Το μοναχικό τραπέζι των εορτών

της Γιώτας Αγαπητού

Κυριακή του Πάσχα. Η φύση γιορτάζει την αναγέννησή της. Ο ήλιος λαμπερός συντροφεύει τους ανθρώπους που βρίσκονται με αγαπημένα πρόσωπα. Η επαρχία απ’ άκρη σ’ άκρη έχει γεμίσει με κόσμο που έχει έρθει από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Το ίδιο συμβαίνει και στο μικρό χωριό με τους λιγοστούς κατοίκους στους πρόποδες της Πίνδου. Σε κάθε γωνιά του δρόμου ακούγονται μουσικές και χαρούμενες φωνές που εκείνη τη στιγμή φαίνεται όλοι να είναι ευτυχισμένοι.

Ο Αλέξανδρος όπως σχεδόν κάθε χρόνο τέτοια μέρα έχει ξυπνήσει από νωρίς για να ξεκινήσει τις προετοιμασίες σουβλίσματος του αρνιού. Εδώ και δύο εβδομάδες είχε παραγγείλει από τον κρεοπώλη του χωριού του ένα μεγάλο αμνό. Ο Αλέξανδρος, ένας άντρας γύρω στα πενήντα πέντε, γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ αυτή τη μικρή εσχατιά του κόσμου από κτηνοτρόφους γονείς. Ήταν το μοναδικό αγόρι της οικογένειας και το πρώτο απ’ τα τρία παιδιά της. Από νωρίς έμαθε ν’ αγαπάει τη φύση και τα ζώα,  φροντίζοντάς τα. Με τα γράμματα όμως δεν τα πήγαινε πολύ καλά. Ωστόσο,  οι γονείς του ήταν περήφανοι για την κοινωνικότητα του με τους ανθρώπους.

Όταν έγινε δεκαοχτώ χρονών αποφάσισε ότι προς το παρόν δεν ήθελε να ζήσει στο χωριό του. Όταν πήγε φαντάρος λόγω του χαρακτήρα του δημιούργησε φιλίες που αργότερα θα τον βοηθούσαν να κάνει τις δικές του δουλειές. Δουλειές που στο πέρασμα των χρόνων θα του εξασφάλιζαν χρήματα, αλλά όπως εκείνος πίστευε και γνωριμίες που σιγά σιγά θα εξελίσσονταν σε φιλίες ζωής. Δοτικός όπως ήταν με τους ανθρώπους, έδινε πάντα τον καλύτερο του εαυτό. Δυστυχώς όμως μέσα του υπήρχε κρυμμένος ένας μικρός δαίμονας που από πολύ νωρίς ζητούσε απεγνωσμένα να βγει στην επιφάνεια.

Σε ηλικία εικοσιπέντε χρονών άρχισε να έχει εμμονές που πολλές φορές γινόταν επικίνδυνες. Μερικές φορές ήταν τόσο έντονες που τρόμαζαν τους δικούς του, εκείνος όμως προσπαθούσε να τους καθησυχάσει. Οι εμμονές αυτές τον έκαναν να μη στεριώνει σε καμία δουλειά και η δικαιολογία του προς τους άλλους γι’ αυτή του τη συμπεριφορά ήταν πως δεν ένιωθε  επαρκώς ικανοποιημένος. Λόγω της κοινωνικότητάς του γινόταν εύκολα πιστευτός από γνωστούς του, τους οποίους θεωρούσε φίλους. Θέλοντας να «δέσει» αυτές τις «φιλίες» σαν άλλος φιλόδοξος νεοσσός της πολιτικής, έκανε κουμπαριές με ανθρώπους από διάφορες γωνιές της Ελλάδος, στις οποίες βρέθηκε λόγω των δουλειών που άλλαζε κατά καιρούς.

Οι αδερφές του Αλέξανδρου, οι οποίες γνώριζαν το πρόβλημά του,  πολλές φορές στην αρχή θέλησαν να τον βοηθήσουν, πηγαίνοντάς τον σε ψυχιάτρους. Μόνο που εκείνος αρνιόταν πεισματικά να δεχτεί και να αποδεχτεί την κατάστασή του. Γι’ αυτό και τα φάρμακα που του έδιναν οι γιατροί μετά από λίγες μέρες τα πετούσε στα σκουπίδια. Το μόνο που πραγματικά τον ενδιέφερε ήταν να είναι ευχάριστος για τους άλλους. Με τις γυναίκες όμως δεν τα κατάφερνε. Κάθε του προσπάθεια να τις προσεγγίσει ερωτικά κατέληγε σε αποτυχία. Για τις περισσότερες που γνώριζε ήταν απλά ένας καλός φίλος. Αυτό όμως τον πλήγωνε πολύ, κάνοντάς τον σιγά σιγά να μπαίνει όλο και πιο βαθιά στο λαβύρινθο της μεταφυσικής παραφιλολογίας και δεισιδαιμονίας, όπου με τα χρόνια θα καταντούσε υποχείριο των εμμονών του.

Οι αδερφές του που είχαν κάνει πια τις δικές τους οικογένειες άρχισαν ν’ απομακρύνονται από κοντά του, αφήνοντάς τον έρμαιο της αρρώστιας του μυαλού του. Οι γονείς του ανήμποροι, με τα χρόνια ανησυχούσαν για το γιο τους που τον έβλεπαν να μη μπορεί να στεριώσει πουθενά και το μόνο που είχε καταφέρει ήταν ν’ αποκτήσει πολλά χρήματα και αμέτρητους γνωστούς.  Γνωστούς που για να τους εντυπωσιάσει και να τον αποδεχτούν τους έκανε δώρα και πολλές φορές τους στήριζε οικονομικά. Όμως μέσα από αυτές τις γνωριμίες όσο μεγάλωνε κατά βάθος ζητούσε απεγνωσμένα τη γυναικεία αποδοχή, που αν υπήρχε θα μπορούσε να μοιραστεί μαζί της όλα όσα έχει αποκτήσει.

Εξάλλου, τώρα πια, όσο κι αν δε θέλει να το παραδεχτεί, νοιώθει με τα χρόνια που τον βαραίνουν αρκετά κουρασμένος και πραγματικά μόνος, βλέποντας τους «φίλους» του σιγά σιγά να απομακρύνονται. Όμως και πάλι ο Αλέξανδρος δεν αποδέχεται ότι έπαψε πια να είναι η ψυχή της παρέας. Τα τελευταία χρόνια έχει αποφασίσει ν’ αφοσιωθεί στη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του και γι’ αυτό αναγκάστηκε να μετακομίσει στο χωριό του, από το οποίο είχε φύγει πριν τριάντα χρόνια. Χρόνια γεμάτα από μνήμες και εμπειρίες τις οποίες διατηρεί  ζωντανές μέσα από τις εμμονές του. Οι γονείς του έχουν ήδη πια γεράσει, κάτι που τον κάνει να τρομάζει στην ιδέα μην τυχόν και τους χάσει. Αφού τους υπεραγαπά και έχει φροντίσει όλα αυτά τα χρόνια να έχουν μία άνετη ζωή. Αλλά και κείνοι από τη μεριά τους ανησυχούν για το γιο τους που τον βλέπουν ν’ αναλώνεται σε ανούσιες «φιλίες» που με τον τρόπο τους τον εκμεταλλεύονται. Ακόμα και οι ίδιες του οι αδερφές που ο Αλέξανδρος τις είχε στηρίξει οικονομικά, τώρα πια του γυρίζουν την πλάτη.

Όταν βρίσκει χρόνο επισκέπτεται τους λιγοστούς τώρα πια φίλους –  γνωστούς, πάντοτε φορτωμένος με δώρα. Όμως με τα χρόνια έχει μεταμορφωθεί από εκείνο τον ευχάριστο άνθρωπο που ξέρει να γλεντάει και να περνάει καλά σ’ ένα θλιβερό και κουρασμένο άνδρα, που όσο και αν προσπαθεί με πολύ προσοχή να κρύψει τις καταδιωκτικές και συνωμοσιολογικές του τάσεις αυτές τον προδίδουν. Έτσι, λοιπόν, έχει βρει παρηγοριά στους μοναδικούς ανθρώπους που τον αποδέχονται όπως είναι, στους γονείς του,  οι οποίοι βλέπουν με θλίψη ότι ο γιος τους είναι πραγματικά και απελπιστικά μόνος μέσα στην τρέλα του μυαλού του που τον έχει κυριεύσει.

Μεγάλη εβδομάδα και ο Αλέξανδρος, όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, παρήγγειλε στον κρεοπώλη το αρνάκι της Λαμπρής. Άλλοτε, σε περασμένες εποχές, το πήγαινε δώρο σε κάποιο από τα φιλικά ή συγγενικά σπίτια που ήταν καλεσμένος για να περάσει την ημέρα του Πάσχα ή το έψηνε στην αυλή του σπιτιού του για να ταΐσει τους πολυάριθμους φιλοξενούμενους. Αυτές ήταν στιγμές για τον Αλέξανδρο που τον γέμιζαν χαρά και τον έκαναν να νιώθει σημαντικός και απαραίτητος για τους άλλους. Όμως αυτή τη χρονιά, όπως και τις δύο προηγούμενες, οι ημέρες του Πάσχα γι’ αυτόν είναι τελείως διαφορετικές. Η μάνα του υπερήλικη πια δεν έχει το κουράγιο να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες. Εξάλλου, στην πραγματικότητα δεν περιμένουν κανέναν. Ο Αλέξανδρος όσα τηλέφωνα και αν πήρε σε «φίλους» για να περάσει μαζί τους τις γιορτές, εκείνοι με φθηνές δικαιολογίες του το αρνήθηκαν. Ωστόσο, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, έτσι και φέτος πιστεύει ότι την ημέρα του Πάσχα το σπίτι του θα είναι γεμάτο καλεσμένους. Παρόλες τις αντιρρήσεις των γονιών του, εκείνος έχει ήδη αποφασίσει να κάνει μόνος του τις απαραίτητες προετοιμασίες για να υποδεχτεί τους φανταστικούς  φιλοξενούμενούς του. Όμως οι μέρες περνούν και το τηλέφωνο δε χτυπάει. Οι γονείς του βλέποντάς τον ανησυχούν και στεναχωριούνται για μία ακόμη φορά με αυτή του τη συμπεριφορά.

Το πρωινό της Κυριακής ο Αλέξανδρος ξύπνησε από νωρίς με την ελπίδα ότι έστω και την τελευταία στιγμή «φίλοι» και γνωστοί θα τον θυμηθούν. Το τραπέζι στρωμένο με όλα όσα απαιτεί η ημέρα, ενώ στο κέντρο της αυλής στη σούβλα σιγοψήνεται από το πρωί το αρνάκι που είναι ικανό να ταΐσει μία ντουζίνα πεινασμένους ανθρώπους. Οι ώρες κυλούν και οι γονείς του δεν αντέχουν να βλέπουν το παιδί τους να μαραζώνει περιμένοντας κόσμο στο σπίτι, αρνούμενος  πεισματικά πως οι φίλοι του τελικά τον έχουν ξεχάσει. Το τηλέφωνο συνεχίζει να παραμένει σιωπηλό, ενώ ο Αλέξανδρος αργά το απόγευμα καθισμένος σε μία γωνιά του τραπεζιού συνειδητοποιεί για πρώτη φορά στη ζωή του το πόσο πραγματικά μόνος είναι.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο