room-to-grow-bnner

Βαλς μεσάνυχτα στο Λούβρο

της Γιώτας Αγαπητού

Μεσάνυχτα, Παρίσι, το κρύο τσουχτερό. Το μουσείο του Λούβρου εδώ και μερικές ώρες έχει κλείσει τις πόρτες του αποχαιρετώντας και τους τελευταίους επισκέπτες του, δίνοντας ραντεβού για την επόμενη μέρα σε κάποιους άλλους ονειροπόλους της τέχνης και της ιστορίας.

Μόνο που δεν έχουν φύγει όλοι.

Δύο νέα παιδιά, ο Φρανσουά και η Σαρλότ, καταφέρνουν να ξεφύγουν από τ’ άγρυπνα βλέμματα των φυλάκων και των καμερών ασφαλείας του μουσείου.

Δύο νέα παιδιά που έχουν έρθει από τη μικρή πεζοδρομημένη παλιά πόλη του Εξ στην επαρχεία της Προβηγκίας, στη Νότια Γαλλία,  για να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης ελληνική ιστορία. Τυχαία συναντήθηκαν και στη συνέχεια ερωτεύτηκαν. Όνειρό τους ήταν να επισκεφτούν το μουσείο του Λούβρου. Εδώ και μέρες το σχεδίαζαν και επιτέλους η μέρα που θα το πραγματοποιήσουν έχει φτάσει.

Κυριακή απόγευμα, αφού πήραν το λεωφορείο έφτασαν στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, εκεί που βρίσκεται το μουσείο. Περπάτησαν μέχρι την είσοδο και μπαίνοντας μέσα περιπλανήθηκαν στις αίθουσες ψάχνοντας κάπου για να κρυφτούν, περιμένοντας έτσι να περάσει η ώρα. Έχοντας πια σιγουρευτεί ότι δεν υπάρχει κανείς στο μουσείο και αδιαφορώντας για τις κάμερες ασφαλείας,  προχωρούν στη μεγάλη αίθουσα που φιλοξενεί το άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης.

Φτάνοντας, νιώθουν ένα δέος να τους κυριεύει, οι καρδιές τους χτυπούν τόσο δυνατά που τους είναι αδύνατο να το ελέγξουν. Από την αρχή της σκάλας αντικρίζουν στην κορυφή της αίθουσας το άγαλμα για το οποίο ο μύθος που το περιβάλει τους είχε κάνει να πάρουν την απόφαση να σπουδάσουν ελληνική ιστορία. Κοιτάζονται στα μάτια και αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν δειλά, σχεδόν ευλαβικά ένα – ένα τα σκαλιά, σαν πιστοί που πάνε να προσκυνήσουν τα λείψανα ενός αγίου. Απλώνουν τα χέρια τους και αγγίζουν το άγαλμα. Δακρύζουν και σφίγγουν ο ένας το χέρι του άλλου. Ξαφνικά νιώθουν να τους κατακλύζει μία έντονη απόκοσμη ενέργεια που τους κάνει ν’ ανατριχιάσουν.

Στο δωμάτιο παρακολούθησης ελέγχου των καμερών ο φύλακας ασφαλείας κοιτάει γεμάτος απορία χωρίς ν’ αντιδρά. Φιλέλλην και κείνος και ρομαντικός, όπως αυτοί οι δύο απρόσμενοι επισκέπτες. Στα πρόσωπα τους βλέπει το δικό του χαμένο νεανικό όνειρο, που δεν είχε το θάρρος να πραγματοποιήσει. Όταν κάποτε ήταν στη δική τους ηλικία η αγαπημένη του του ζήτησε να ταξιδέψουν με οτοστόπ, χωρίς χρήματα, για να πάνε στο ιερό νησί της Σαμοθράκης και να δουν από κοντά τον τόπο που γέννησε το μεγαλείο της «Νίκης».

Οι δύο νέοι αποφασίζουν να κατέβουν σιγά – σιγά τις σκάλες με σκοπό να πάνε στο κρησφύγετό τους μέχρι να ξημερώσει και από εκεί κλεφτά να φύγουν το πρωί από το μουσείο. Τους έχει κάνει εντύπωση που κανένας φύλακας δεν έχει εμφανιστεί ακόμη. Κατεβαίνοντας τη σκάλα ο Φρανσουά λέει στη Σαρλότ:

-Περίμενε, η βραδιά δεν τελείωσε ακόμα.

Η Σαρλότ τον κοιτάζει απορημένη.

Τότε εκείνος βγάζει ένα μικρό κασετοφωνάκι από την τσέπη του και πατάει το play. Η αίθουσα πλημμυρίζει από τη μελαγχολική μελωδία «των χαμένων ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. Από τα μεγάλα παράθυρα της αίθουσας φαίνονται έξω στον σκοτεινό δρόμο οι νιφάδες του χιονιού ν’  ακολουθούν τον ρυθμό της μουσικής. Οι δύο νέοι αρχίζουν να χορεύουν το ρομαντικό αυτό βαλς κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της «Νίκης». Ξαφνικά μπροστά τους εμφανίζεται ο φύλακας, μα εκείνοι συνεχίζουν αγκαλιασμένοι να χορεύουν  αδιαφορώντας για την παρουσία του. Τελειώνοντας η μουσική μ’ ένα φιλικό νεύμα ο φύλακας τους ζητάει να τον ακολουθήσουν. Τους οδηγεί  στην έξοδο του μουσείου λέγοντάς τους:

– Σήμερα μέσα από σας πραγματοποίησα το δικό μου όνειρο. Σας ευχαριστώ!

Εκείνοι τον κοιτάζουν σιωπηλοί, σχεδόν σαστισμένοι και προχωρώντας βγαίνουν από την πόρτα του μουσείου αγκαλιασμένοι. Μερικά βήματα πιο κάτω η Σαρλότ γυρνάει το κεφάλι της και κοιτάζει τον φύλακα λέγοντάς του:

– Το καλοκαίρι θα πάμε στη Σαμοθράκη, θα θέλαμε να σου αφιερώσουμε αυτό το ταξίδι, ποιο είναι τ’ όνομά σου;

– Νικολά, απάντησε εκείνος.

Κλείνοντας την πόρτα του μουσείου πίσω του ακούει το κορίτσι να του φωνάζει.

– Είμαστε η Σαρλότ και ο Φρανσουά, σ’ ευχαριστούμε που μας άφησες ν’ ζήσουμε αυτή τη μαγική νύχτα.

Σιγά – σιγά οι δύο νέοι, περπατώντας δίπλα στις όχθες του Σηκουάνα,  χάνονται στο σκοτάδι.

Ξημερώνει και το Παρίσι αφήνεται στις νιφάδες του χιονιού με τους περαστικούς να περπατούν βιαστικά πάνω στο λευκό χαλί των πεζοδρομίων με την ελπίδα να προλάβουν να πραγματοποιήσουν, ποιος ξέρει, τα δικά τους όνειρα.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο