Το σκοτεινό δωμάτιο μίας ψυχής

της Γιώτας Αγαπητού

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 1954 σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό της Ηπείρου μία ετοιμόγεννη γυναίκα έχει ξυπνήσει όπως κάθε μέρα από νωρίς. Ο άντρας της έχει φύγει από τ’ άγρια χαράματα για να φροντίσει τα ζώα στο στάβλο. Γύρω της τρέχει, προσπαθώντας να της αποσπάσει την προσοχή η τετράχρονη κόρη της. Η νεαρή γυναίκα καθώς ετοιμάζει την ξυλόσομπα για να ζεσταθούνε νιώθει τους πρώτους πόνους της γέννας. Όμως δεν είναι ικανοί να την αποτρέψουν να συνεχίσει τις δουλειές του σπιτιού. Έχει να ζυμώσει το ψωμί και αυτό απαιτεί κόπο, να συγυρίσει τα δωμάτια, όπως και τόσες άλλες υποχρεώσεις που την περιμένουν. Μα οι γυναίκες της Ηπείρου μεγαλωμένες και δεμένες με τη σκληρή φύση του τόπου τους δεν πτοούνται από τις απλές καθημερινές υποχρεώσεις της ζωής.

Καθώς συνεχίζει τις δουλειές της οι πόνοι γίνονται όλο και πιο έντονοι, αλλά εκείνη συνεχίζει να τους αγνοεί. Δυστυχώς όμως δεν κάνει το ίδιο και η μικρή παιδούλα που βλέπει τη μαμά της να κουλουριάζεται από τον πόνο. Η ώρα κυλάει και η γυναίκα νιώθει ότι ήρθε πια η ώρα να φέρει στον κόσμο το δεύτερο παιδί της. Ωστόσο, ευχόταν και ήλπιζε ότι αυτή τη φορά θα γεννούσε τον πολυπόθητο γι’ αυτήν και τον άντρα της γιο.

Έξω το χιόνι συνεχίζει από το βράδυ να πέφτει πυκνό και κείνη φοβάται ότι θα γεννήσει μόνη. Αυτό όμως δεν την τρομάζει. Ψύχραιμη, αρχίζει να δίνει οδηγίες στη μικρή κόρη της για να τη βοηθήσει στη γέννα. Η παιδούλα λες και ήταν προετοιμασμένη από καιρό γι’ αυτή τη μέρα, σαν μεγάλη γυναίκα, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της μάνας της αργά το μεσημέρι τη βοήθησε να φέρει στον κόσμο τον ένα και μοναδικό για την οικογένεια γιο.

Ο πατέρας γύρισε στο σπίτι το βράδυ κατάκοπος, βρίσκοντας τη γυναίκα του να κοιμίζει ευλαβικά και γεμάτη περηφάνια το νεογέννητο. Είδε όμως και την κόρη τους, άξια απόγονο των σπουδαίων και σκληροτράχηλων γυναικών της Ηπείρου, να κοιτάζει χαρούμενη το βρέφος μέσα στην κούνια. Το χιόνι έξω όσο απλωνόταν η νύχτα γινόταν όλο και πυκνότερο, μέσα όμως στο φτωχικό αγροτόσπιτο η οικογένεια βίωνε στιγμές απόλυτης ευτυχίας.

Τα επόμενα χρόνια η οικογένεια θ’ αποκτούσε δύο ακόμα νέα μέλη. Δύο κορίτσια εργατικά και ευγενικά, όπως η μάνα και η μεγαλύτερη αδερφή τους. Επίκεντρο όμως της οικογένειας ήταν ο γιος τους. Τον ονόμασαν Θεόδωρο, γιατί τον θεωρούσαν δώρο ζωής. Οι αδερφές του έμαθαν από τους γονείς τους να τον βάζουν πάνω από οτιδήποτε άλλο. Καθώς μεγάλωνε όμως γινόταν εγωιστής, αλαζόνας, αλλά και υπερόπτης προς τους άλλους, μα και τις αδερφές του. Έκανε σχέδια για μία ζωή μακριά από το γραφικό χωριουδάκι της Ηπείρου, κάτι που το είχαν αντιληφθεί αρκετά νωρίς οι γονείς του. Όταν έγινε είκοσι χρονών αποφάσισε να βρει τη μοίρα του στο εξωτερικό. Εξάλλου, η χώρα του δεν είχε τίποτα να του προσφέρει. Έτσι, μετά την αποφοίτησή του από το εξατάξιο γυμνάσιο έφυγε για τον Καναδά.

Η αδερφή του, η Αργυρώ, δύο χρόνια πριν είχε ταξιδέψει στον Καναδά για να παντρευτεί με προξενιό τον Φιλήμονα. Ένα νεαρό άντρα με καταγωγή από τον τόπο της. Οι γονείς του είχαν φύγει πριν από τον πόλεμο για το εξωτερικό και με διάφορους τρόπους, όπως ακουγόταν στο χωριό, όχι και πολύ νόμιμους, απέκτησαν μία τεράστια περιουσία. Δεν ξεχνούσαν όμως ποτέ τις ρίζες τους, μιας και τα καλοκαίρια επισκέπτονταν πάντα το χωριό τους,  επιδεικνύοντας τον πλούτο τους στους συγχωριανούς τους.

Σε μία από εκείνες τις επισκέψεις συμφωνήθηκε το προξενιό μεταξύ της Αργυρώς και του Φιλήμονα, που κατά ομολογία ήταν ένας όμορφος νέος, αλλά εξαιρετικά επιπόλαιος και ανεύθυνος, σε αντίθεση με την Αργυρώ που ήταν εργατική και καλόψυχη. Παρόλες όμως τις αντιδράσεις της για εκείνο το γάμο, δυστυχώς δεν μπόρεσε να τον αποτρέψει. Άλλωστε, ήταν ζήτημα τιμής. Η μάνα της είχε δώσει τον λόγο της στη μάνα του Φιλήμονα και γι’ αυτό δεν μπορούσε να τον πάρει πίσω.

Μία μέρα του Σεπτέμβρη του 1972 η Αργυρώ πέταξε με την Ολυμπιακή για το Τορόντο του Καναδά. Η ζωή που θα ζούσε εκεί τα επόμενα χρόνια ήταν γεμάτη δυστυχία και αμέτρητα δάκρυα. Ο Φιλήμονας από την πρώτη στιγμή του γάμου τους την ενημέρωσε ότι δεν μπορεί και δε θέλει να της είναι πιστός και καλά θα κάνει η Αργυρώ να συμβιβαστεί με αυτή την κατάσταση.

Με τ’ αγγλικά που ήξερε και το πτυχίο του εξατάξιου γυμνασίου έπιασε δουλειά ως γραμματέας στην επιχείρηση ενός Έλληνα από την Καλαμάτα, καταφέρνοντας έτσι να απεξαρτηθεί οικονομικά από την οικογένεια του άντρα της. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια η Αργυρώ έφερε στον κόσμο τα δύο παιδιά της, το Δημήτρη και τη Μαρία, για τα οποία ζούσε και ανέπνεε, όπως έλεγε η ίδια. Φρόντιζε όμως εκείνη και τα παιδιά της να μην επισκέπτονται συχνά την Ελλάδα. Ήθελε οι γονείς της να πιστεύουν ότι ζει μία όμορφη και ευτυχισμένη ζωή δίπλα στο Φιλήμονα και τους δικούς του.

1974 και ο Θεόδωρος φτάνει στον Καναδά, κάνοντας την Αργυρώ να πιστέψει ότι επιτέλους δε θα ήταν μόνη σε μία ξένη χώρα. Εκείνος έπιασε αμέσως δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο πλαστικών, όπου γνώρισε τη Δέσποινα. Μία πονηρή και έξυπνη γυναίκα από ένα νησί του Βόρειου Αιγαίου. Η Δέσποινα ήταν η μεγαλύτερη από τις πέντε κόρες μίας φτωχής οικογένειας ψαράδων, που δύσκολα τα έβγαζε πέρα. Λόγω της φτώχιας τους, εκείνη πήρε την απόφαση μαζί με άλλους κατοίκους του νησιού να μεταναστεύσουν.

Στο Τορόντο δούλευε στο ίδιο εργοστάσιο με το Θόδωρο. Μετά από ένα χρόνο γνωριμίας αποφάσισαν να παντρευτούν. Εκείνος, λόγω της εργατικότητάς του και του ζήλου που έδειχνε στη δουλειά, από εργάτης σύντομα έγινε επιστάτης. Τα λεφτά που έβγαζαν και οι δύο ήταν αρκετά καλά για να πραγματοποιήσουν τ’ όνειρό τους που ήταν ν’ αποκτήσουν ένα δικό τους σπίτι. Η Δέσποινα κατάφερνε να στηρίζει οικονομικά ακόμα και τους γονείς, αλλά και τις αδερφές της, που είχαν μείνει πίσω στο νησί. Ο Θόδωρος με τον καιρό έγινε υποχείριο στα χέρια της, ένα άβουλο πλάσμα της κάθε επιθυμίας της. Η Δέσποινα κατάφερε με τη συμπεριφορά της ν’ απομακρύνει τελείως τον άντρα της από την αδερφή του, την Αργυρώ, η οποία ένιωθε τώρα πια ακόμα πιο μόνη.

Η Αργυρώ ήταν έρμαιο ενός συζύγου που ποτέ δεν αγάπησε και που δυστυχώς η οικογένειά του δεν ξεχνούσε να της θυμίζει ότι την έβγαλαν από τη φτώχια και τη μιζέρια του χωριού της. Όσο και αν ένιωθε όμως δυστυχισμένη, μα και αφάνταστα απογοητευμένη, είχε αποφασίσει να μη μιλήσει ποτέ για την πραγματική ζωή της στους γονείς και τις δύο αδερφές της.

Ο Θόδωρος κάθε χρόνο φρόντιζε να έρχεται μαζί με την οικογένειά του τα καλοκαίρια στην Ελλάδα. Στο χωριό του έμεναν ελάχιστες μέρες, ενώ στο νησί της Δέσποινας περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος των διακοπών τους. Οι γονείς του κάθε φορά που έβλεπαν το γιο τους ένιωθαν σαν να τους επισκέπτονταν ο θεός. Τον λάτρευαν πιο πολύ και από τη ζωή τους, απαιτώντας από τις δυο κόρες τους που είχαν παντρευτεί και είχαν μείνει στο χωριό να τον υπηρετούν, κάνοντας έτσι το μοναχογιό τους όλο και πιο υπερόπτη και αλαζόνα. Μπροστά στους γονείς του ο Θόδωρος φορούσε τα ρούχα του καλού γιου, αλλά και προστατευτικού αδερφού. Όταν έμενε όμως μόνος με τις αδελφές του έδειχνε τον πραγματικό εαυτό του. Το ίδιο έκαναν η γυναίκα και τα παιδιά του. Συμπεριφορές και λόγια που πλήγωναν βαθιά τις αδερφές του. Ιδιαίτερα την πρωτότοκη, την Ελένη, που ένιωθε πικρία γιατί ήταν εκείνη που βοήθησε τη μάνα τους εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό του 1954 να τον φέρει στον κόσμο.

Η Ελένη πίστευε ότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος κάτι ιδιαίτερα μαγικό τη συνέδεε με τον αδερφό της. Εκείνος όμως το μόνο που ένιωθε για όλες τις αδερφές του ήταν μία απλή συγγενική σχέση. Πολλές φορές τις θύμιζε ότι τις είχε βοηθήσει οικονομικά, αναφερόμενος στα ελάχιστα δολάρια που τις είχε στείλει ως δώρο στο γάμο τους. Στους γονείς του παραπονιόταν πως εξαιτίας της Αργυρώς αναγκάστηκε να ξενιτευτεί στον Καναδά, ενώ εκείνος είχε όνειρο να φύγει, όπως έλεγε, για τη Βραζιλία. Όταν τον άκουγαν να λέει όλα αυτά,  λόγω της αδυναμίας που του είχαν, τον συμπονούσαν και του έδιναν δίκαιο. Γιατί η σχέση που είχαν μαζί του ήταν τελικά σχέση εξάρτησης. Όμως και η Δέσποινα δεν είχε την καλύτερη σχέση με τα πεθερικά και τις κουνιάδες της, γι’ αυτό και έβρισκε πάντα τρόπο να τους στεναχωρεί τις λίγες μέρες που έμεναν στο χωριό. Κάτι που πλήγωνε τους γονείς του Θόδωρου, γιατί ο γιος τους και η οικογένειά του ήταν γι’ αυτούς το κέντρο του κόσμου.  

Τα χρόνια περνούσαν σαν τα φύλλα ενός ημερολογίου που γυρνάει ένα μικρό παιδί παίζοντας. Στη δύση της ζωής τους έμαθαν επιτέλους τι πραγματικά βίωνε η Αργυρώ όλα αυτά τα χρόνια στο γάμο της με το  Φιλήμονα. Δυστυχώς όμως ήταν πολύ αργά για να τη βοηθήσουν. Μεγάλοι πια, μετά από τόσα χρόνια που ήταν βυθισμένοι στο σκοτάδι, συνειδητοποίησαν τελικά ποιος πραγματικά ήταν ο γιος τους. Κουρασμένοι από τη ζωή απομυθοποίησαν το Θόδωρο και είδαν καθαρά πόσο αλαζόνας και υπερόπτης ήταν απέναντι στην οικογένειά του που τον λάτρεψε, αντικρίζοντας έτσι το σκοτεινό δωμάτιο της ψυχής του. 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο