Β. Τσολακίδης: Η Ελλάδα μπαίνει στον χειμώνα χωρίς σχέδιο θέρμανσης

Συνέντευξη του Βασίλη Τσολακίδη, Βιοαρχιτέκτονα, συμβούλου Στρατηγικού Σχεδιασμού για το Περιβάλλον, την Ενέργεια και το Κλίμα, πρώην Προέδρου του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ), στο Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ.

Τα τελευταία χρόνια ήσαστε από εκείνους ζητούσαν επανειλημμένα να επιταχύνουμε την πράσινη ενεργειακή μετάβαση ως επείγουσα απάντηση στην υπερβολική εξάρτηση από τα εισαγόμενα και ρυπογόνα καύσιμα, κάποια εκ των οποίων αποδείχθηκαν στην πορεία και πολύ ακριβά, που υπονομεύουν επικίνδυνα την εθνική οικονομία και ασφάλεια. Επαληθεύτηκε αυτή η ανησυχία σας;

Δυστυχώς με τον χειρότερο τρόπο, με την έννοια ότι κανείς από μας τους ένθερμους οπαδούς της πράσινης ενεργειακής μετάβασης δεν μπορούσε να φανταστεί τη διεθνή έκταση και την ένταση της σημερινής ενεργειακής κρίσης. H ετήσια συναλλαγματική αιμορραγία για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων (14 εκατ. ΤΙΠ υγρά & ΦΑ η εγχώρια κατανάλωση 2020*) εκτινάχθηκε από τα 10 στα 20 δισ.* μεταξύ 9/2021 και 9/2022, ενώ το συνολικό ετήσιο ενεργειακό κόστος από τα 24 δισ. σε πάνω 40-45 δισ., μια εκρηκτική αύξηση που αντιστοιχεί στο αστρονομικό ποσό των 2.000 ευρώ ανά κάτοικο. Για αυτή την απρόβλεπτη εξέλιξη ίσως αυτοκριτικά οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι δεν παλέψαμε επαρκώς, δεν φωνάξαμε αρκετά για να εισακουστούν οι εκκλήσεις μας  από την Πολιτεία.

Και τώρα τι προτείνετε;

Αυτό που προτείναμε και πριν, αλλά με γρηγορότερους ρυθμούς: περιορισμό της ενεργειακής έντασης και σπατάλης, ταχύτερη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα της χώρας και για στρατηγική εφεδρεία έκτακτης ανάγκης τον λιγνίτη, ως το μοναδικό «εθνικό» από τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα. Χρειαζόμαστε όμως παράλληλα μια ριζική μεταρρύθμιση της ενεργειακής φορολογίας  που θα υπηρετεί αποκλειστικά την κλιματική στρατηγική απεξάρτησης από τα ρυπογόνα και εισαγόμενα καύσιμα.

Η νέα ενεργειακή φορολογία τόσο ως προς τα έσοδα όσο και προς την διάθεσή τους, οφείλει πλέον να υπηρετεί αποκλειστικά τον δραστικό περιορισμό του δυσβάστακτου ενεργειακού κόστους και την απεξάρτηση της χώρας μας από τα εισαγόμενα ρυπογόνα και ακριβά ορυκτά καύσιμα.

Αυτό όμως δεν θα έχει υπερβολικό κόστος;

Το κόστος της πράσινης ενεργειακής μετάβασης είναι δυσανάλογα χαμηλότερο σε σχέση με την εξάρτηση από τα εισαγόμενα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα. Ξέρετε το υπερβολικό ενεργειακό κόστος σήμερα δεν θα ήταν τόσο έντονο αν δεν αποφασιζόταν η πολιτική δραστικού περιορισμού επέκτασης των ΑΠΕ το 2012-13. Το τότε επιχείρημα για δήθεν υπερβολικό κόστος των ΑΠΕ που εκφράστηκε με την διακοπή νέων επενδύσεων ΑΠΕ και το λεγόμενο «New Deal  περικοπής των συμβασιοποιημένων αποζημιώσεων των ΑΠΕ», υπήρξε ασυγχώρητο λάθος, διότι προκάλεσε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή το ενεργειακό κόστος εκτινάχθηκε όχι λόγω των ΑΠΕ, αλλά ακριβώς επειδή διακόπηκε βιαίως  η  ανάπτυξη τους. Οι δε ΑΠΕ αναδείχθηκαν πολύ γρήγορα ως οι φθηνότερες πηγές ενέργειας. Για παράδειγμα, μόνο το πρόσθετο ενεργειακό κόστος που πλήρωσε η εθνική οικονομία το τελευταίο δωδεκάμηνο θα επαρκούσε για την χρηματοδότηση του συνόλου των ΑΠΕ έως το 2030.

Ο χειμώνας όμως εμφανίστηκε ήδη απειλητικά στη Βόρεια Ελλάδα. Κατά τη γνώμη σας μπορεί η εξαγγελθείσα επιδότηση αντικατάστασης του φυσικού αερίου με  πετρέλαιο θέρμανσης να καθησυχάσει τα νοικοκυριά;

Η αντικατάσταση ενός εισαγόμενου ορυκτού καυσίμου δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με ένα επίσης εισαγόμενο και περισσότερο ρυπογόνο καύσιμο. Εκτός του ότι βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την χαραγμένη εθνική και κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική, ενισχύει και διαιωνίζει επικίνδυνα την εξάρτηση της χώρας. Τα 4,2 εκατ. νοικοκυριά θα χρειάζονταν για τη θέρμανσή τους 3,2 δισ. λίτρα πετρέλαιο με συναλλαγματικό κόστος 2,5 δισ. ευρώ. Πρέπει να δοθεί τέλος σε αυτόν τον αποδεδειγμένα  λάθος δρόμο καταστροφής της φύσης και της εθνικής οικονομίας. Η χώρα χρειάζεται ένα νέο «πράσινο σχέδιο θέρμανσης» που θα δίδει μόνιμη διέξοδο και δεν θα ενισχύει τα ορυκτά καύσιμα. Ένα σχέδιο που θα εναρμονίζεται με τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας και τις ανάγκες της ενεργειακής μετάβασης. Καμία τεχνολογία από μόνη της δεν μπορεί να καλύψει βιώσιμα όλες τις ανάγκες, αλλά ένας συνδυασμός ποικίλων ώριμων τεχνολογιών και διαφορετικών πηγών ενέργειας, κατά προτεραιότητα εγχώριων και πράσινων. Με αυτόν τον τρόπο θα υπηρετηθεί αποτελεσματικά και η φύση και η εθνική οικονομία.

Επαρκεί το εγχώριο δυναμικό για ένα τέτοιο σχέδιο;

Σε ό,τι αφορά τις πηγές ενέργειας 100%, αλλά και σε μεγάλο βαθμό έως και 60-70% επαρκεί και το εγχώριο επιστημονικό, τεχνολογικό και βιομηχανικό δυναμικό της χώρας, το οποίο συνολικά πρέπει να συμμετέχει ενεργά και στην διαμόρφωση αυτού του «πράσινου σχεδίου θέρμανσης»

Σε τι θα αφορούσε επιγραμματικά ένα τέτοιο σχέδιο;   

Αρχικά, με την ενίσχυση κατασκευής φωτοβολταϊκών αν είναι δυνατό  σε όλες τις κατοικίες για αυτοκατανάλωση, που είναι η φθηνότερη από όλες τις τεχνολογίες. Δεύτερον, με την αξιοποίηση της εγχώριας υπολειμματικής γεωργοκτηνοτροφικής και λοιπής βιομάζας, για καύση και βιοαέριο, συνολικής εκτιμώμενης ισχύος περί τις 1.000 ΜW, που θα επαρκούσε για την θέρμανση 1 εκατ. νοικοκυριών, ενώ τώρα καταλήγει στις χωματερές, καίγεται στα χωράφια και μολύνει τη φύση.

Τρίτον, με ηλιοθερμικά συστήματα σε συνδυασμό με μακροχρόνια αποθήκευση θερμότητας -πεδίο στο οποίο η εγχώρια βιομηχανία πρωτοπορεί διεθνώς- φτάνει να αξιοποιηθεί κατάλληλα με στοχευμένα επιδοτούμενα προγράμματα, καθότι τα ηλιοθερμικά αποδίδουν 3 φορές περισσότερο από τα Φ/Β και μπορούν κατά το πλείστο να παραχθούν από την εγχώρια βιομηχανία. Τέταρτον, με αντλίες θερμότητας αέρος, αλλά και κυρίως γεωθερμικές αντλίες, οι οποίες αν και ακριβότερες αποδίδουν πολλαπλάσια και για αυτό αξίζει να υποστηριχθούν. Πολλές από τις 2 εκατομμύρια μονοκατοικίες στην επικράτεια θα μπορούσαν να καταστούν 100% ενεργειακά αυτόνομες με γεωθερμικές αντλίες. Χρειάζεται μια εκστρατεία ενημέρωσης των καταναλωτών, απλοποίησης της γραφειοκρατίας και μια ψηφιακή πλατφόρμα γεωθερμικού δυναμικού ανά περιοχή.

Τέλος, με ένα πρόγραμμα ομαδικής λύσης  σε επίπεδο γειτονιάς, οικισμών, κοινοτήτων και διαμερισμάτων πόλεων. Μέχρι τώρα υπάρχουν μόνο προγράμματα για ενεργειακές αστικές αναπλάσεις. Τώρα είναι απαραίτητη μια ισχυρή πολιτική πρωτοβουλία που θα εμπλέκει την τοπική αυτοδιοίκηση και τους καταναλωτές π.χ. με ενεργειακές κοινότητες για μεγάλα έργα τηλεθέρμανσης, που θα συνδυάζουν πολλές τεχνολογίες και πηγές, όπως γεωθερμία, βιομάζα, ηλιοθερμικά, αποθήκευση κλπ., όχι μόνο για νοικοκυριά, αλλά και για άλλους χρήστες.

Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω, ότι η πορεία προς ένα «κλιματικά ουδέτερο ενεργειακό σύστημα» το 2050, προϋποθέτει επίσης ένα «κλιματικά ουδέτερο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας», άμεσα πριν από το 2030, το οποίο με τη σειρά του χρειάζεται επειγόντως μια «μεταρρυθμισμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας».  Πρώτη προτεραιότητα στο δρόμο αυτό έχει η ταχεία επέκταση των Φ/Β και Αιολικών ως εγχώριες, ανεξάντλητες, ώριμες  και φθηνότερες  πηγές ενέργειας.

Η επιτυχία αυτής της μεταρρύθμισης προϋποθέτει επίσης την ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των καταναλωτών, αυστηρά συνεπές προγραμματικό πλαίσιο και ευνοϊκές οικονομικά επενδυτικές συνθήκες.

* α) Ετήσια εσωτερική κατανάλωση Υγρά καύσιμα: 7.000.000 μ. Τ.(ΕΛΣΤΑT 2020) που αντιστοιχεί σε εισαγωγές αργού 50 εκατομμύρια βαρέλια με μεσοσταθμική διεθνή τιμή 110 ευρώ/βαρέλι= 6 δισ. ευρώ, & β) ετήσια κατανάλωση Φ.Α. 2021 (ΙΕΝΕ) (ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 29.03.22),70 δισ. κυβ. μέτρα (bcm) που ισοδυναμούν σε 77 δισ. KWh x 0,18 ευρώ/ KWh = 13,86 δις ευρώ, συνεπώς α+β= 19,86 δισ. ευρώ.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο