room-to-grow-bnner

Το μαύρο φόρεμα το κρεμασμένο στη ντουλάπα

Γιώτας Αγαπητού

Φιγούρα ψηλή, ξερακιανή, που καλύπτεται από μακριά μαύρα μαλλιά. Πρόσωπο στεγνό, με μάτια που έχουν πάψει να εκπέμπουν ζωή. Μια εικόνα που θυμίζει τις αυστηρές γκουβερνάντες άλλων εποχών στην Ευρώπη. Το σώμα καλυμμένο με ρούχα μαύρα που σπάνια συνοδεύεται μ’ ένα πένθιμο μωβ.

Με βήμα αργό και αδιάφορο για τον κόσμο, η Έλσα, μία γυναίκα γύρω στα σαράντα, πηγαίνει στη δουλειά της. Δουλεύει περιστασιακά σ’ ένα οίκο ευγηρίας, σε μία επαρχιακή πόλη της Θεσσαλίας.

Ζει μαζί με τους δύο γονείς της στο πατρικό της, μιας και δεν είχε την τύχη να φύγει σχεδόν ποτέ από κει, ακόμα και τότε που είχε σχέση με το Θανάση, ένα όμορφο αγόρι από το διπλανό χωριό. Γνωρίστηκαν όταν εκείνη πήγαινε τρίτη λυκείου και κείνος μόλις είχε απολυθεί από το στρατό. Η γνωριμία τους έγινε μέσω μίας κοινής παρέας ένα βράδυ στη ντίσκο της κοντινής πόλης.

Η Έλσα, μία όμορφη κοπέλα γεμάτη ζωή και όνειρα για το μέλλον, ήθελε να σπουδάσει κτηνίατρος και ν’ ανοίξει το δικό της κτηνιατρείο. Ο Θανάσης, ένα ψηλό γεροδεμένο παλικάρι, γόνος μεγαλογαιοκτημόνων της περιοχής, το μόνο που ήθελε ήταν να περνάει καλά ταξιδεύοντας και φλερτάροντας με όμορφες γυναίκες. Εξάλλου, σε λίγο καιρό θ’ αναλάμβανε τα κτήματα της οικογένειας, όπου καλλιεργούσαν σιτηρά.

Εκείνη γοητεύτηκε αμέσως από το Θανάση, το ίδιο και κείνος. Αμέσως γίνανε ζευγάρι και τον πρώτο καιρό αποφάσισαν να κρύψουν τη σχέση τους  απ’ όλους. Η Έλσα φοβόταν να το πει στους γονείς της, ήξερε πως γι’ αυτούς  προείχαν οι σπουδές της. Ήταν μία φτωχή οικογένεια που μόνο της όνειρο ήταν να δουν το παιδί τους ευτυχισμένο.

Η Έλσα πέρασε στην κτηνιατρική Θεσσαλονίκης. Στα χρόνια των σπουδών της ο Θανάσης την επισκέπτονταν σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο. Όπως είχε εξομολογηθεί στις φίλες της ήταν πολύ ερωτευμένη μαζί του και πίστευε πως το ίδιο ένοιωθε και αυτός. Άλλωστε, προσπάθησε πολλές φορές να τη στηρίξει οικονομικά, παρόλο που εκείνη δεν το δεχόταν. Το νεαρό ζευγάρι ζούσε τον απόλυτο έρωτα.

Οι γονείς της είχαν μάθει τι συνέβαινε στην κόρη τους από κάτι λόγια που ψιθυρίζονταν στο χωριό. Ο Θανάσης πίεζε την Έλσα να μιλήσει για κείνον στους γονείς της. Εξάλλου, ήταν εικοσιπέντε χρονών και μπορούσε ν’ αποφασίσει για τη ζωή της. Όταν η Έλσα το ανακοίνωσε στη μάνα της, εκείνη δε χάρηκε. Είχε ακούσει τόσα για το Θανάση που φοβόταν μήπως πληγώσει την κόρη της, γιατί ήταν ο πρώτος της έρωτας. Η Έλσα ήταν ένα άβγαλτο και αθώο πλάσμα που όλα τα έβλεπε με μία ρομαντική ματιά. Έμοιαζε στα μάτια των γονιών της σαν μία εύθραυστη πορσελάνινη κούκλα, καθώς ήταν το πολυτιμότερο πλάσμα γι’ αυτούς.

Ο Θανάσης ήταν ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο, επιπόλαιος και αφάνταστα παρορμητικός. Είχε μάθει από τους γονείς του να εκτιμάει το χρήμα περισσότερο από τους ανθρώπους. Με την Έλσα παρόλο που φαίνονταν τόσο διαφορετικοί, στην ουσία ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο. Τους άρεσε να μιλάνε για τα όνειρά τους, που σχεδόν ποτέ δεν ήταν κοινά. Ίσως από φόβο, ίσως υποσυνείδητα δεν πίστευαν σε μία κοινή ζωή.

Όταν τελείωσε τις σπουδές της της έγινε πρόταση να δουλέψει σε γνωστό κτηνιατρείο της Θεσσαλονίκης, όμως εκείνη την απέρριψε για να είναι κοντά στο Θανάση, που εντωμεταξύ είχε αναλάβει τα κτήματα του πατέρα του. Γυρίζοντας στο πατρικό της έπιασε δουλειά ως πωλήτρια, κάνοντας τους γονείς της να δυσανασχετήσουν. Η μάνα της προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να πείσει την κόρη της να δει την πραγματικότητα που βίωνε, δυστυχώς όμως η Έλσα που λάτρευε το Θανάση είχε αρχίσει να βάζει τον εαυτό της σε δεύτερη μοίρα. Πιστεύοντας ότι θα ηρεμίσει τους γονείς της τους έλεγε ψέματα πως ο φίλος της είχε σκοπό να της κάνει πρόταση γάμου, κάτι που ούτε σαν σκέψη δεν είχε περάσει από το μυαλό του.

Η οικογένειά του δεν ήθελε ν’ ακούσει ούτε λέξη για γάμο, όπως και η οικογένεια της Έλσας, που μετά από δεκαπέντε χρόνια σχέσης πίστευαν ότι με κάποιο τρόπο έπρεπε να τελειώσει αυτή η ιστορία. Δεκαπέντε χρόνια μέσα στα οποία η Έλσα έμεινε τρεις φορές έγκυος, έχοντας κάνει δύο εκτρώσεις και μία αποβολή, μιας και όπως πίστευε ο Θανάσης ήταν πολύ νέοι για να γίνουν γονείς. Εγκυμοσύνες που αυτή δεν της εκμυστηρεύτηκε ποτέ, ούτε στις πιο στενές φίλες της. Τώρα πια, σχεδόν στα τριανταπέντε της, ήθελε ν’ αποκτήσει το δικό της σπιτικό και ένα παιδί, αλλά και να μπορούσε ν’ άνοιγε το δικό της ιατρείο ζώων. Όμως εκείνος με τα χρόνια άλλαξε, δείχνοντας παγερά αδιάφορος στα όνειρα της.

Μια μέρα χωρίς προφανή λόγο ο Θανάσης εξαφανίστηκε, δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα και τα μηνύματα της Έλσας. Δύο μήνες εκκωφαντικής σιωπής που την έκαναν σκιά του εαυτού της. Οι γονείς της έβλεπαν την κόρη τους στεναχωρημένη και δεν ήξεραν πώς να την βοηθήσουν. Τυχαία ο πατέρας της μια μέρα που είχε πάει στο καφενείο έμαθε ότι ο Θανάσης ετοιμαζόταν να παντρευτεί την κόρη ενός μεγαλογαιοκτήμονα από ένα κοντινό νομό. Όλοι εκτός από την Έλσα δε θεωρούσαν καλό παιδί το Θανάση και ψιθύριζαν στην περιοχή πως την κορόιδευε. Πηγαίνοντας στο σπίτι ο πατέρας της ήταν αποφασισμένος να πει στην κόρη του την αλήθεια. Εκείνη μόλις το άκουσε κατέρρευσε. Η πορσελάνινη κούκλα έσπασε σε χίλια κομμάτια και κλείστηκε στον εαυτό της. Το μαύρο και το σκούρο μωβ χρώμα είχαν γίνει ένα με την ψυχή και το σώμα της.

Οι γονείς της ζητώντας τη βοήθεια ειδικών προσπάθησαν να τη στηρίξουν. Μάταια όμως, η Έλσα είχε αρχίσει να μαραζώνει, το πρόσωπο και το βλέμμα της αγρίεψαν χάνοντας την εκφραστικότητά τους. Ο τόνος της φωνής της άλλαξε, είχε γίνει μία ηρωίδα ρομαντικών συγγραφέων του δέκατου όγδοου αιώνα όπου η ζωή τους φανερώνει το πιο σκληρό πρόσωπο του έρωτα.

Το μαύρο φόρεμα, το ξεχασμένο στη ντουλάπα, θα πάρει εκδίκηση από τα λαμπερά και γεμάτα χρώμα και φως ρούχα, βγαίνοντας από τη ναφθαλίνη για να ντύσει τα χαμένα χρόνια της νιότης.   

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο