alexis-800x140

Το Πέπλο Του Καθρέφτη Μου

Να μαι πάλι απέναντι σ’ άδειο χαρτί.

Γράφω – σβήνω…

Σβήνω –  Γράφω…

Απύθμενο πιθάρι.

Ωκεανός ασάλευτος.

Πώς να χορτάσω την πείνα του;

Τι να χωρέσω;

Κι όμως όσο το παρατηρώ, χωρίς να σκέφτομαι, όλο και μικραίνει στα μάτια μου.

Ένα μικρό λευκό, σχεδόν τετράγωνο χαρτί, σαν άστρο που ταξιδεύει στο σκοτάδι και ολοένα απομακρύνεται.

Μου φαίνεται τόσο περιορισμένο!

Πως ν’ απλώσω την ψυχή μου επάνω του;

Θα πλημμυρίσει  ύπαρξη.

Ίσως χυθούν κάποια κομμάτια της ύπαρξής μου απ’  έξω.

Σαν απλωμένο λάδι πάνω στο ψωμί που γλιστράει και ολοένα χύνεται από παντού.

Αν πέσει στο χώμα, φοβάμαι, μη τυχόν και εξατμιστεί

ή την κατασπαράξουν τα έντομα.

Ή με κατασπαράξουν τα έντομα.

Αρχίζει να με κυριεύει ο φόβος.

Τώρα είναι η ευκαιρία, τώρα που νιώθω κάτι.

Δεν χάνω ευκαιρία, βουτάω μέσα μου, με την αγωνία του εξερευνητή που δεν ξέρει τι θα αντικρίσει.

Πως θα αντιμετωπίσει αυτό που μπορεί να δει.

Μα…

Δεν αφουγκράζομαι τίποτα.

Κι ο φόβος μου;

Ίσως θα βούτηξε στα ρηχά.

Δεν ήτανε φτιαγμένος για μεγάλα υπαρξιακά βάθη.

Εκεί κάτω ακούγεται μόνο ο ήχος μίας θορυβώδους σιωπής.

Τι σκόρπια αίσθηση!

Σκληρή σαν πέτρα πάνω σ’ άδειο στομάχι.

Σαν φωνές από διαλυμένη διαδήλωση που σε τρελαίνουν.

Αχ, Θα ‘ταν αλλιώς αν υπήρχε ένα μέτρο.

Ένας ρυθμός.

Θα ήταν  σαν καλπασμός χιλιάδων αλόγων

ή σαν τα τύμπανα που οδηγούν μεγάλες στρατιές στη μάχη.

Ενώ τώρα δεν συμβαίνει τίποτα απ’ όλα αυτά.

Μόνο ανακατεμένες φωνές.

Θα το τσαλακώσω αυτό το χαρτί.

Σας λέω πως θα το τσαλακώσω.

Εξάλλου μου φαίνεται κάπως κιτρινισμένο,

ίσως είναι και πιο μικρό απ’ όσο ένα κανονικό κομμάτι χαρτιού.

Ή και στοιχειωμένο;

Ναι στοιχειωμένο, γι’ αυτό δεν κολλάει πάνω του το μελάνι.

Έτσι εξηγείται που ήμασταν τόσο εχθρικοί οι δυο μας σήμερα.

Ήμασταν ή είμαστε, μήπως θα είμαστε;

Πως με τρομάζουν αυτές οι χρονικές κλείσεις μέσα σε κάποια νοήματα;

Για πόσο;

Έως πότε;

Φοβάμαι ν’ αντιμετωπίζω τέτοιους εχθρούς που κλείνονται σε όλους τους χρόνους.

Με καθρεφτίζουν.

Με απογυμνώνουν.

Με τρομάζουν.

Όχι! Δεν είναι ώρα για μεμψιμοιρίες.

Δεν έχω ανάγκη να γεμίζω τις ώρες μου με σκόρπιες φλυαρίες, πάνω σε άδεια χαρτιά, που δεν αφορούν κανέναν.

Μία τεράστια μύγα γυρίζει στο δωμάτιό μου.

Δεν της δίνω σημασία.

Κάνω ξανά βουτιές μέσα μου…

Μα ακούω το ζουζούνισμά της.

Αντί για σκέψεις τώρα φτύνω ζουζουνίσματα.

Τι παράξενο!

Αισθάνομαι όμως κάπως να λυτρώνομαι από την εφιαλτική μου κενότητα.

Υπάρχει κάτι πιο συγκεκριμένο από τις φλύαρες φωνές.

Είναι ο ήχος αυτού του εντόμου.

Ναι!

Αυτό θα φταίει που δεν μπορώ να σκεφτώ.

Που είμαι τόσο μπερδεμένος.

Εννοώ, αυτή η μύγα.

Θα ήταν εδώ από ώρα και δεν το είχα καταλάβει.

Είμαι σίγουρος πως ήταν εδώ από ώρα.

Θα την διώξω.

Εν ανάγκη αν δε φεύγει θα τη σκοτώσω.

Και ύστερα…

Ύστερα θα καθίσω στη φαρδιά πολυθρόνα μου,

Θα πιω μία γουλιά καφέ και φυσώντας τον καπνό του τσιγάρου μου θ’ αρχίσω να γράφω ασταμάτητα.

Οι σκέψεις μου θα τρέχουν πάνω στο άδειο χαρτί σαν χείμαρρος.

Τώρα νιώθω κάπως καλύτερα.

Μα… ακόμη σαν να αισθάνομαι πως φοβάμαι.

Πώς να διώξω αυτό το ζουζούνισμα από μέσα μου χωρίς να είμαι σίγουρος;

Να είμαι σίγουρος γιατί;

Μα αν αντιμετωπίσω ξανά την ίδια θορυβώδη κενότητα;

Νομίζω πως μία παράταση ανάμεσα σε μένα και στη μύγα  δεν θα ‘κανε κακό σε κανέναν από τους δυο μας.

Δεν την διώχνω σήμερα.

Φοβάμαι σήμερα!

Υπάρχω μέσα απ’ αυτήν σήμερα.

Αν τη σκοτώσω, θα σκοτώσω το ζουζούνισμά της.

Και είναι αυτό που  σκεπάζει κάτι πιο βαθύ.

Κάτι που ακούγεται σαν σκόρπια διαδήλωση.

ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΜΟΥ.

Δεν τη διώχνω σήμερα.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο