room-to-grow-bnner

Το μοναχικό ταγκό μιας ζωής

της Γιώτας Αγαπητού

Ο Μιχάλης γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Λακωνικής Μάνης από μία φτωχική οικογένεια. Οι γονείς του είχαν ακόμα πέντε στόματα να θρέψουν. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί τους και σε ηλικία μόλις εφτά χρονών άρχισε να δουλεύει σε σπίτια πλουσίων της περιοχής.

Ένα βράδυ που η βροχή μούσκευε τις σκεπές, αλλά και τις ψυχές των ανθρώπων, ο Μιχάλης, μόλις στα δώδεκα, αποφάσισε ότι ήταν καιρός να φύγει από το σπίτι και να πετάξει μακριά. Από συγχωριανούς του είχε ακούσει για τη μεγάλη και γεμάτη φώτα πολιτεία, την Αθήνα. Εκεί όπου μπορούσε κανείς να βρει εύκολα δουλειά, όπως λέγανε όλοι. Αν έφευγε ίσως μπορούσε πραγματικά να βοηθήσει οικονομικά τους γονείς του. Την άλλη μέρα αφού τους άφησε ένα σημείωμα, ανέβηκε λαθρεπιβάτης σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο κι έφυγε για την Αθήνα.

Έφτασε σχεδόν απόγευμα, με την πείνα να έχει κυριεύσει το άδειο στομάχι του και ο μικρός μπόγος με τα λιγοστά πράγματα που κουβαλούσε να του φαίνεται δυσβάσταχτο φορτίο. Κάθισε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε μπροστά του κι έφαγε με λαιμαργία το ψωμοτύρι με το κρεμμύδι που είχε πάρει κρυφά από το σπίτι. Κατάκοπος από την κούραση κοιμήθηκε, έχοντας για πάπλωμα τ’ αστέρια, με την ψυχή του πλημυρισμένη από αγωνία κι ελπίδα ότι θα τα καταφέρει. Πρωί πρωί παίρνοντας τους δρόμους οδηγήθηκε στο λιμάνι του Πειραιά, όπου άνθρωποι κι εμπορεύματα ταξίδευαν στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα. Βρήκε αμέσως δουλειά ως αχθοφόρος. Το αφεντικό του, ένας άνθρωπος του λιμανιού, διέκρινε ότι ο Μιχάλης ήταν ένα έξυπνο κι εργατικό παιδί που θα του φαινόταν χρήσιμος. Μα η δουλειά ήταν βαριά και το μεροκάματο πενιχρό. Πολλές φορές δούλευε από το πρωί έως το βράδυ χωρίς σταματημό, αλλά υπήρχαν και μέρες που η εργασία ήταν ελάχιστη και το μεροκάματο έφτανε μετά βίας για ένα πιάτο φαί.

Ο Μιχάλης επειδή δεν είχε που να μείνει, ζήτησε από το αφεντικό του, τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό, να κοιμάται σε μία γωνιά στο μικρό δωματιάκι που ήταν δίπλα στο γραφείο του. Παρ’ όλο που είχε δώσει την υπόσχεση στους δικούς του ότι θα τους στέλνει χρήματα αυτό δεν του ήταν  δυνατό, αν και η οικονομία που έκανε ήταν αιματηρή. Ντρεπόταν να γράψει στους γονείς του για να πει τα νέα του και να μάθει τα δικά τους. Στο λιμάνι δούλεψε τρία ολόκληρα χρόνια. Χρόνια μοναχικά, αφού δεν είχε πολλά πάρε δώσε με τους άλλους εργάτες εξαιτίας του μοναχικού και καχύποπτου χαρακτήρα του. Έτσι η απόφαση να φύγει ήταν εύκολη, αλλά  και αναγκαία.

Με τα λιγοστά χρήματα που είχε μαζέψει αγόρασε ένα μεταχειρισμένο εξοπλισμό και άρχισε να δουλεύει ως λούστρος. Άλλωστε, εκεί το μεροκάματο ήταν αρκετά καλό και με τα λεφτά που έβγαζε νοίκιασε μία κάμαρη κάπου στην Κοκκινιά. Τότε για πρώτη φορά μαζί με το γράμμα που έγραψε στους γονείς του, έστειλε και μερικά χρήματα.

Επόμενος σταθμός στη ζωή του Μιχάλη η Αμερική, αφού προηγουμένως πούλησε, μετά από τέσσερα χρόνια, τον εξοπλισμό του λούστρου στον Κωστή, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι που το είχε σκάσει από το αναμορφωτήριο για να κάνει και κείνο μια νέα αρχή στην πολυτάραχη ζωή του. Ο Μιχάλης που γνώριζε καλά τα κατατόπια μέσα στα πλοία, ένα βράδυ με τη βοήθεια ενός παλιού συναδέλφου του κρύφτηκε στ’ αμπάρια του πλοίου «ΕΛΠΙΣ» το οποίο μπάρκαρε για την Αμερική. Το ταξίδι διήρκησε τριάντα μέρες. Ένας μήνας όπου ήταν αναγκασμένος να βγαίνει κρυφά τα βράδια στα μαγειρεία του πλοίου αναζητώντας φαγητό.

Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη στην αρχή περιπλανιόταν για μέρες στους δρόμους τρώγοντας από τα σκουπίδια. Έτσι, για την ασφάλειά του είχε αγοράσει κι ένα σουγιά. Σιγά σιγά άρχισε να πηγαίνει κοντά σε άλλους αστέγους που μαζεύονταν δίπλα σε μεγάλα βαρέλια με φωτιά για να ζεσταθούν, πίνοντας ουίσκι και καπνίζοντας χόρτο. Ήταν άνθρωποι από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Οι περισσότεροι μικροαπατεώνες που περίμεναν να πιάσουν την «καλή». Ο Μιχάλης μέσα απ’ αυτές τις παρέες δημιούργησε μία δική του συμμορία που έκανε μικροκλοπές και απάτες, αλλά και δουλειές του ποδαριού. Ένα κρύο βράδυ του Δεκέμβρη, όπου η πόλη έμοιαζε με όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα έτσι όπως είχε φορέσει τα γιορτινά της, ο Μιχάλης, καθώς ήταν καθισμένος μαζί με την υπόλοιπη συμμορία γύρω από τη φωτιά, σηκώθηκε ξαφνικά απότομα και τους ανακοίνωσε ότι θα γύριζε πίσω στην πατρίδα του γιατί του είχε λείψει πολύ.

Είχε να μάθει νέα από τους δικούς του πάνω από είκοσι χρόνια. Ντρεπόταν να εμφανιστεί στην οικογένειά του και να τους πει για τη ζωή του που ήταν γεμάτη περιπέτειες και αλητεία. Βέβαια τώρα πια οικογένειά του θεωρούσε τους συνοδοιπόρους του στη Νέα Υόρκη. Το ταξίδι της επιστροφής δύσκολο, με τις σκέψεις του να τον βασανίζουν. Ήθελε τόσο πολύ να γυρίσει πίσω στο χωριό του, αλλά ντρεπόταν ν’ αντικρίσει τους γονείς του. Τον κύρη του, έναν αυθεντικό περήφανο μανιάτη γεμάτο λεβεντιά, αλλά και τη μάνα του, μία γυναίκα σκληρή και γλυκιά, όπως η γη της Μάνης, των ηρώων και της ιστορίας.

Φτάνοντας στην Αθήνα ο Μιχάλης βρήκε τους ανθρώπους που τον είχαν βοηθήσει την πρώτη φορά να βρει δουλειά στο λιμάνι του Πειραιά. Σιγά σιγά και χωρίς να το καταλάβει μπλέχτηκε με το κόμμα. Το σύνθημα της αλλαγής τον γοήτευσε, ενώ με τα χρόνια έφτασε να γίνει σημαίνον στέλεχος. Έτσι μέσα από τις γνωριμίες του έπιασε δουλειά στο δημόσιο, αν και ήταν ήδη σχεδόν πενήντα χρονών. Ενώ στον ελεύθερο χρόνο του οι περιστασιακές σχέσεις του με τις γυναίκες γέμιζαν απλός το κενό στην ψυχή του.

Έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε που ο Μιχάλης έφυγε από το χωριό του. Με τους γονείς του όταν γύρισε από τη Νέα Υόρκη άρχισε να επικοινωνεί και πάλι, στέλνοντάς τους χρήματα για να εξιλεωθεί. Λόγω των σχέσεών του με το κόμμα βοηθούσε με τον καλύτερο τρόπο τους συγγενείς του, όμως ακόμα δεν ένοιωθε έτοιμος να τους συναντήσει, αν και αυτοί ήταν ήδη πάνω από τα εβδομήντα. Μα και ο Μιχάλης, σχεδόν πια στα πενήντα πέντε του, ένοιωθε πιο μόνος από ποτέ. Από την άλλη όμως τον βασάνιζε η σκέψη ν’ αποκτήσει κι ένα παιδί για να κάνει τη δική του οικογένεια. Εξάλλου τα χρήματα που έβγαζε ήταν αρκετά για να συντηρήσει ένα σπιτικό.

Άνοιξη και η φύση ξυπνούσε από ένα μακρύ λήθαργο. Ο Μιχάλης οδικός κατευθυνόταν στο χωριό του. Το είχε πάρει απόφαση. Ή τώρα ή ποτέ. Η πρώτη στιγμή που συνάντησε τους γονείς του ήταν γεμάτη αμηχανία, δεν ήξερε τι να τους πει. Εξάλλου, πώς μπορούσε να δικαιολογήσει την απουσία του τόσα χρόνια; Το μόνο που ήθελε ήταν να χαθεί στην αγκαλιά της μάνας του και να φιλήσει τα χέρια του κύρη του, τα πρόσωπα των οποίων είχαν γεμίσει ρυτίδες αξιοπρέπειας. Δεν μίλησαν για το παρελθόν, άλλωστε από πού ν’ αρχίσουν. Η μάνα του αγκαλιάζοντάς τον κατάλαβε αμέσως πόσο δύσκολα είχε περάσει ο γιος της. Τους ανακοίνωσε την απόφασή του να γυρίσει για πάντα πίσω στο χωριό. Εξάλλου, με τη βοήθεια του κόμματος θα μπορούσε να βγάλει μία σύνταξη μετά από τόσα χρόνια δουλειάς. Το κόμμα για κείνον ήταν ο φύλακας άγγελός του. Είχε όμως σκοπό ν’ αγοράσει και κάποια κτήματα για να τα καλλιεργήσει. Έτσι, ζήτησε από τη μάνα του να τον κάνει προξενιό με μια κοπέλα από το χωριό. Η Άννα, μία γυναίκα γύρω στα σαράντα τρία, που δεν είχε παντρευτεί ποτέ λόγω των δυσκολιών που είχε βιώσει στη ζωή της, ήταν ό,τι καλύτερο για το Μιχάλη.

Έτσι, μία χειμωνιάτικη μέρα του Γενάρη ο Μιχάλης με την Άννα κατέβηκαν τα σκαλιά του δημαρχείου, ενώ η Άννα έφερε ήδη στην κοιλιά της το μωρό τους.

Υ.Γ. Το κείμενο συνοδεύεται από τους Πίνακες του Αργεντίνου ζωγράφου «Fabian Perez”  

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο