alexis-800x140

Ξάνθη η πόλη των αισθήσεων

της Γιώτας Αγαπητού

Τέλη Φλεβάρη και ο καιρός είναι ακόμα μουντός και βροχερός, με την ομίχλη να έχει απλώσει τα πέπλα της σαν άλλη Σαλώμη πάνω από την πόλη της Ξάνθης και δε λέει να φύγει. Ο Τεό μαζί με την Ξένια μετά από ένα πολύωρο και κουραστικό ταξίδι με τη μηχανή αντικρίζουν επιτέλους την πόλη για την οποία έχουν ακούσει τόσα πολλά. Την πόλη την οποία γνώρισαν μέσα από τις περιγραφές του συμφοιτητή και φίλου τους Χασάν, που είχε καταγωγή από τα Πομακοχώρια της Ξάνθης.

Ο Χασάν είχε κατέβει στην Αθήνα για να σπουδάσει. Οι τρεις νέοι από την πρώτη στιγμή έγιναν αχώριστοι, με το νεαρό Πομάκο να μιλάει συνέχεια για την πόλη του ζωγραφίζοντάς την με τα πιο ωραία και θερμά χρώματα μιας περιγραφικής παλέτας. Τους είχε προσκαλέσει αμέτρητες φορές να κάνουν αυτό το ταξίδι. Ένα ταξίδι το οποίο, αν και το ήθελαν πολύ βρίσκανε συνεχώς φτηνές δικαιολογίες και το ανέβαλαν.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Τεό με την Ξένια έχοντας ορθοποδήσει επαγγελματικά και οικονομικά, ένα απόγευμα γυρίζοντας από τις δουλειές τους αποφάσισαν επιτέλους να κάνουν αυτό το ταξίδι, το οποίο για χρόνια σχεδίαζαν.

Τέλη Φλεβάρη, ταξιδεύοντας οδικώς με τη μηχανή από την Αθήνα μετά από ατελείωτες ώρες διαδρομής φτάνουνε στην Ξάνθη. Μία πόλη καλυμμένη από την ομίχλη που έμοιαζε σαν αρχαία θεά γεμάτη μυστήριο. Κόντευε να νυχτώσει όταν έφτασαν στο ξενοδοχείο, αλλά αυτό δεν τους απέτρεψε από το να κάνουν μια βόλτα παρά τη μεγάλη τους κούραση. Η ατμόσφαιρα λόγω της έντονης ομίχλης είχε μουσκέψει τους δρόμους και τα πεζοδρόμια, ενώ ο αποκριάτικος στολισμός, καθώς απλωνόταν η νύχτα και το φώς έδινε τη θέση του στο σκοτάδι, χάριζε μία εορταστική νότα στην πόλη. Εξάλλου Κόντευαν απόκριες…

Η Ξάνθη είναι μία πόλη όπου η Δύση συναντάει την Ανατολή σ’ ένα πάντρεμα αρμονικής συνύπαρξης, όπου η μαγεία και το μυστήριο είναι διάχυτα. Η πόλη μετά από τους σεισμούς του 1929 που κατέστρεψαν ένα μεγάλο κομμάτι της, ξαναχτίστηκε. Εξάλλου οι κάτοικοι δεν είχαν άλλη επιλογή, έπρεπε να επιβιώσουν και να συνεχίσουν να ζουν σε μία περιοχή, που ήταν γνωστή από την αρχαιότητα με το όνομα Ξάνθεια. Γι’ αυτό και το 1930 πραγματοποίησε κάτι πρωτοποριακό για τα ελληνικά δεδομένα, προχωρώντας στην διοργάνωση καλλιστείων, δίνοντας τον τίτλο της ωραιότερης γυναίκας στην Φροσούλα Κουλακλόγου. Άλλωστε η πόλη, σαν γνήσιο θηλυκό, λάτρευε τις προκλήσεις, γιατί έτσι είχε μάθει να πορεύεται στο μακρύ δρόμο της ιστορίας, αγκαλιάζοντας όποιον την είχε βοηθήσει να εξελιχθεί. Είχε τη δύναμη να συνταιριάζει αρμονικά όλους τους κατοίκους της: Έλληνες, Τούρκους και Εβραίους, φροντίζοντας να δίνει γερές βάσεις στα παιδιά της, αγόρια και κορίτσια.

Η Ξάνθη, μία πόλη που λάτρευε τα γράμματα, έχοντας σχολεία για όλα τα παιδιά της: ελληνόπουλα τουρκόπουλα και εβραιόπουλα λόγω του μυστηρίου και της μαγείας που εξέπεμπε ως σταυροδρόμι πολιτισμών έκανε τη μεγάλη τραγουδίστρια και ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ να την επισκεφτεί και να τραγουδήσει σ’ ένα από τα τρία θέατρα της. Η ενέργεια και η γοητεία αυτής της γυναίκας είναι ακόμα και τώρα διάχυτη στην ατμόσφαιρα της παλιάς πόλης.

Ο μεγάλος ηθοποιός Αιμίλιος Βεάκης αποφάσισε σε μία από τις περιοδείες του να μείνει και να διδάξει για λίγο καιρό θέατρο στους κατοίκους της πόλης. Η ερμηνεία του πάνω στο σανίδι, αλλά και ο τρόπος που δίδασκε την τέχνη της υποκριτικής, έχουν σημαδέψει τη νεότερη πολιτιστική ιστορία αυτού του τόπου.

Η Ξένια με τον Τεό ένοιωθαν να πλανάτε στην ατμόσφαιρα από τα μικρά μαγαζάκια που πουλούσαν μπαχαρικά: η μεθυστική ευωδιά από το τσάι, την κανέλα, το μπαχάρι και τη βανίλια όλα φερμένα από την Ανατολή.

Σάββατο πρωί και ο δρόμος τους οδηγεί στο παζάρι που η ιστορία του φτάνει μέχρι τον 15ο αιώνα και την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τις τέντες να προσφέρουν προστασία στους επισκέπτες από τα καιρικά φαινόμενα.

Το ζευγάρι σταμάτησε σε αρκετούς από τους πάγκους ρουφώντας στην κυριολεξία όλα όσα διαδραματίζονταν στην αγορά. Τελικά ο δρόμος τους οδήγησε στην παλιά πόλη με τα διατηρητέα κτήρια, όπου στεγάζονται τώρα πια σύγχρονα καφέ με παραδοσιακό στιλ. Από την πρώτη στιγμή ένοιωθαν ότι αυτό το ταξίδι ήταν μία εμπειρία έντονη που θα ήθελαν πολύ να την επαναλάβουν.

Η Ξάνθη ήταν μία πόλη που έγινε γνωστή για την παραγωγή και το εμπόριο του καπνού. Εβραίοι καπνέμποροι βοήθησαν την πόλη να ανθήσει σαν σπάνιο λουλούδι στις παρυφές των βράχων. Ένας τέτοιος εβραίος καπνέμπορος προσκάλεσε τον πατέρα του Μάνου Χατζιδάκι που ήταν νομικός ν’ αφήσει την Αθήνα και να δουλέψει μαζί του. Στο σπίτι αυτού του  εμπόρου γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα έξι του χρόνια ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο πατέρας του είχε νοικιάσει έναν ολόκληρο όροφο για να στεγάσει τη γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά. Έχοντας προσλάβει μία Αρμένισα δασκάλα πιάνου για να διδάξει στο μικρό Μάνο τις πρώτες του νότες, εκείνη του έδωσε το εισιτήριο που θα τον οδηγούσε στο Πάνθεο των μεγάλων συνθετών.

Τελευταία μέρα της παραμονής τους στην Ξάνθη και το ζευγάρι επισκέφτηκε τα παλαιοπωλεία που είναι διάσπαρτα στα σοκάκια της παλιάς πόλης ανακαλύπτοντας μικρούς θησαυρούς. Όλες αυτές τις μέρες η Ξένια κρατούσε σημειώσεις και έβγαζε φωτογραφίες για να τις δημοσιεύσει στο σάιτ όπου δούλευε ως συντάκτρια. Από τη άλλη, ο Τεό δοκίμαζε γλυκές γεύσεις από τα τοπικά ζαχαροπλαστεία που θύμιζαν ακριβά μαγαζιά σε μεγαλουπόλεις του κόσμου λόγω τις έντονης πολυτέλειας, γιατί ήθελε να δημιουργήσει τις δικές του γεύσεις στο εστιατόριο που δούλευε ως ζαχαροπλάστης.

Στην επιστροφή για την Αθήνα το ζευγάρι προσπαθούσε ακόμα να συνέρθει από τη μαγεία που του προσέφερε αυτό το ταξίδι. Μετά από λίγες μέρες στο σάιτ της η Ξένια έχοντας μία φωτογραφία της παλιάς πόλης της Ξάνθης είχε για τίτλο:

 «Γεννήθηκα στις 23 Οκτώβρη στην Ξάνθη, στην παραμυθένια παλιά πόλη την διατηρητέα» Μάνος Χατζιδάκις.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο