφώ πάντα θα αναπολούσε τα παιδικά χρόνια με νοσταλγία. Ως τα δεκατρία Σαπφώ και Γκιουλμπέν γιόρταζαν τα γενέθλια μαζί.  Η Σαπφώ χάριζε στην φίλη βιβλία, που αναλάμβανε να της «διδάξει» και η Γκιουλμπέν κεντήματα αλλά και φυτά, αναθρεμμένα με αγάπη, προορισμένα για μεταφύτευση στον κήπο των Αηδόνηδων.

Για τα δέκατα τρίτα γενέθλια η Σαπφώ πρόσφερε, ως αντίδωρο για το φούλι της Γκιουλμπέν, αρτιγέννητη συλλογή του Σεφέρη με τον σελιδοδείκτη στην «Κύπρον, ού μ’εθέσπισεν».  «Θ’αναλύσουμε μαζί τα ποιήματα!», υποσχέθηκε και ακολούθως την πληροφόρησε πως ο ποιητής θεωρούσε την Κύπρο κοιτίδα θαυμάτων! «Εκδήλωση του κυπριακού θαύματος αποτελείτε κι εσείς, οι κόρες της εαρινής ισημερίας και της αλίβρεκτης πολίχνης!», επαίνεσε ο Πλάτων και πρόσθεσε: «Αν όλοι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι λειτουργούσαν με τον τρόπο σας, θα ήμουν σίγουρος για τη συλλογική εαρινή ισημερία και το θερινό ηλιοστάσιο!».

Στην πραγματικότητα, στα 1963, οι οιωνοί κονιορτοποιούσαν τις προοπτικές αρμονικής συνύπαρξης. Το κέντημα της Κυπριακής Δημοκρατίας ξηλωνόταν· τα νέφη συσσωρεύονταν γοργά, γύρω από την Κύπρο κι εντός της. Τον Δεκέμβρη τα 13 σημεία του Μακαρίου πυροδότησαν τη σφοδρή αντίδραση της Τουρκίας κι ένοπλες συγκρούσεις Τουρκοκυπρίων κι Ελληνοκυπρίων. Συνακόλουθα η ιδέα της διχοτόμησης τέθηκε ανοικτά ως ενδεχόμενο, ενώ 25.000 Τουρκοκύπριοι μαντρώθηκαν σε θύλακες.

«Τους απέσυραν στο Τέμπλος, τους έφυγαν… την Γκιουλμπέν, τον Σενέρ, τη Σεχραζάτ τον Ισμέτ… Θα μας αποσύρουν όλους… και την ειρήνη και τη δημοκρατία», εκμυστηρευόταν η Σαπφώ στα φυτά και τα γατιά: την Ειρήνη και τον Μπαρίς[Baris]. Ένα δειλινό ο Πλάτων την άκουσε· και δάκρυσε καθώς όποια παρηγοριά θα ήταν κάλπικη.

«Ya taksim, ya olum [διχοτόμηση ή θάνατος]», ήταν το σύνθημα του αγώνα για τη «σωτηρία» των Τουρκοκυπρίων. Ωστόσο, στους θύλακες οι τελευταίοι «απολάμβαναν» καθεστώς τυραννίας, υπό τη διοίκηση Τούρκων στρατιωτών, με επικεφαλής τον Bozkurt. Η Σεχραζάτ, έγκυος κατά τις «φασαρίες», εξέπνευσε αβοήθητη στα παραπήγματα. Το 1966 πέθανε και ο Σενέρ και την κηδεμονία της Γκιουλμπέν ανέλαβε θείος, αξιωματικός του επωαζόμενου καθεστώτος. Πριν την δέκατη έκτη ισημερία της η Γκιουλμπέν σύρθηκε σε γάμο με σκληροτράχηλο Τούρκο αξιωματικό, τον Σαβάς.

Η Γκιουλμπέν ήταν ήδη μητέρα τριών αγοριών το 1968, όταν η Σαπφώ αποφοίτησε με άριστα από το Γυμνάσιο Λαπήθου και συνακόλουθα πέταξε για τη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης. Εντωμεταξύ ο Πλάτων, πεπεισμένος πια πως η σιωπή ισοδυναμούσε με συνέργεια στη διολίσθηση στην ανομία επιδόθηκε στη συγγραφή εμπρηστικών άρθρων κατά των εθνοκάπηλων. Ο πύρινος λόγος του, αποτέλεσε την αφορμή για την εκτέλεσή του, το 1972.

«Ήταν ένας ανήσυχος δάσκαλος, ελευθερόφρων, μύστης ενός υπερεθνικού πατριωτισμού. Προσηλωμένος στην άρση των στερεοτύπων, φρόντιζε με αλτρουισμό για την προαγωγή των οραμάτων του: της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και του διαλόγου», εξηγούσε στην προσφυγιά η Σαπφώ, στους μαθητές και τους απογόνους της.

Την εκτέλεση του Πλάτωνα ακολούθησε εκείνη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη λαίλαπα του πραξικοπήματος αποτεφρώθηκαν οι ύστατες ελπίδες διάσωσης της ενότητας. Στις 20 Ιούλη 1974 η θάλασσα της Κερύνειας ζεύτηκε από στόλο· Τούρκοι στρατιώτες εφόρμησαν στο κυπριακό έδαφος· πυρφόρα αρπακτικά μαγάρισαν τους αιθέρες. Μετά από τριήμερο μακελειό κηρύχθηκε εκεχειρία, αλλά η προέλαση συνεχίστηκε. Η Λάπηθος καταλήφθηκε στις 6 Αυγούστου και οι ελληνοκυπριακές περιουσίες περιήλθαν στην κατοχή των «υπερασπιστών της συνταγματικής τάξης». Ο Σαβάς επέλεξε το δίπατο της Σαπφώς, η οποία προς απογοήτευσή του έλειπε. Έτσι σώθηκε από το μένος του· κατακρίβειαν η Γκιουλμπέν την είχε σώσει με τη βοήθεια του πρωτότοκου Μπεντίρ.

«Δεν έχουμε εκεχειρία;», είχε τολμήσει η Γκιουλμπέν να ρωτήσει τον θείο, στις 25 Ιούλη, καθώς άκουγε για ενισχύσεις των τουρκικών στρατευμάτων. Της απάντησε πως είχαν πόλεμο και πως σύντομα θα επέστρεφαν στη «Lapta». Η γυναίκα κατάλαβε· κυρίως πως έπρεπε να σώσει την Σαπφώ. Ο εφτάχρονος Μπεντίρ[Bedir] θα μπορούσε να γίνει αγγελιοφόρος αλλά δεν έπρεπε να κινδυνεύσει. Ο νους φτερούγισε στην εποχή της αθωότητας. «Κέλομαί σε Γογγύλα/ Πέφανθι λάβοϊσά μα[…]», σελάγισαν στο νου οι στίχοι του «τραγουδιού της Σαπφώς», που λειτουργούσε ως μυστικός κώδικας επικοινωνίας. Η Γκιουλμπέν ανέσυρε από το μπαουλάκι το ποίημα, πολλαπλά αντιγραμμένο «για εξάσκηση» κι έδωσε μία σελίδα στον Μπεντίρ, ορμηνεύοντάς τον να ζητήσει από τον Ισμέτ να τον παέι βαρκάδα στη Λάπηθο.

Καθώς το ραδιόφωνο ανήγγελλε την προέλαση στη γενέτειρα, η Σαπφώ, που μετά την ειδοποίηση είχε καταφύγει στην Πάφο, αναλογιζόταν το νησί ως άρμα, όπου τα άλογα αφηνιασμένα κάλπαζαν τα στερνά κοινά μέτρα, ποδοπατώντας τον ψυχορραγούντα ηνίοχο.

Το 2004, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Σαπφώ δοκίμασε να επισκεφτεί το πατρικό. Ο Σαβάς της απαγόρευσε την είσοδο στην «περιουσία του» κι εκείνη επέστρεψε στον συνοικισμό κουβαλώντας εγχάρακτη μια μελαγχολική οργή. Πλέον μόνη παρηγοριά της συνταξιούχου φιλολόγου ήταν η αφήγηση των αναμνήσεων και η μετάγγιση της κοσμοθεωρίας του Πλάτωνα στη μοναδική εγγονή, τη γεννημένη την 21η Ιουνίου 1998.

Ανήμερα της ενηλικίωσης η δεύτερη Σαπφώ, εξοπλισμένη με το θάρρος των δεκαοκτώ ετών έφτασε στη Λάπηθο. Στη θέα της περιφραγμένης επιβλητικής βίλας τα γόνατά της λύγισαν. «Are you ok?», άκουε και γύρισε ξαφνιασμένη. Ο άνδρας της είπε πως τον έλεγαν Μπεντίρ και πως ήταν ο ιδιοκτήτης. «Σαπφώ…», ψέλλισε, και ο ψαρομάλλης κύριος, το αγόρι-σωτήρας της γιαγιάς, την αγκάλιασε. Στο σαλόνι το στερνοπούλι του Μπεντίρ, η Γκιουλσέν[Gulsen], θήλαζε την πρωτοκόρη. Η κοπέλα είχε σπουδάσει φιλοσοφία στο Παρίσι, όπου και είχε βρεθεί αντιμέτωπη με την ανύπαρκτη αναγνώριση της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Η ίδια αρνιόταν να ταυτιστεί με την Τουρκία ή και να αποδεχτεί τους εποίκους ως σύνοικους και κυρίαρχους. Ο Μπεντίρ ζήτησε από την Σαπφώ να διανυκτερεύσει στην έπαυλη· η Γκιουλσέν πρότεινε να γιορτάσουν στην παραλία, «σαν οικογένεια», την ενηλικίωση, την πανσέληνο και το θερινό ηλιοστάσιο.

«Απέχουμε 88 χιλιόμετρα από την Τουρκία, 463 από την Ελλάδα· από την πρώτη μας χωρίζει το αίμα των αθώων και ο δεσποτισμός· η δεύτερη σας χαράκωσε με διαψεύσεις», αποφάνθηκε το βράδυ ο δικηγόρος σύζυγος της Γκιουλσέν, με το βλέμμα στον ορίζοντα.

Η Σαπφώ κοίταξε με λατρεία το ολόγιομο φεγγάρι, με τις ερυθρές και μπλε νότες. «Όλα τ’αλέθουν οι μυλόπετρες/ και γίνουνται άστρα/ παραμονή της μακρύτερης μέρας», ψιθύρισε σεφερικούς στίχους. «Σπουδαίος ποιητής! Τον πρωτογνώρισα στη βιβλιοθήκη της Σαπφώς. Ήδη αντιλαμβανόμουν πως πήραμε τη ζωή της πατρίδας λάθος, πως προσφέραμε χοές σε είδωλα», εξομολογήθηκε ο Μπεντίρ, ενώ παραδίπλα ο Ερντέμ[Erdem], ο μικρότερος των  πέντε γιων του, κιθαρωδούσε: «Μίλα[…]/ Εκεί που τελειώνουμε εμείς/ αρχίζει η θάλασσα[…]/ Πες βάρκα, που βουλιάζει/ αν την παραφορτώσεις με προθέσεις[…]». Ο Μπεντίρ συλλογίστηκε πως ένας λόγος του κυπριακού ναυαγίου ήταν ακριβώς το υπέρβαρο των προθέσεων· άλλος η απουσία του διαλόγου.

Η συνομιλία της Σαπφώς και της Γκιουλσέν εκλήφθηκε ως επιβεβαίωση εισόδου στο ηλιοστάσιο του Ιούνη. «Εκεί που τελειώνει η θάλασσα αρχίζει ο ουρανός!», γνωμάτευσε η Τουρκοκύπρια. «Μπορούμε να πετάξουμε;», ρώτησε η Ελληνοκύπρια. «Το νησί μπορεί να γίνει ένα ανάδελφο περιστέρι, με μια φτερούγα κυανή και μια ερυθρή, ένα άρμα με σοφό ηνίοχο και φτερωτά άλογα», απάντησε η πρώτη. «Ή ένα ιπτάμενο πλοίο, φτιαγμένο από χαλκό και λιόδεντρα, γεμάτο ανθρώπους, κατάσπαρτο με κυκλάμινα!!!», συμπλήρωσε η κόρη του θερινού ηλιοστασίου.

«Κέλομαί σε Γογγύλα/ πέφανθι λάβοισα μα/ γλακτίναν, σέ δηύτε/ πόθος τ’έαυτος αμφιπόταται», τραγούδησε ο αγγελιοφόρος το παρελθόν, ιστορώντας συνάμα την ασύγκριτη εικόνα των δύο «κυπρογενών», με τα ουρανιά μάτια, τους χαλκόχρωμους βοστρύχους και την κληροδοτημένη σοφία των προγόνων της εαρινής ισημερίας.

Βιογραφικό συγγραφέως

Η Σωτηρία Βασιλείου γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου το 1985 . Είναι υποψήφια διδάκτωρ Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, αριστούχος πτυχιούχος  και διπλωματούχος του παραπάνω Τμήματος. Έχει συγγράψει τις επιστημονικές μονογραφίες: 1) Μυθολογικές ερωτικές αρπαγές σε αρχαία ελληνικά αγγεία, Επιφανίου 2)Τα εγχειρίδια Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού 3)Το Ονομαστικόν στη Μακεδονία (1750-1900). Διαφωτισμός και Ονοματοδοσία, καθώς και τα επιστημονικά άρθρα : 1)«Το προσφυγικό ζήτημα μέσα από την εφημερίδα Φως της Θεσσαλονίκης (1922-1930)», Οι Πρόσφυγες στη Μακεδονία 2) Ι.Δ. Μιχαηλίδης (επιμ.) «Τα δάνεια της Ελληνικής Επανάστασης», 1821. Η Γέννηση ενός Έθνους-Κράτους  3) Βασίλης Κ. Γούναρης (επιμ.), «Τα παλικάρια τα παλιά και η αποκατάστασή τους κατά την οθωνική περίοδο (1833-1862), Οι ήρωες των Ελλήνων: Οι καπετάνιοι, τα παλικάρια και η πολιτική της αναγνώρισης των εθνικών αγώνων, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. Την εργογραφία της συμπληρώνουν δύο συλλογές διηγημάτων: 1) ΑΝΑΣΑΜΙΑ, ΜΑΖΙ, Λευκωσία 2013 και 2) (Μαζί με τον Μεχμέτ Αράπ), Διηγήματα (Öyküler), [«Ημερολόγιο Στερεώματος», 95-176], Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 2014 και η νουβέλα Διαμαντένια Γοβάκια, εκδ. τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη 2015.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο