room-to-grow-bnner

Ξημερώματα μιας ξεχωριστής Πρωτοχρονιάς

της Γιώτας Αγαπητού        

Ένας ακόμα Δεκέμβρης σε λίγες ώρες θ’ ανατείλει δειλά σαν τον ήλιο που βγαίνει νωχελικά από τη θάλασσα. Τα βουνά και τα χωριά γύρω τους  στέκουν μουδιασμένα από την παγωνιά και το χιόνι που εδώ και καιρό συντροφεύει τις μέρες του χειμώνα.

Χίλια εννιακόσια εβδομήντα και η Ελλάδα είναι ενδεδυμένη με τα μαύρα ρούχα της δικτατορίας. Ο Νίκος σκεπασμένος με τη μάλλινη κάπα του ρίχνει μια τελευταία ματιά στα ζώα του, που έχει βάλει από ώρα στο στάβλο και τα έχει αρμέξει. Τώρα είναι η ώρα ν’ αποσυρθεί στην καλύβα του δίπλα στο στάβλο για να ξεκουραστεί. Στο χωριό έχει να κατέβει μέρες, παρόλο που η Χρυσούλα, η γυναίκα του, είναι ετοιμόγεννη στο δεύτερο παιδί τους. Εκείνος όμως δε βιάζεται να προλάβει τη γέννα. Εξάλλου, όπως έλεγε, αυτά είναι γυναικείες δουλειές που δεν αφορούν τους άνδρες.

Το πρώτο παιδί του ζευγαριού που ήταν αγόρι γεννήθηκε ξημερώματα της εικοστής πρώτης Απριλίου του 1967. Καταραμένη μέρα, όπως έλεγε ο Νίκος κι ευχόταν η ψυχή του να μην είναι μαύρη και απάνθρωπη όπως η Χούντα. Στο γιο του έδωσε το συμβολικό όνομα Περικλής για να ξορκίσει το κακό που συμβόλιζε τη μέρα που γεννήθηκε.

Όταν ο Περικλής έγινε δύο χρονών ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του στα ζώα θέλοντας να μάθει στο γιο του από νωρίς τη δουλειά. Εξάλλου, ο Νίκος δεν έκανε όνειρα για το παιδί του, το μόνο που ήθελε για εκείνο ήταν να μεγαλώσει γρήγορα για να τον βοηθάει με τα ζώα, αλλά και στο χωράφι που έσπερνε τριφύλλι για την τροφή τους.

Όταν η γυναίκα του η Χρυσούλα του ανακοίνωσε για δεύτερη φορά ότι είναι έγκυος εκείνος ευχήθηκε και το δεύτερο παιδί του να είναι αγόρι. Άλλωστε, τα ζώα χρειάζονται χέρια για να μπορούν να τα φροντίζουν, γιατί η ζωή του κτηνοτρόφου δεν είναι εύκολη.

Ο Νίκος δεν είχε κανέναν να τον βοηθάει παρά μόνο τη μάνα και τη γυναίκα του. Γεννήθηκε πριν τριάντα χρόνια, στης είκοσι οχτώ Οκτωβρίου του 1940, την ημέρα που κηρύχτηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Την ημέρα εκείνη ο πατέρας του έπαιρνε το τραίνο για τα βουνά της Αλβανίας. Από εκείνη τη στιγμή δεν ξαναγύρισε ποτέ. Η μάνα του αργότερα έλαβε μία επιστολή από το ελληνικό υπουργείο πολέμου που της ανακοίνωνε με τρόπο βαρύγδουπο, γεμάτο επισημότητα και εθνική υπερηφάνεια, ότι ο άντρας της σκοτώθηκε πολεμώντας γενναία στο μέτωπο, δίνοντας τη ζωή του για την ελευθερία της πατρίδος.

Για να ζήσουν εκείνος και η μάνα του ο Νίκος δούλευε από παιδί ως βοσκός σε ξένους αφέντες, μα στη συνέχεια κάνοντας οικονομία κατάφερε ν’ αγοράσει τα δικά του ζώα. Άλλωστε δεν ήξερε να κάνει άλλη δουλειά, σχολείο δεν πήγε ποτέ του, δεν του άρεσαν τα γράμματα, γιατί το θεωρούσε χάσιμο χρόνου, μιας και το βιοποριστικό προείχε για την οικογένειά του. Δυστυχώς η ορφάνια από την αρχή της ζωής του, του είχε σκληρύνει πολύ την ψυχή. Παρόλα αυτά ο μεγαλύτερος του φόβος ήταν να μη μείνει μόνος. Τη Χρυσούλα την παντρεύτηκε από προξενιό, γιατί και η μάνα του ήθελε να τον δει αποκατεστημένο.

Ένα κυριακάτικο πρωινό του Δεκέμβρη ο Νίκος και η Χρυσούλα ήρθαν εις γάμου κοινωνίαν. Εκείνη ήταν κοντά στα είκοσι, γεροδεμένη και καλοκάγαθη, γεμάτη υπομονή, ό,τι καλύτερο για το νευρικό και μονόχνοτο εικοσιεξάχρονο Νίκο. Στο ζευγάρι υπήρχαν στιγμές έντασης, αλλά και στιγμές απέραντης τρυφερότητας. Όταν ήρθε το πρώτο τους παιδί ο Νίκος έμεινε παντελώς αδιάφορος. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι τα στόματα που είχε να θρέψει αυξήθηκαν, γιατί στο σπίτι τους έμενε και η κυρά Τασούλα, η μάνα του, η οποία αγαπούσε υπερβολικά τη νύφη της, βοηθώντας τους με όποιο τρόπο μπορούσε. Άλλωστε και η Χρυσούλα ήταν ένα από εκείνα τα παιδιά που ο πόλεμος και η εξορία του στέρησαν τους γονείς.

Παρόλο που η Ελλάδα βίωνε διάφορα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα ο Νίκος ενδιαφερόταν περισσότερο για το μικρόκοσμο που είχε χτίσει γύρω του. Όταν όμως ήρθε η χούντα το μαντρί του έγινε χώρος συγκέντρωσης για τους αντιστασιακούς, γιατί ο ίδιος πίστευε ότι τέτοιου είδους καθεστώτα μόνο κακό μπορούν να προκαλέσουν στον κόσμο και γι’ αυτό έδειχνε την αγανάκτησή του με όποιο τρόπο μπορούσε. Βέβαια στη γυναίκα και στη μάνα του δεν είχε αναφέρει τίποτα από φόβο μήπως τις στενοχωρήσει, γιατί είχαν περάσει τόσα στη ζωή τους και δεν άντεχαν άλλο πόνο. Εξάλλου δεν είχε ακόμα λόγο να το κάνει, μιας και ο ίδιος αισθανόταν πως δεν κινδύνευε προς το παρόν να καταλήξει στα μπουντρούμια της ασφάλειας.

Δεκέμβριος του 1970. Τώρα που είχε μπει και για τα καλά ο χειμώνας κι ο Νίκος ήταν τελείως μόνος του, έχοντας τελειώσει όλες τις δουλειές, καθισμένος μπροστά στο γεμάτο με κούτσουρα τζάκι που σιγόκαιγαν στη φωτιά, ονειρευόταν το μέλλον των παιδιών του. Βαθιά μέσα του παραδεχόταν και ας μην το ομολογούσε, ότι στον τρίχρονο γιο του δεν έδειχνε όση αγάπη και τρυφερότητα χρειάζεται ένα παιδί σ’ αυτή την ηλικία. Εξάλλου κι αυτός είχε μάθει να ζει χωρίς πατρική στοργή και αγάπη. Η πατρική φιγούρα του έλειπε αφάνταστα και ας μην το είχε ομολογήσει σε κανέναν, ούτε καν στην ίδια του τη μάνα. Μία μάνα που στάθηκε δίπλα στο γιο της σαν βράχος. Ο Νίκος όμως φοβόταν και τα γηρατειά, τη φθορά που προκαλεί στο σώμα το πέρασμα του χρόνου. Μεγάλωνε και είχε φτάσει σχεδόν στην ηλικία του πατέρα του που δεν γνώρισε ποτέ. Σε λίγες μέρες θα ερχόταν στον κόσμο το δεύτερο παιδί του και ευχόταν να ναι και κείνο αγόρι, όχι μόνο γιατί πίστευε ότι τ’ αγόρια δεν έχουν τόσα βάσανα, αλλά και γιατί ποτέ στη ζωή του δεν είχε μάθει πώς να συμπεριφέρεται στις γυναίκες.

Το σκοτάδι μαζί με το κρύο και το χιόνι που έπεφτε έκαναν την ατμόσφαιρα να μοιάζει σαν να βγήκε από κάποιο παράξενο παραμύθι. Ο Νίκος από νωρίς το απόγευμα δεν έβλεπε την ώρα ν’ ανοίξει η πόρτα και να δει τα παιδιά του που θα ερχόταν για να γιορτάσουν όλοι μαζί τα Χριστούγεννα. Η Χρυσούλα είχε ετοιμάσει μια σειρά από λιχουδιές για τα παιδιά και τα εγγόνια της. Τα παιδιά της τα υπεραγαπούσε, αλλά δυστυχώς δεν είχε το σθένος να υπερασπιστεί τα όνειρά τους όταν έπρεπε, μιας και ο Νίκος γινόταν εμπόδιο και αναγκαζόταν εκείνη να δεχτεί στωικά τις αποφάσεις του. Ακόμα και τότε που η κόρη τους πέρασε στο πανεπιστήμιο, στην πρωτεύουσα και ο Νίκος δεν της επέτρεψε να πάει για να σπουδάσει, αλλά την πάντρεψε με προξενιό, κάτι για το οποίο είχε μετανιώσει και ο ίδιος πικρά, αλλά δυστυχώς το πείσμα του δεν του επέτρεψε να ζητήσει συγνώμη. Μια σειρά από λάθη που σημάδεψαν τις ζωές των παιδιών του, αλλά και τη δική του. Εκείνα τώρα πια διατηρούσαν μαζί του μία σχέση καθαρά τυπική, σε αντίθεση με τη μάνα τους που τη δικαιολογούσαν γιατί είχε παραδοθεί στη μοίρα που της καθόρισε ο άντρας που είχε παντρευτεί.

Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά αργά και τα πρόσωπα που οι δύο ηλικιωμένοι λαχταρούσαν να δουν δεν φαινόταν πουθενά. Το σκοτάδι και το κρύο είχαν γίνει ακόμα πιο έντονα τονίζοντας τη μαγεία αλλά και την αβάσταχτη μελαγχολία μιας τέτοιας νύχτας. Τη σιωπή ήρθε να διαταράξει το ρυθμικό κουδούνισμα του τηλεφώνου, ο Νίκος πετάχτηκε απότομα από την πολυθρόνα του καθώς ξυπνούσε από ένα βαθύ λήθαργο. Στην άλλη άκρη του ακουστικού ήταν η μάνα του που του ανακοίνωσε ότι η Χρυσούλα γέννησε κορίτσι. Ήταν τρεις το πρωί και ξημέρωνε Πρωτοχρονιά

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο