«Το θέατρο στην Αθήνα του 5ου αιώνα και η εξύμνηση του Δήμου»

Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 20ο

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

  • Είχες πει πως το θέατρο στην Αθήνα του 5ου αιώνα απολάμβανε μεγάλη ελευθερία λόγου και τα έργα εξυμνούσαν τη θέληση του λαού και τη Δημοκρατία. Όπως για παράδειγμα στις «Ικέτιδες» του Αισχύλου, του Ευριπίδη και αλλού. Πες μας κάτι γι’ αυτό.

Η αρχαία τραγωδία είναι δημιούργημα της κλασικής Αθήνας, δεν υπάρχει αρχαίο δράμα στα Μέγαρα ή στη Σπάρτη. Άρα η τραγωδία είναι, θα λέγαμε, αποτέλεσμα μίας συγκεκριμένης πολιτισμικής περιόδου, εντός των πλαισίων της τότε δημοκρατικής πόλεως των Αθηνών, η οποία απευθυνόταν στο δήμο, δηλαδή στο λαό. Αυτό όμως που  θα πρέπει να επισημάνουμε είναι η αξία των τραγωδιών ως προς την προσφορά τους στην καλλιέργεια της σκέψης του απλού λαού που πήγαινε στο θέατρο ώστε να μετάσχει στην αναζήτηση του αληθούς, καθώς, πέρα από την ελευθερία της σκέψης, του μέτρου και της αλαζονείας που διέπει την ανθρώπινη φύση, η  έκθεση και η κρίση των ανθρωπίνων πράξεων τίθονταν ενώπιον του χορού, που λειτουργούσε ως εκπρόσωπος του δημοκρατικού Δήμου.

Στις Ικέτιδες του Αισχύλου, ένα από τα αρχαιότερα σωζόμενα δράματα της ανθρωπότητας, που θ’ ανεβεί στη σκηνή το 458 π.Χ., οι 50 κόρες του Δαναού θ’ αποδράσουν από την Αίγυπτο μαζί με τον πατέρα τους, καθώς γίνονται αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας από τα πρώτα τους ξαδέρφια, τους Αιγύπτιους,  ζητώντας άσυλο στο Άργος για να σωθούν από τους επίμονους μνηστήρες τους. Ένας  Αιγύπτιος αγγελιοφόρος φτάνοντας στην Ελλάδα ζητά την έκδοση των φυγάδων. Ο βασιλιάς του Άργους, Πελασγός, υπό τον κίνδυνο της απειλής των Αιγυπτίων, αλλά και την επικείμενη τιμωρία του Δία που προστατεύει τους ικέτες, θα σταθμίσει τις καταστάσεις, καθώς από τη μία γνωρίζει πως η αιμομιξία θεωρείται νόμιμη στη χώρα τους, ενώ από την άλλη οι Αιγύπτιοι έχουν  ήδη διαπράξει το αδίκημα της καταπάτησης των συνόρων και της ιεροσυλίας στο Ιερό Άλσος. Έτσι  αποφασίσει, ζητώντας όμως τη γνώμη και συγκατάθεση του λαού του.

Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή επίσης, ο Αίμων, μνηστήρας της Αντιγόνης, μιλώντας στον πατέρα του Κρέοντα, βασιλιά της Θήβας, του λέει ότι «οι άνθρωποι της Πόλης δε συμφωνούν μαζί του να τιμωρήσει την Αντιγόνη που παράκουσε την βασιλική εντολή τιμώντας το άταφο σώμα του αδερφού της, λέγοντάς του ότι δεν υπάρχει πόλη που ν’ ανήκει σ’ έναν άνθρωπο.

«Πόλις γὰρ οὐκ ἔσθ’ ἥτις ἀνδρός ἐσθ’ ἑνός.»

Το έργο εξυμνεί, ακριβώς όπως και το προηγούμενο, με την προτροπή του χορού, την θέληση του λαού.

 Για τον καθηγητή Βασίλειο Α. Καλογερά, όπως αναφέρει στο έργο του «Η αισθητική ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας», η τραγωδία της Αντιγόνης πέρα από τη σύγκρουση των προσώπων και των ιδεών (του θείου και γραπτού νόμου) είναι στο βάθος, όπως στις περισσότερες αρχαίες τραγωδίες, μία τραγωδία πεπρωμένου και ενοχής. Η ενοχή και η κατάρα του οίκου των Λαβδακιδών είναι η αιτία του τραγικού πεπρωμένου της Αντιγόνης, συμβολίζοντας το εύθραυστο και ανύπαρκτο της ανθρώπινης ευτυχίας και τη μηδαμινότητα του ανθρώπου μπροστά στη θεία Δίκη και Νέμεση. Σε πολλές τραγωδίες πρόσωπα ισχυρά και τιτανικά (Προμηθέας, Τάνταλος) και άλλα εν μεγάλη δόξη και ευτυχία (Οιδίπους, Αγαμέμνων), καταπατώντας τους νόμους του δικαίου συντρίβονται και καταστρέφονται κατά τρόπο τραγικό από τη μοίρα ή τη θεία Δίκη και τη Νέμεση που εφορεύουν την ηθική τάξη του κόσμου.

 Αλλά και στις Ικέτιδες του Ευριπίδη, όπως ανέφερες, ο συγγραφέας μάς αποκαλύπτει ότι στην κλασική Αθήνα στις τραγωδίες γινόταν λόγος περί πολιτικής. Η συγκεκριμένη τραγωδία είναι έργο της πρώτης φάσης του Πελοποννησιακού πολέμου (431 – 404 π.Χ.) και σε κάποιο βαθμό παίρνει την αφορμή από τα ιστορικά γεγονότα και τις διαπραγματεύσεις που διεξήγαγαν οι Αθηναίοι με τους Θηβαίους το 424 π.Χ., με σκοπό να πάρουν τους νεκρούς τους μετά τη μάχη στο Δήλιο. Αντίστοιχα, λοιπόν, στον πρόλογο του έργου, ο βασιλιάς των Αργείων Άδραστος και οι γριές μητέρες των σκοτωμένων της εκστρατείας των «Επτά επί Θήβας» παρακαλούν την Αίθρα να μεσολαβήσει στο γιο της, για να πεισθούν ή να υποχρεωθούν οι Θηβαίοι να δώσουν για ενταφιασμό τους σκοτωμένους Αργείους που βρίσκονται κάτω από τα τείχη τους.

Το σκηνικό το οποίο θα μας απασχολήσει αφορά το δεύτερο επεισόδιο του έργου και διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα με τη λογομαχία που διεξάγεται μεταξύ του Θησέα (του σπουδαιότερου, μετά τον Ηρακλή, ήρωα της αρχαίας Ελλάδας, γιου του βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα και της Αίθρας) και ενός Θηβαίου κήρυκα (αγγελιαφόρου). Ο πρώτος εκπροσωπεί το δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηνών, ενώ ο δεύτερος το μοναρχικό πολίτευμα της Θήβας. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τους δύο ήρωες του έργου του  να δημηγορούν ο καθένας υπέρ των απόψεών του.

Στο έργο ο Θησέας επισημαίνει τα πλεονεκτήματα του αθηναϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ ο κήρυκας τα μειονεκτήματα του, προβάλλοντας ως καλύτερο το μοναρχικό. Πρώτα γίνεται λόγος για την αρχή  της ισότητας. Ο κήρυκας αναζητεί δήθεν τον Δυνάστη των Αθηναίων. Ο Θησέας τον διορθώνει, λέγοντας ότι η Αθήνα δεν εξουσιάζεται από έναν άνδρα. Είναι ελεύθερη, καθώς σ’ αυτήν κυβερνούν οι πολλοί  που εναλλάσσονται στα αξιώματα συνεχώς. Έτσι, τόσο οι πλούσιοι όσο και οι φτωχοί, έχουν την ίδια δυνατότητα πρόσβασης στα δημόσια αξιώματα.

« πρῶτον μὲν ἤρξω τοῦ λόγου ψευδῶς, ξένε,
ζητῶν τύραννον ἐνθάδ᾽· οὐ γὰρ ἄρχεται
ἑνὸς πρὸς ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐλευθέρα πόλις. (405)
δῆμος δ᾽ ἀνάσσει διαδοχαῖσιν ἐν μέρει
ἐνιαυσίαισιν, οὐχὶ τῷ πλούτῳ διδοὺς
τὸ πλεῖστον ἀλλὰ χὠ πένης ἔχων ἴσον.»

Μεταφρ.: Πρώτα-πρώτα, ξένε, άρχισες το λόγο σου μ᾽ ένα λάθος,
όταν ζητάς δυνάστη εδώ·
η πόλη αυτή δεν εξουσιάζεται από έναν άνδρα, είναι ελεύθερη. (405)Εδώ κυβερνούν οι πολλοί
που εναλλάσσονται στα αξιώματα χρόνο το χρόνο·
δεν δίνουν πιο πολλά στον πλούτο, και ο φτωχός έχει τα ίδια.

Βασική αρχή της αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου αιώνα, κατά την οποία γράφεται το έργο από τον Ευριπίδη, ήταν η Ισηγορία, η ισότητα δικαιωμάτων λόγου και η Ισονομία, δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία όλοι οι  πολίτες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο.

Όλοι οι πολίτες, λοιπόν, είχαν δικαίωμα λόγου, είχαν ίση αντιμετώπιση από το νόμο, καθώς και δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά. Κυρίως όμως ο Θησέας, ο οποίος εμμέσως υποκαθιστά το πρόσωπο του Περικλή στην τραγωδία, υπαινίσσεται τη δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στη Βουλή των πεντακοσίων. Στο «σώμα» αυτή η εκλογή γινόταν με κλήρο. Κανείς δε μπορούσε να εκλεγεί για πάνω από δύο ετήσιες θητείες, χωρίς, ωστόσο, αυτές να είναι  συνεχόμενες. Και αυτό υπηρετούσε τη βασική αρχή του ότι όλοι οι πολίτες όφειλαν να κυβερνούν και να κυβερνώνται εναλλάξ.

Ακριβώς αυτό όμως γίνεται σημείο κριτικής από το Θηβαίο κήρυκα. Διότι χαρακτηρίζει το θεσμό της κληρώσεως των βουλευτών κάτι ανάλογο με τα ζάρια. Δηλαδή, θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο η πόλη είναι ουσιαστικά ακυβέρνητη, ενώ στη μοναρχική Θήβα δεν υπάρχει αυτή η αναρχία. Επίσης τονίζει το ότι δεν μπορεί να έχουν όλοι τον ίδιο βαθμό πρόσβασης στην εξουσία, διότι δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες. Κατ’  αυτόν το τρόπο κυβερνούν οι δημαγωγοί και όχι οι πραγματικά άξιοι. Στη μοναρχία ο άρχοντας ασχολείται αποκλειστικά με την εξουσία, την οποία μαθαίνει συνεχώς και καλύτερα από τους γεωργούς που πεινούν και που η κύρια μέριμνά τους είναι τα δικά τους προβλήματα επιβίωσης και όχι τα κοινά.

Ωστόσο οι επισημάνσεις του κήρυκα δεν αποτελούν επιχειρήματα ακόμη και σήμερα για όσους θέλουν να επιρρίψουν αδυναμίες στη δημοκρατία;

Συμφωνώ εν μέρει. Όμως κάτω από μία διεισδυτικότερη και αναλυτικότερη  ματιά της ιστορίας διαπιστώνει κανείς πως δεν μπορούν να σταθούν σε μία  αυστηρή κριτική τέτοιου είδους επιχειρήματα, διότι η Βουλή των πεντα­κοσίων απ’ όσο γνωρίζουμε ασκούσε μόνο συμβουλευτική εξουσία. Καθόριζε την ημερήσια διάταξη και πρότεινε σχέδια αποφάσεων στην Εκκλησία του Δήμου (δηλαδή τη συνάθροιση όλων των πολιτών) η οποία ασκούσε και την πραγματική εξουσία, εγκρίνοντας ή απορρίπτοντας τα. Επίσης, τα κληρωθέντα μέλη της Βουλής των πεντακοσίων περνούσαν από έλεγχο από την απερχόμενη Βουλή. Έπρεπε να είναι όλοι γνήσιοι πολίτες, έντιμοι, και συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, δίχως χρέη.

Κλήρωση γινόταν και για την επιλογή των ενόρκων στα δικαστήρια. Το σύστημα αυτό όμως διασφάλιζε  την αντικειμενικότητα τους, καθώς κανείς δεν γνώριζε – ούτε οι ίδιοι οι ένορκοι – πότε και σε πιο δικαστήριο θα υπηρετούσε κάποιος, διότι αυτό το μάθαινε έπειτα από νέα κλήρωση λίγο πριν την δίκη.

Εντούτοις, για τα αξιώματα που απαιτούσαν ειδικές ικανότητες γινόταν εκλογή με ψήφο. Αυτό γινόταν  λ.χ. για την εκλογή των εννέα αρχόντων (κατά την διάρκεια βέβαια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ο Αριστοτέλης μας λέει ότι η εκλογή των εννέα αρχόντων γινόταν με κλήρωση) και των δέκα στρατηγών. Δηλαδή διασφαλιζόταν η άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας να γίνεται από τα ικανότερα (κατά την κρίση του λαού) άτομα και αυτοί οι αιρετοί άρχοντες λογοδοτούσαν σε τακτά χρονικά διαστήματα στην Εκκλησία του Δήμου

Ως προς το μύθο, ο Θησέας αντιτάσσει ότι τίποτε δεν είναι απεχθέστερο για την πόλη από  έναν δυνάστη. Αυτό καταργεί την ισονομία, αφού ο δυνάστης είναι πάνω από τους νόμους. Δεν υπάρχει λοιπόν ισονομία και όταν δεν υπάρχει ισονομία συμβαίνει οι φτωχοί και ανίσχυροι ν’ αδικούνται  από τους πλουσίους και ισχυρούς. Στη δημοκρατία υπάρχει δικαιοκρατία. Ο Θησέας εκθειάζει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου (ισηγορία) κατά το οποίο όποιος έχει μία καλή πρόταση για το συμφέρον της πόλεως είναι ελεύθερος να το προτείνει και να κερδίσει δόξα από αυτό.  Και τελειώνει με την διαπίστωση ότι η δημοκρατία δίδει το κίνητρο στους πολίτες της να αναδεικνύουν τις ικανότητές τους. Ενώ στη μοναρχία ο βασιλιάς φθονεί τους ικανούς και γενναίους άνδρες, διότι φοβάται μη τυχόν του πάρουν την εξουσία και τους θανατώνει. Κανείς, λοιπόν, δεν έχει διάθεση ν’ αναπτύξει τη δράση του και να πλουτίσει, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος του θανάτου και η περιουσία του να οικειοποιηθεί από το δυνάστη.

Γενικώς οι Έλληνες, όσοι τουλάχιστον είχαν γευθεί τη δημοκρατία, είχαν τόση δυσφορία για τη μοναρχία (είτε βασιλεία, είτε τυραννία), ώστε η επιβολή τυραννικών καθεστώτων στις πόλεις της Ιωνίας, ν’ αποτελεί την κυριότερη αιτία για το ξέσπασμα της ιωνικής επαναστάσεως από τους Πέρσες. Αυτό, λοιπόν, το οποίο θέλει να περάσει ο Ευριπίδης είναι η υπεροχή της δημοκρατίας ως κύριο αίτημα δικαίωσης της κοινωνίας έναντι της μοναρχίας. Άλλωστε, κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω,  πως τόσο η πολιτική όσο και οι τέχνες ή το θέατρο στην αρχαία Ελλάδα, συνιστούσαν ένα συνολικό τρόπο του βίου, δε νοούνταν ως κάτι ξέχωρο το ένα από το άλλο. Ήταν επιμέρους εκφάνσεις της ίδιας στάσης ζωής που είχε ως προτεραιότητα να πραγματωθεί, να  φανερωθεί το αληθές, δηλαδή η αρμονία, η ενότητα και η τάξη μέσα σε μία κοινωνία σχέσεων.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο