Το πρώτο πέταγμα ενός γλάρου

της Γιώτας Αγαπητού

Απομεσήμερο Μαγιού και η ζέστη που ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα προμήνυε ένα θερμό καλοκαίρι. Η πόλη με τις ψηλές και γκρίζες πολυκατοικίες της βαρυγκωμούσε κάτω από τις λαμπερές ακτίνες του ήλιου. Δύο λευκοί γλάροι με σταχτί φτερά πετούσαν πάνω από τα μεγάλα κτίρια σαν ν’ αναζητούσαν κάτι. Αυτό το έκαναν εδώ και μέρες. Ήταν η εποχή της αναπαραγωγής τους και τ’ όμορφο ζευγάρι προσπαθούσε να βρει ένα μέρος όπου το θηλυκό θα έφερνε στον κόσμο τ’ αβγά του. Τα δύο πουλιά γεννήθηκαν και κείνα σ’ αυτήν εδώ την τσιμεντούπολη, όπως και οι γονείς τους. Έμαθαν να τρέφονται με τ’ αποφάγια των ανθρώπων και να κοιμούνται στις ταράτσες των σκυθρωπών κτιρίων, φτιάχνοντας τις φωλιές τους μακριά από τη θάλασσα, που χάιδευε την άκρη της πόλης με τα κύματά της.

Ο Ιάσονας και η Υψιπύλη ερωτοτροπούσαν γι’ αρκετές μέρες πριν ακόμα γίνουν ζευγάρι, μα τώρα ήταν πια καιρός να χτίσουν το δικό τους σπιτικό για να στεγάσουν την οικογένειά τους. Η αναζήτηση ενός χώρου που θα μπορούσε να τους φιλοξενήσει ήταν πολύ δύσκολη. Σχεδόν όλα τα κτίρια μοιάζανε μεταξύ τους, λες και είχαν πάρει τη μορφή των ενοίκων τους. Παντού τσιμέντο και γυαλί. Ελάχιστες αυλές είχαν δέντρα και λουλούδια, ενώ τα περισσότερα μπαλκόνια των διαμερισμάτων ήταν γυμνά κι απρόσωπα, σαν να φιλοξενούσαν άψυχα κορμιά ανθρώπων.

Η Υψιπύλη είχε κουραστεί και απογοητευτεί απ’ όλη αυτή την προσπάθεια. Πίστευε ότι δε θα μπορέσουν να βρουν το ιδανικό μέρος για να γεννήσει τ’ αβγά της. Όλες αυτές τις σκέψεις τις φίλαγε μέσα της. Δεν ήθελε να τις εκμυστηρευτεί στον Ιάσονα, που φαινόταν αποφασισμένος να τα καταφέρουν, ακόμα κι αν χρειαζόταν να ζήσουν μακριά από τ’ άλλα γλαροπούλια. Πετούσαν σχεδόν όλη μέρα, κάνοντας διαλείμματα για φαγητό, αλλά και για να ξεκουράσουν λίγο τα φτερά τους, που καίγονταν από τη ζεστή ανάσα του ήλιου. Η αναζήτηση τους κράτησε μία εβδομάδα. Είχαν ψάξει την πόλη σχεδόν σπιθαμή προς σπιθαμή. Όμως όλο αυτό το διάστημα δεν είχαν προσέξει ότι στην άκρη της πολιτείας υπήρχε μία γειτονιά μ’ ένα μικρό πάρκο που το αγκάλιαζαν λιόδεντρα με χρυσοπράσινα φύλλα, ενώ τα νυχτολούλουδα και τα γιασεμιά χάριζαν στους κατοίκους της απλόχερα το μεθυστικό άρωμά τους. Στα μπαλκόνια μικρές γλάστρες με βασιλικό και δυόσμο συντρόφευαν τους ενοίκους. Οι παιδικές φωνές με την αθωότητά τους ζωντάνευαν τη μικρή αυτή γειτονιά, που θύμιζε συνοικίες άλλων εποχών. Σουρούπωνε όταν ο Ιάσονας την εντόπισε. Γύρισε το λευκό λαιμό του προς τη συμβία του, η οποία ένοιωθε τα φτερά της να βαραίνουν από την κούραση,  που με δυσκολία πια κατάφερναν να διασχίζουν τον ουρανό.

  • Κοίτα Υψιπύλη! Νομίζω ότι βρήκα το μέρος όπου τελικά θα χτίσουμε τη φωλιά μας.

Εκείνη απογοητευμένη προσπάθησε να βγάλει μία κραυγή, αλλά αυτό της ήταν δύσκολο. Τότε ο Ιάσονας της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Σε λίγο προσγειώθηκαν στην ταράτσα μίας μικρής πολυκατοικίας με μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια. Τα διπλανά κτίρια ήταν όμορφα φροντισμένα από ανθρώπους που ζούσαν πραγματικά. Τα δύο πουλιά, αφού έλεγξαν προσεκτικά το μέρος, αποφάσισαν ότι ήταν κατάλληλο για να μείνουν. Στη μέση υπήρχε ένα μεγάλο υπόστεγο με μία μικρή πόρτα, η οποία, λόγω της σκουριάς που είχε επάνω της, έδειχνε ότι είχε καιρό ν’ ανοιχτεί από ανθρώπινο χέρι. Ικανοποιημένοι, αλλά και κατάκοποι κούρνιασαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Την επόμενη μέρα νωρίς το πρωί άρχισαν να ετοιμάζουν έναν ζεστό και άνετο χώρο για να γεννήσουν και να κλωσήσουν τ’ αβγά τους. Για το λόγο αυτό πέταξαν μακριά για να βρουν μικρά χόρτα και ξερά κλαδιά για τη φωλιά τους. Τώρα πια η ζέστη και η κούραση δεν τους πτοούσε.

Ο Ιάσονας ένιωθε περήφανος που είχε καταφέρει να φροντίσει τη γυναίκα του. Ανυπομονούσε ν’ ακούσει το πρώτο τιτίβισμα του παιδιού τους. Όταν όλα ήταν πια έτοιμα η Υψιπύλη έφερε στον κόσμο ένα αβγό. Κάτι που στην αρχή τους στεναχώρησε για λίγο, γιατί ήλπιζαν ότι θα δημιουργούσαν μια μεγάλη οικογένεια. Όμως τώρα προείχε να εκκολαφθεί όσο γίνεται καλύτερα. Είκοσι έξι μέρες αγωνίας πέρασαν οι δυο τους. Ο νεαρός γλάρος  προσπαθούσε να λείπει όσο γίνεται λιγότερο για να μην αφήνει μόνη τη σύντροφό του. Γυρίζοντας, της έφερνε φαγητό και νερό, ενώ κλωσούσε κι αυτός το αβγό όταν η Υψιπύλη πετούσε για να ξεμουδιάσουν τα φτερά της.

Αρχές Ιουνίου και το ζευγάρι μετρούσε αντίστροφα για τη μεγάλη μέρα. Ωστόσο, τρόμαζαν στην ιδέα μήπως ο ένας από τους δύο δε θα είναι παρόν όταν θα έρθει στον κόσμο το νέο μέλος της οικογένειας. Έτσι, αναζητούσαν τροφή στους κοντινούς κάδους. Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά. Το μικρό γλαροπούλι όμως αρνιόταν πεισματικά ν’ αφήσει τη ζεστασιά και την άνεση που του προσέφερε το αβγό. Η Υψιπύλη ανησυχούσε για τη ζωή του παιδιού της, καθώς είχε ολοκληρωθεί ο χρόνος επώασης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας μέρας, από φόβο μήπως δεν ακούσει το τσόφλι να σπάει, εκείνη σχεδόν δεν ανέπνεε. Ο άντρας της προσπαθούσε να την ηρεμίσει. Βράδιαζε και στη γειτονιά ακούγονταν οι παιδικές φωνές από το πάρκο. Η νεαρή μάνα κούρνιασε στην αγκαλιά του συντρόφου της και χωρίς να το καταλάβει αποκοιμήθηκε. Ήταν αργά. Η νύχτα είχε σκεπάσει την πόλη. Τ’ αστέρια που φώτιζαν τον ουρανό κρατούσαν συντροφιά στους ξενύχτηδες και στους ρομαντικούς. Η Υψιπύλη παραδομένη στα χέρια του Μορφέα ένιωσε ένα τράνταγμα. Ένα θόρυβο. Άνοιξε απότομα τα μάτια της και αντίκρισε τον Ιάσονα που κοιμόταν ήσυχα δίπλα της. Προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, όμως ένας δεύτερος ήχος σαν σπάσιμο δεν την άφησε. Κοίταξε το τσόφλι, το οποίο είχε ραγίσει.

  • Ιάσονα ξύπνα! νομίζω ότι έφτασε η ώρα.

Εκείνος πετάχτηκε απότομα, κοιτάζοντας προς τη μεριά του αβγού. Στη θέση του ξεπρόβαλε ένα μικρό ροζ κεφαλάκι με τεράστια μάτια, που τους αντίκρισε με απορία. Πριν καλά καλά το καταλάβουν είχε απελευθερωθεί ολόκληρο από το κέλυφος. Οι δύο γλάροι δε σταματούσαν να το χαζεύουν ευτυχισμένοι. Το μικρό πλασματάκι τους ήταν βρεγμένο και πεινούσε, αρχίζοντας τα πρώτα του τιτιβίσματα. Ο νεαρός πατέρας πέταξε για να βρει φαγητό. Καθώς απομακρύνονταν έριχνε κλεφτές ματιές γεμάτος περηφάνια για την οικογένειά του. Η μάνα σκέπασε για να ζεστάνει με τα φτερά της το νεοσσό, που την κοίταζε μέσα στα μάτια, τσιρίζοντας από χαρά. Οι φωνές αυτές έκαναν πολλούς ονειροπόλους ξενύχτηδες που καθόταν στα μπαλκόνια τους να σκεφτούν ότι τη νύχτα αυτή κάτι όμορφο γέννησε η φύση.

Όταν μετά από ώρα ο Ιάσονας επέστρεψε στη φωλιά τους φέρνοντας φαγητό βρήκε τη νεαρή μητέρα να κοιμάται κατάκοπη, ενώ δίπλα το μικρό πουλάκι της κελαηδούσε σιγανά για να μη την ξυπνήσει. Ο πατέρας πήγε κοντά του και κείνο ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του κατάπιε με λαιμαργία το πρώτο του γεύμα. Το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά, με τις φτερούγες των δύο μεγάλων πουλιών να προστατεύουν από τον ήλιο και την υγρασία τον Αίολο. Αυτό ήταν τ’ όνομα που έδωσαν στο μικρό γλάρο, με την ευχή ν’ αποκτήσει πολλές από τις ιδιότητες του αρχαίου θεού. Από κείνη τη στιγμή όλα άλλαξαν στη ζωή τους. Οι δύο γονείς, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, φεύγανε για να φέρουν τροφή στο μικρό γλαροπούλι, το οποίο περνούσε την ώρα του προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει οτιδήποτε υπήρχε επάνω στην ταράτσα. Η ψιλή φωνή που έβγαζε από το λαιμό του έσπαγε τη μονοτονία της γειτονιάς. Γκρίζο και μικρό, έδειχνε να είναι τόσο απροστάτευτο. Υπήρχαν στιγμές που κοίταζε ψηλά στον ουρανό με έκπληξη τ’ άλλα πουλιά που πατούσαν. Ίσως και κείνο να ονειρευόταν τη μέρα που θ’ άγγιζε με τις φτερούγες του το μπλε του ουρανού. Οι γονείς του τον καμάρωναν, ενώ απορούσαν με τη λαιμαργία του. Ο Αίολος δεν έπαψε από την πρώτη στιγμή να βλέπει μέσα στα μάτια τη μάνα του με αγάπη. Μέρα με τη μέρα, καθώς μεγάλωνε, το χρώμα των φτερών του άλλαζε. Ωστόσο, παρέμενε ένας χαριτωμένος νεοσσός. Αρκετοί κάτοικοι από τις γειτονικές πολυκατοικίες παρατηρούσαν με περιέργεια και θαυμασμό την όμορφη αυτή οικογένεια των γλάρων. Εξάλλου, όλες οι οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Οι πιο παρατηρητικοί έλεγαν ότι καταλάβαιναν τι ήθελε να πει  ο μικρός Αίολος, από την ένταση και το χρώμα του τιτιβίσματος του.

Τα πτηνά όμως μεγαλώνουν πιο γρήγορα από τους ανθρώπους. Τις επόμενες τέσσερις εβδομάδες, όταν το καλοκαίρι είχε εδραιώσει για τα καλά τη θέση του, ο Αίολος είχε σχεδόν μεταμορφωθεί σ’ έναν μικρό όμορφο γλάρο. Η ουρά του είχε αρχίσει στην άκρη της να γίνεται μαύρη, ενώ το γκρίζο χρώμα των πούπουλών του σιγά σιγά έπαιρνε μία ανοιχτή απόχρωση. Τώρα πια κοιτούσε με λαχτάρα τα πουλιά που πετούσαν και ανυπομονούσε να κάνει και κείνος το ίδιο. Οι γονείς του όταν τους ρωτούσε του έλεγαν ότι τα φτερά και το σώμα του δεν είναι ακόμα έτοιμα. Μα όταν θα έφτανε η ώρα εκείνος θα το καταλάβαινε. Το γλαροπούλι το διάστημα που έμενε μόνο του πηγαινοερχόταν πάνω κάτω, προσπαθώντας ν’ ανοίξει τα φτερά του. Η μάνα του πολλές φορές καθόταν σε μια γωνιά και τον καμάρωνε, ακούγοντάς τον να της τραγουδάει και να τρέχει χαρούμενος γύρω της. Υπήρχαν όμως και στιγμές που η Υψιπύλη μελαγχολούσε, ξέροντας ότι όλες αυτές οι ξέγνοιαστες και όμορφες μέρες που περνούσε με το παιδί της θα τελειώσουν. Εκείνος θα μεταμορφώνονταν σ’ ένα δυνατό και περήφανο γλάρο που θα έφευγε από τους γονείς του, όπως έκανε και κείνη. Έτσι, προσπαθούσε να μη μένει για πολύ μακριά του.

Το καλοκαίρι έδινε την τελευταία μεγάλη παράστασή του. Ο Αίολος είχε σχεδόν αλλάξει ολοκληρωτικά χρώμα. Το γκρίζο σιγά σιγά γινόταν λευκό. Τώρα αισθάνονταν τα φτερά του αρκετά δυνατά. Άλλωστε είχε ακούσει κρυφά τη μάνα να λέει στον πατέρα του ότι είναι καιρός ν’ αρχίσει να πετάει.

Μέσα Ιουλίου και η Υψιπύλη, αγκαλιάζοντας το παιδί της, του είπε:

  • Αίολε ήρθε η ώρα ν’ ακολουθήσεις τη μοίρα των προγόνων σου και να κατακτήσεις τους ουρανούς.

Εκείνος υπό το άγρυπνο βλέμμα τους έκανε την πρώτη του μεγάλη προσπάθεια. Πήρε φόρα και άρχισε να τρέχει. Καθώς όμως άνοιξε τα φτερά του σωριάστηκε στο έδαφος, κάτι που τον έκανε να νιώσει φόβο. Οι γονείς του βλέποντάς τον θέλησαν να του δώσουν θάρρος. Έβαλε και πάλι τα δυνατά του, αλλά δεν τα κατάφερε. Τώρα πια πίστευε ότι ήταν ο μοναδικός γλάρος που δε θα άγγιζε τον ουρανό. Για μερικές μέρες έπαψε να προσπαθεί. Δεν τιτίβιζε, παρά μόνο καθόταν θλιμμένος σε μια γωνιά της ταράτσας. Οι δικοί του στεναχωριόταν που τον έβλεπαν έτσι. Ένα ζεστό πρωινό, που μόλις ο ήλιος είχε ανατείλει, ο Αίολος πετάχτηκε απότομα σαν κάτι να τον ταρακούνησε. Άρχισε να τρέχει, ανοίγοντας διάπλατα τις φτερούγες του. Το σώμα του σηκώθηκε ψηλά. Επιτέλους πετούσε! Κάνοντας κύκλους γύρω από την ταράτσα για να τον δουν φώναζε δυνατά.

  • Μαμά μπαμπά κοιτάξτε! τα κατάφερα…

Οι δύο γλάροι ανύψωσαν τα μάτια τους στον ουρανό και βλέποντας τον ένιωσαν περηφάνια. Τώρα πια ο Αίολος, σαν άλλος θεός του ανέμου, ήταν έτοιμος να φύγει μακριά για να γνωρίσει τον κόσμο που περίμενε να τον κατακτήσει.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο