Το πρώτο φιλί

της Γιώτας Αγαπητού    

Βαριά βήματα αφήνουν τα σημάδια τους πάνω στο φρέσκο χιόνι, που εδώ και λίγη ώρα έχει αρχίσει να πέφτει, ενώ έχει ήδη πια σκοτεινιάσει. Ωστόσο, η πόλη δε λέει να ησυχάσει. Τα μαγαζιά από άκρη σ’ άκρη στην οδό Lower East Side έχουν αρχίσει να κλείνουν. Αφεντικά και υπάλληλοι κατάκοποι από τη δουλειά όλης της ημέρας βιάζονται να εγκλωβιστούν στα μικρά διαμερίσματά τους. Ελάχιστοι περαστικοί χαζεύουν τις βιτρίνες που κατεβάζουν ρολά, ενώ οι χιονονιφάδες  αγκαλιάζουν  απαλά τους ώμους τους. Η μεγάλοι φανοστάτες, που βρίσκονται κατά μήκος των δρόμων, φωτίζοντας, βοηθούν τους διαβάτες να φτάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους. Τ’ αυτοκίνητα, λόγω του χιονιού, κινούνται με δυσκολία πάνω στις φαρδιές λεωφόρους. Όμως παρόλη την κακοκαιρία που επικρατεί η Νέα Υόρκη αρνείται να χαλαρώσει.

Ανάμεσα στους εκατοντάδες διαβάτες δύο νέοι άντρες περπατούν σιωπηλοί με τα χέρια στις τσέπες, τυλιγμένοι στα ζεστά τους ρούχα. Δείχνουν κουρασμένοι, αλλά και αρκετά σκεπτικοί. Ανυπομονούν να φτάσουν στον προορισμό τους, που βρίσκεται στο τέρμα της οδού West Side and North, στη Δυτική πλευρά του Μανχάταν. Εξαντλημένοι και νηστικοί δεν έχουν διάθεση για πολλές κουβέντες. Βαδίζουν προσεκτικά βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Σκέψεις που εκείνη την ώρα, λόγω της ταλαιπωρίας από τα έντονα καιρικά φαινόμενα, δεν έχουν καμία σημασία. Η διαδρομή μέχρι το σπίτι είναι μεγάλη. Το μαγαζί τους βρίσκεται στην άλλη άκρη του Μανχάταν. Μία περιοχή της πόλης που μετανάστες από κάθε γωνιά της γης έχουν ανοίξει τη δική τους μικρή ή μεγάλη επιχείρηση. Άνθρωποι που η πατρώα γη, λόγω της φτώχειας, τους έστειλε  στην Αμερική, με σκοπό να την κάνουν δεύτερη πατρίδα τους. Οι δύο νέοι αυτοί άντρες, που ανυπομονούν να φτάσουν στον προορισμό τους, είναι μετανάστες από την Ελλάδα και την Ιρλανδία. Στο σπίτι τους περιμένει η Μαρουσώ, που θέλει τόσο πολύ να τους διηγηθεί τις πρώτες εμπειρίες που βίωσε στη Νέα Υόρκη.

Σχεδόν όλη τη μέρα της την πέρασε ταχτοποιώντας το σπίτι και  μαγειρεύοντας με τα λίγα υλικά που βρήκε μέσα στα ντουλάπια της κουζίνας ένα φαγητό που αχνά θύμιζε σαν εκείνα που έφτιαχνε η μάνας της, η οποία φημιζόταν για τις μαγειρικές της ικανότητες, αλλά και τη νοικοκυροσύνη της. Οι δυο μεγάλες της κόρες προσπάθησαν να της μοιάσουν, όχι όμως και αυτή, που ονειρευόταν μία ζωή μακριά από το νησί της και τα στενά πλαίσια της συντηρητική κοινωνίας του. Μεγάλο της όνειρο εξάλλου ήταν να σπουδάσει και να ταξιδέψει στον κόσμο.

Μέχρι να έρθουν ο Νώντας με τον Ardal, εκείνη φρόντισε να δώσει μία χαρούμενη νότα στο χώρο. Έστρωσε το μεγάλο και λευκό λινό τραπεζομάντιλο με τη δαντέλα και τα κρόσσια πάνω στο τραπέζι, το οποίο ήταν ένα από τα πράγματα που είχε στριμώξει στον μπόγο που είχε πάρει μαζί της. Επάνω στο τραπέζι τοποθέτησε το μικρό γυάλινο βάζο με τις κίτρινες μαργαρίτες που τις είχε χαρίσει η Σοφία, θέλοντας να την καλωσορίσει. Αφού επιτέλους βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν έτοιμα ντύθηκε με το καλό της φόρεμα κι έδεσε γύρω από τη μέση της την ποδιά με τα πολύχρωμα κεντίδια, ενώ τα μαλλιά της τα χτένισε σ’ έναν περίτεχνο κότσο. Ήθελε να είναι όμορφη, όπως εκείνο το κορίτσι της φωτογραφίας που είχε στείλει στον αδερφό της όταν ήταν ακόμα σχεδόν έφηβη. Αν και στο σπίτι έκανε αρκετό κρύο, η ατμόσφαιρα που επικρατούσε ήταν ζεστή και γεμάτη θαλπωρή. Η Μαρουσώ κοίταξε τους δείκτες του ρολογιού που κινούνταν αργά, λες και έκαναν χάζι με την αγωνία της.

Για μία ακόμα φορά κατευθύνθηκε  προς το παράθυρο. Το σκοτάδι εδώ και ώρα είχε αγκαλιάσει σαν στοργικός εραστής την πόλη. Το Μανχάταν της φάνηκε το βράδυ το ίδιο όμορφο και ενδιαφέρον. Άνθρωποι και αυτοκίνητα συνέχιζαν να κυκλοφορούν. Το χιόνι καθώς έπεφτε θύμιζε κουρτίνα που περιέβαλε τους μεγάλους φωτιστικούς στύλους στις άκρες των δρόμων. Η Μαρουσώ χάθηκε για λίγο στην εικόνα της που καθρεφτιζόταν στο τζάμι του μισοσκότεινου δωματίου. Απέναντί της είδε να στέκεται μία γυναίκα που κόντευε τα είκοσι χρόνια. Δροσερή όπως οι σταγόνες που αγγίζουν τα φυτά την αυγή. Το πρόσωπό της δεν είχε στιγματιστεί ακόμα από τον χρόνο. Κοίταξε με θλίψη τα ρούχα της. Τώρα πια είχε ανάγκη να τα καταχωνιάσει σε μιαν άκρη και ν’ αμφιεθεί με ρούχα της νέας της πατρίδας. Βιαζόταν να βγάλει από πάνω της το παρελθόν και να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Άλλωστε, γνώριζε καλά ότι μπορούσε να στηριχτεί στον αδερφό της, όπως έκανε πάντα. Για λίγο σάστισε, μπροστά στο μισοσκότεινο τζάμι καθρεφτίζονταν η μορφή της μάνας και του κύρη της κοιτάζοντάς την. «Άραγε τι ώρα να ναι τώρα στο νησί;» αναρωτήθηκε, ενώ από τα μάτια της κύλισαν δάκρια. Τους αγαπάει πολύ. Ωστόσο, ο τόπος της την έπνιγε. Δεν άντεχε ν’ ακολουθήσει και κείνη τη μοίρα των δύο μεγαλύτερων αδερφάδων της. Ένιωθε ότι ήταν προορισμένη γι’ άλλα πράγματα. Στο μυαλό της ήρθε η Σοφία και τα όσα της εκμυστηρεύτηκε για τη ζωή που ζούσε και τα καταπιεσμένα θέλω της. Η Μαρουσώ δεν ήθελε να κάνει τα ίδια λάθη μ’ αυτήν. Εξάλλου, ήξερε τι ζητούσε και θα πάλευε για να το αποκτήσει.

Η ώρα κυλούσε, όμως εκείνη συνέχισε να κάθεται στο παράθυρο. Γύρισε για μια στιγμή το βλέμμα της στο χώρο, που φαινόταν ότι τον είχε αγγίξει γυναικείο χέρι. Το φαγητό ζεστό και λαχταριστό, περίμενε τους πεινασμένους συνδαιτυμόνες που σε λίγο θα καθόταν γύρω από το τραπέζι για να το γευτούν. Τώρα πια είχε αρχίσει να βαριέται. Κοιτούσε χωρίς να προσέχει τα μεγάλα επιβλητικά κτίρια που βρισκόταν στον απέναντι δρόμο. Στα παράθυρά τους υπήρχε φως, ενώ κατά διαστήματα έβλεπε να περνούν από μπροστά ανθρώπινες φιγούρες που έμεναν μέσα. Για να μη σκέφτεται και μελαγχολεί άρχισε να δημιουργεί φανταστικές ιστορίες για τους ενοίκους των διπλανών πολυκατοικιών. Ίσως με κάποιους από αυτούς να είχε συναντηθεί στο νησί Έλις. «Αυτή η πόλη δεν  κοιμάται ποτέ της;» διερωτήθηκε. Στο νησί της από κάποια ώρα και μετά κυκλοφορούν μόνο αδέσποτα ζώα, που με κάθε τρόπο προσπαθούν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους μέσα στη νύχτα. Φέρνοντας στο μυαλό της αυτές τις εικόνες συνειδητοποιεί ότι όσο κι αν θέλει να ξεφύγει από την ιδιαίτερη πατρίδα της, αυτή βρίσκει διάφορες αφορμές για να την ακολουθεί.

Εν τω μεταξύ το χιόνι έχει αρχίσει να δυσχεραίνει ακόμα πιο πολύ την κίνηση όλων όσων είναι ακόμη έξω στους δρόμους της πόλης. Ο Νώντας με τον Ardal νιώθουν τα σώματά τους κοκαλωμένα από το κρύο, γι’ αυτό και ανυπομονούν να φτάσουν επιτέλους στο σπίτι τους, που τώρα πια δεν απέχει παρά μόνο λίγα μέτρα. Συνεχίζουν να περπατούν αμίλητοι, αλλά και αποδεσμευμένοι από κάθε είδους σκέψεις, αφού είναι παραδομένοι στην κούραση και στο κρύο. Ο Νώντας για μια στιγμή προσπαθεί ν’ αρθρώσει μία κουβέντα, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να εμψυχώσει τον φίλο του. Όμως το μετανιώνει, μιας κι ο παγωμένος αέρας που φυσάει δεν του επιτρέπει να ακουστεί η φωνή του. Κοντεύουν, η πολυκατοικία που μένουν είναι μπροστά τους κι αυτό τους δίνει κουράγιο.

Η Μαρουσώ ρίχνει μία ακόμα  κλεφτή ματιά στο ρολόι, στρέφοντας το πρόσωπο της στο δρόμο. Βλέπει δύο σκυμμένες φιγούρες να περπατούν με δυσκολία πάνω στο χιόνι, κάνοντας την καρδιά της να φτερουγίσει. Δεν σταματά να τους ακολουθεί με το βλέμμα της. Καταλαβαίνει ότι είναι ο Νώντας με τον Ardal, ο οποίος ασυναίσθητα την ίδια στιγμή σηκώνει τα μάτια του προς το παράθυρο του σπιτιού τους, βλέποντας μία γυναικεία μορφή να στέκεται κοιτάζοντας τους. Παίρνει δύναμη κι επιταχύνει το βήμα του, κάνοντας τον συγκάτοικό του να τον ακολουθήσει, μιας και κείνος εδώ και πολύ ώρα έχει καρφωμένα τα μάτια του στην παγωμένη άσφαλτο,  προσέχοντας μη γλιστρήσει. Η Μαρουσώ καθρεφτίζεται για τελευταία φορά στο τζάμι του παραθύρου, για να δει αν είναι ακόμα όμορφη. Κατευθύνεται προς την κουζίνα, επιζητώντας αυτή την πρώτη μέρα να είναι όλα στην εντέλεια. Προσπαθεί να χαλαρώσει…

Σε λίγο ακούγονται βήματα έξω στο διάδρομο. Σιωπή… Καθώς ο Νώντας ετοιμάζεται ν’ ανοίξει την πόρτα διαπιστώνει ότι είναι ξεκλείδωτη. Η αδελφή του στέκεται όρθια για να τους καλωσορίσει. Τα πόδια της τρέμουν, ενώ σκουπίζει πάνω στο φόρεμά τα ιδρωμένα της χέρια. Οι δύο άντρες περνούν το κατώφλι του διαμερίσματος. Ακολουθούν στιγμές αμηχανίας, τις οποίες έρχεται να απαλύνει η μυρωδιά που αναδύει το σπιτικό μαγειρευτό φαγητό. Η νεαρή γυναίκα τους υποδέχεται εγκάρδια, ενώ νιώθει τα μάγουλά της να καίνε από την ταραχή. Λίγες τυπικές κουβέντες και οι τρεις νέοι κάθονται στο τραπέζι. Το φαγητό που τους έχει ετοιμάσει κάνει το Νώντα να θυμηθεί τη μάνα τους. Τα δύο αδέρφια αναπολούν στιγμές που έζησαν παιδιά. Ο Ardal τους παρακολουθεί σαστισμένος, νιώθοντας μία μικρή ζήλια που λόγω της γλώσσας δε μπορεί να συμμετέχει στην κουβέντα. Κοιτάζοντας τη νεαρή Καλυμνιώτισα αισθάνεται να γοητεύεται όλο και πιο πολύ από τη χροιά της φωνής και τη λάμψη των ματιών της. Ο Νώντας εξηγεί στον φίλο του όσα συζητάει με την αδερφή του, αναφέροντάς του τη μεγάλη σημασία που έχει για τους συμπατριώτες του η δημιουργία αναμνήσεων που συσχετίζεται με το φαγητό. Σιγά σιγά οι τρεις νέοι κουβεντιάζουν λες και δεν υπάρχει πια το εμπόδιο της γλώσσας. Αναφέρονται στις ζωές τους και τις θύμισες που έχουν χτιστεί μέσα από αυτές. Ο Ardal αφηγείται τις γεύσεις της πατρίδας του, που έχει να γευτεί χρόνια. Η φωνή του σταθερή και ήρεμη κάνει τη Μαρουσώ να νιώσει απέραντη οικειότητα και σιγουριά. Της μιλάει σαν να είναι οι δυο τους για τις πιο κρυφές σκέψεις του και τα όνειρά του, για την αγάπη που έχει στη μουσική και το διάβασμα, την ελπίδα του ότι κάποτε θα μπορέσει να βρει τον τρόπο να βοηθάει μετανάστες από την πατρίδα του που φτάνουν στην Αμερική. Αναφέρεται στο Νώντα με τη λέξη αδερφός, αφού τον θεωρεί οικογένειά του. Καθ’ όλη τη διάρκεια εξιστόρησης της ζωής του, η φωνή του χρωματίζεται από συναισθήματα ευγένειας και καλοψυχίας. Εκείνη αναφέρεται στα δικά της όνειρα κι ελπίδες, του περιγράφει τη ζωή της στο νησί και για το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου που λούζεται από τον λαμπερό ήλιο.

Ο Νώντας όση ώρα μεταφράζει τις κουβέντες των δύο νέων προσπαθεί να διατηρεί το ρόλο του απλού παρατηρητή μιας ιστορίας που τώρα ξεκινάει να γράφεται. Τον γοητεύει η ιδέα ότι ο φίλος του και η αδερφή του γνωρίστηκαν εξαιτίας του, θεωρώντας ότι έχει καθήκον να τους βοηθήσει ώστε όλα να πάνε καλά. Το ρολόι στον τοίχο δείχνει δώδεκα τα μεσάνυχτα. Το κρύο έξω όσο προχωράει η νύχτα γίνεται όλο πιο τσουχτερό, ενώ το χιόνι συνεχίζει να πέφτει πυκνό. Στο τζάμι του παραθύρου καθρεφτίζονται κάτω από το  ημίφως οι μορφές των τριών νέων. Είναι ώρα να πάνε για ύπνο, αφού αύριο το πρωί οι δύο φίλοι και συνεταίροι πρέπει να ξυπνήσουν νωρίς.

Εκείνο το πρώτο βράδυ, όπου όλοι έχουν μεθύσει από χαρά κι ευτυχία, ο Ardal παίρνει το θάρρος και κρυφά από το Νώντα δίνει το πρώτο φιλί στα αναψοκοκκινισμένα χείλη της Μαρουσώς, επισφραγίζοντας έτσι μία σχέση που μόλις ξεκινούσε τη δική της πορεία ζωής.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο