Στην τελευταία έκθεση του ΕΟΔΥ αναφέρονται δύο κρούσματα στο Σουφλί, εκ των οποίων, το ένα με εκδήλωση στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, και άλλο ένα στον δήμο Αλεξανδρούπολης
Στην κορύφωση της περιόδου εμφάνισης κρουσμάτων του ιού του δυτικού Νείλου, που είναι το δίμηνο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου, «μπήκε» και ο Έβρος στις εβδομαδιαίες εκθέσεις του ΕΟΔΥ που καταγράφουν τα περιστατικά λοιμώξεων από τον ιό.
Ο νομός, σύμφωνα με την ΕΡΤ, εμφανίστηκε πρώτη φορά στην έκθεση που δημοσιοποιήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, με δύο κρούσματα, ένα στην περιοχή του δήμου Αλεξανδρούπολης και ένα στην περιοχή του δήμου Σουφλίου, ενώ στην έκθεση της 17ης Σεπτεμβρίου αναφέρονται δύο κρούσματα στην περιοχή του δήμου Σουφλίου, εκ των οποίων το ένα με εκδήλωση στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, και άλλο ένα κρούσμα στον δήμο Αλεξανδρούπολης.
Σημειώνεται ότι όλο το προηγούμενο διάστημα του καλοκαιριού, μέχρι και το τέλος Αυγούστου, ο Έβρος δεν συμπεριλαμβάνονταν στις περιοχές της χώρας όπου είχαν εκδηλωθεί κρούσματα ιού του δυτικού Νείλου.
Με τον ιό του Δυτικού Νείλου να εντοπίζεται για πρώτη φορά το 1937 σε μια γυναίκα με εμπύρετο νόσημα στην Ουγκάντα, στην επαρχία του Δυτικού Νείλου, από την οποία πήρε και το όνομά του, η πρώτη μεγάλη επιδημία στην Αμερική καταγράφηκε το 1999. Στην Ευρώπη, η πρώτη μεγάλης κλίμακας επιδημία σημειώθηκε το 1996 στο Βουκουρέστι.
Στην Ελλάδα καταγράφονται κρούσματα του ιού του Δυτικού Νείλου κάθε καλοκαίρι από το 2008. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του ΕΟΔΥ, το 2025 καταγράφηκαν συνολικά 96 κρούσματα. Η χρονιά με τα περισσότερα κρούσματα και τους περισσότερους θανάτους ήταν το 2018, όταν καταγράφηκαν 317 περιστατικά και 51 θάνατοι. Αυξημένος αριθμός κρουσμάτων καταγράφηκε επίσης το 2010 με 262 περιστατικά και 35 θανάτους, το 2022 με 286 κρούσματα και 33 θανάτους, και το 2024 με 220 κρούσματα και 35 θανάτους. Φέτος, το πρώτο κρούσμα της περιόδου καταγράφηκε στα τέλη Ιουνίου στον Βόρειο Τομέα Αθηνών.
Πώς μεταδίδεται ο ιός;
Όπως αναφέρει στην «Καθημερινή» η Ελένη Πατσουλά, καθηγήτρια Παρασιτολογίας και Εντομολογίας της Δημόσιας Υγείας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστήμιου Δυτικής Αττικής, το κοινό κουνούπι «Culex pipiens» μολύνεται όταν τσιμπήσει ένα πτηνό που νοσεί από τον ιό του Δυτικού Νείλου. Στη συνέχεια το μολυσμένο κουνούπι τσιμπάει κάποιο άλλο πτηνό ή θηλαστικό, όπως οι άνθρωποι και τα άλογα, και έτσι μεταφέρει τον ιό. Σε αντίθεση με τα πτηνά και τους ανθρώπους, τα κουνούπια δεν νοσούν από τον ιό και μπορούν να τον μεταδώσουν για αρκετές ημέρες έως και εβδομάδες μετά τη μόλυνσή τους. Αυτό που δεν συμβαίνει είναι η μεταφορά του ιού από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Ποια είναι η κλινική εικόνα της λοίμωξης;
Τι προκαλεί, όμως, η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου στον ανθρώπινο οργανισμό και γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή νόσο; Ο ιός μπορεί να προκαλέσει από ασυμπτωματική λοίμωξη έως σοβαρή προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Όπως αναφέρει στην «Καθημερινή» ο Δημήτριος Παρασκευής, καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, περίπου το 80% όσων μολυνθούν από τον ιό δεν θα εμφανίσει συμπτώματα». «Περίπου το 20% θα εμφανίσει συμπτώματα παρόμοια με εκείνα της εποχικής γρίπης, όπως ρίγη, μυαλγίες, πυρετό και αδυναμία, ενώ μπορεί να εκδηλωθούν και γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως έμετοι και διάρροιες, ή δερματικά εξανθήματα. Ενα πολύ μικρότερο ποσοστό, περίπου 1%, θα προσβληθεί σοβαρά με συμπτώματα που υποδηλώνουν προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως δυσκαμψία του αυχένα, έντονος πονοκέφαλος, διαταραχή του επιπέδου συνείδησης και αποπροσανατολισμός», σημειώνει.
Πάντως η πορεία της λοίμωξης, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι πάντοτε δυνατό να προβλεφθεί από την αρχική κλινική εικόνα. «Δεν είναι εξαρχής σαφές ποια θα είναι η εξέλιξη της κλινικής εικόνας. Γι’ αυτό και συνιστούμε, ακόμη και όταν εμφανίζονται ήπια συμπτώματα, να αναζητείται ιατρική συμβουλή. Άλλωστε υπάρχουν διαγνωστικές εξετάσεις για τον ιό του Δυτικού Νείλου, τις οποίες μπορεί να συστήσει ο θεράπων ιατρός, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, με βάση την κλινική εικόνα. Σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους ηλικιωμένους, στα άτομα με ανοσοκαταστολή και στους ασθενείς με χρόνια νοσήματα, καθώς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης», σημειώνει ο ίδιος.


