Το κορίτσι της φωτογραφίας

της Γιώτας Αγαπητού          

Ώρα εννέα το βράδυ και στους δρόμους της Νέας Υόρκης το χιόνι πέφτει πυκνό. Οι λιγοστοί διαβάτες περνούν βιαστικά από το παγκάκι στην κεντρική αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης. Η νεαρή γυναίκα που εδώ και λίγες ώρες έχει φύγει από το νησί Έλις είναι καθισμένη στο παγκάκι,  νιώθοντας κουρασμένη,  πεινασμένη, μα και αφάνταστα απογοητευμένη, γιατί δεν έχει καταφέρει ακόμα να συναντήσει τον αδερφό της. Το κεφάλι της σκυμμένο, το συγκρατούν με δυσκολία τα δυο της χέρια. Από μακριά ακούει να έρχονται προς το μέρος της γνώριμα βήματα, που όμως τα έχει αγγίξει ο χρόνος. Σηκώνει το κεφάλι της και βλέπει να κατευθύνονται προς το μέρος της δύο άντρες. Προσπαθεί να μην ενθουσιαστεί. Φοβάται ότι λόγο της έντονης μέρας που πέρασε, αυτό που βλέπει μπροστά της είναι ένα ακόμα παιχνίδι του μυαλού της, που με αυτόν τον τρόπο θέλει να της δώσει κουράγιο. Οι δύο νέοι όλο και πλησιάζουν. Η Μαρουσώ προσπαθώντας να μην καταρρεύσει πιάνεται από τις άκρες του παγκακιού. Νιώθει ότι όλες αυτές τις ώρες ήταν το μόνο στήριγμά της. Τώρα πια που οι δύο άντρες στέκονται σχεδόν μπροστά της τα μάτια της έχουν πάψει να την ξεγελούν. Το πρόσωπο, το χαραγμένο από το χρόνο και τα γεγονότα της ζωής, είναι του μονάκριβου αδερφού της, του Νώντα. Τα μάτια του πλημυρισμένα από δάκρυα μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια αντικρίζουν ξανά την μικρή αδερφή του. Δίπλα του στέκεται βουβός ο άνδρας της φωτογραφίας, ο Ardal Hugher, ντροπαλός, αλλά και τόσο γοητευμένος που αντικρίζει επιτέλους για πρώτη φορά το αγαπημένο κορίτσι της φωτογραφίας. Τα δύο αδέρφια πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και χωρίς ν’ ανταλλάξουν ούτε μία λέξη ξεσπούν σε λυγμούς. Ο Ardal συγκινημένος προσπαθεί να κρύψει τα δάκρια που τρέχουν από τα μάτια του. Σκέφτεται τη δική του οικογένεια και μελαγχολεί, έχει να τους δει δέκα ολόκληρα χρόνια και τώρα συνειδητοποιεί πόσο του λείπουν. Παραμένει δίπλα τους σιωπηλός, γιατί αυτές οι στιγμές είναι ιερές για τ’ αδέρφια Γιαμαλάκη. Τα δύο αδέρφια δεν μιλούν, μόνο αγγίζουν ευλαβικά τα μαλλιά, το πρόσωπο και τα χέρια ο ένας του άλλου.

Ο χρόνος κυλά, ενώ οι ελάχιστοι τώρα διαβάτες καθώς περνούν ρίχνουν κλεφτές ματιές στην σκηνή που διαδραματίζεται μπροστά στο παγκάκι. Κάποιοι μάλιστα δακρύζουν, γιατί ίσως και να θυμούνται κάποιες δικές τους παρόμοιες εικόνες. Τα δύο αδέρφια συνεχίζουν ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά λες και φοβούνται μήπως ξαναχωρίσουν. Ο Ardal νιώθει μία έντονη ανυπομονησία, θέλει τόσο πολύ να σφίξει το χέρι της Μαρουσώς και ν’ ακούσει τον ήχο της φωνή της, καθώς εκείνη θα προφέρει τ’ όνομά της. Τ’ αδέρφια όμως παραδομένα στην ευτυχία που νιώθουν έχουν ξεχάσει την παρουσία του. Η Μαρουσώ βάζει τα χέρια στις τσέπες του φορέματός της, εκεί όπου έχει κρύψει μερικά τελευταία ψίχουλα από το ψωμί που είχε ζυμώσει η μάνα της πριν φύγει για το μεγάλο ταξίδι της από την Κάλυμνο για την Αμερική.

Από την μάνα μας είναι φάε.

Ο Ardal παρακολουθώντας αυτές τις σκηνές να διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια του νιώθει την ανάγκη να θέλει όλο και πιο πολύ να γίνει και αυτός κομμάτι της οικογένειάς τους. Δεν αντέχει όμως άλλο την αναμονή. Ξεροβήχει δυνατά για να τον προσέξουν. Ο Νώντας γυρίζει προς το μέρος του και του χτυπάει φιλικά την πλάτη. Έφτασε η ώρα επιτέλους η Μαρουσώ να γνωρίσει τον άντρα που για χάρη του διέσχισε τον Ατλαντικό. Η νεαρή Καλύμνια παρ’ όλη την κούρασή της, πριν δώσει το χέρι της στον Ardal φτιάχνει τα μαλλιά της, προσπαθώντας έστω και για λίγο να δείχνει περιποιημένη. Η ανυπομονησία του νεαρού Ιρλανδού είναι τόση που αδιαφορεί για όλες αυτές τις γυναικείες τυπικότητες. Επιτέλους η στιγμή που περίμεναν τόσο καιρό οι δύο νέοι έφτασε, αφού ο Νώντας αποφασίζει να τους συστήσει. Ο Ardal πιάνοντας τρυφερά το χέρι της Μαρουσώς το φέρνει στα χείλη του και το φυλάει με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Εκείνη, παρά το τσουχτερό κρύο που κάνει, νιώθει τα μαγουλά της να καίνε από αμηχανία, αλλά και από σεμνότητα. Γοητευμένη από το νεαρό άντρα και τις πρώτες στιγμές της γνωριμίας τους, μιας και οι άντρες στο νησί της δε γνωρίζουν από τέτοιου είδους αβρότητες, αποδέχεται εγκάρδια αυτή του την ευγενική χειρονομία. Οι μόνες λέξεις που καταφέρνουν ν’ ανταλλάξουν αυτές τις ώρες είναι τα ονόματά τους. Εξάλλου, αν όλα πάνε καλά θα έχουν το χρόνο να μιλήσουν για όλα.

Η ώρα περνάει, οι τρεις νέοι αποφασίζουν πως πρέπει να φύγουν από το σταθμό. Επιβιβάζονται στο τρένο που θα τους μεταφέρει στη συνοικία όπου μένουν και έχουν το κατάστημά τους, στο Μανχάταν. Το βαγόνι είναι  σχεδόν άδειο, κοντεύει δέκα, ενώ ο καιρός έχει αγριέψει. Η Μαρουσώ σιωπηλή κοιτάζει έξω από το παράθυρο εξτασιασμένη τα ψηλά κτίρια και τις ασφαλτοστρωμένες λεωφόρους, που πάνω τους γλιστρούν τα μεγάλα για τους ελληνικούς δρόμους οχήματα. Γοητευμένη από τη Νέα Υόρκη νιώθει την επιθυμία να γίνει πολίτης της. Άλλωστε, η χώρα της δεν έχει να της προσφέρει τίποτα. Όπως τίποτα δεν πρόσφερε στον αδερφό της και στους χιλιάδες άλλους μετανάστες που αναζήτησαν την τύχη τους στις τέσσερις άκρες του ορίζοντα. Η Ελλάδα είναι πια γι’ αυτούς μία χώρα νεκρή, εξαιτίας των πολιτικών ανδρών της, που θα σέρνει για δεκαετίες το κουφάρι της μέσα στην Ιστορία.

Η Μαρουσώ, αν και αφάνταστα κουρασμένη, κοιτάζει γύρω της τις εικόνες που κινούνται βιαστικά σαν τους ρυθμούς της πόλης. Πού και πού ρίχνει φευγαλέες ματιές στους δύο νεαρούς άντρες που καθισμένοι δίπλα της συζητούν χαμηλόφωνα. Όσο όμως και αν προσπαθεί να δει έστω κι ένα κομμάτι ουρανού της είναι δύσκολο. Τα κτίρια είναι τόσο ψηλά που τον σκεπάζουν αγγίζοντάς τον. Οι νιφάδες του χιονιού που στροβιλίζονται πριν φτάσουν στη γη μοιάζουν λες και βγαίνουν από τα παράθυρα των ουρανοξυστών. Οι δρόμοι φωτισμένοι κάνουν τη νύχτα μέρα. Οι τρεις νέοι κατεβαίνουν στο σταθμό του Μανχάταν. Ο Ardal ζητάει να κουβαλήσει το μικρό μπόγο με τα λιγοστά πράγματα της Μαρουσώς, ενώ ο Νώντας την κρατάει από το μπράτσο φοβούμενος μη γλιστρήσει επάνω στο χιόνι. Άλλωστε εκείνη δεν είναι συνηθισμένη σε τόσο ακραία καιρικά φαινόμενα, γιατί στο νησί της τους χειμώνες σπάνια χιονίζει. Κάνει όμως πολύ κρύο εξαιτίας τον βόρειων ανέμων. Η διαδρομή από το σταθμό ως την πολυκατοικία που διαμένουν οι δύο νέοι είναι σχετικά μικρή. Η Μαρουσώ όμως, αν και υποβασταζόμενη, με δυσκολία προχωράει. Το διαμέρισμα βρίσκεται σε μία οκταόροφη πολυκατοικία. Η νεαρή γυναίκα μπαίνοντας σαστίζει με το μικρό δυαράκι. Της φαίνεται τόσο στενάχωρο όσο και αποπνικτικό. Σε τίποτα δεν θυμίζει το ευρύχωρο σπίτι τους, με τη μεγάλη αυλή και τα τεράστια παράθυρα στο νησί. Μέσα στο διαμέρισμα υπάρχουν  μερικά έπιπλα ίσα ίσα για να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες των ενοίκων του. Το σαλόνι που ενώνεται με την κουζίνα, σε μία γωνιά έχει τη στόφα που χρησιμεύει στο μαγείρεμα. Εντύπωση της κάνει που η εστία μαγειρέματος είναι σχεδόν αχρησιμοποίητη, κάνοντάς τη να καταλάβει ότι οι δύο άντρες σπάνια μαγειρεύουν στο σπίτι. Η Μαρουσώ βλέποντας και τ’ άλλα δωμάτια απορεί, πώς οι άνθρωποι μπορούν και ζουν σε τόσο  μικρά σπίτια που της θυμίζουν κουτιά. Ο Ardal επιμένει να παραχωρήσει το δωμάτιό του στη Μαρουσώ, ενώ προθυμοποιείται να κοιμηθεί στον καναπέ. Ο νεαρός άντρας θέλει τόσο πολύ να κάνει καλή εντύπωση στο δικό του κορίτσι της φωτογραφίας.

Όταν η Μαρουσώ πηγαίνει για ύπνο η υπερένταση που νιώθει είναι τόσο μεγάλη που την κάνει να στριφογυρίζει για ώρες στο κρεβάτι. Σκέφτεται το νησί της και κλείνοντας για λίγο τα μάτια της βλέπει τη μάνα της χαρούμενη, ενώ ο κύρης, καθισμένος στην ίδια γωνιά του τραπεζιού, προφέρει τα ονόματα των δύο ξενιτεμένων παιδιών του, έχοντας ένα μειδίαμα ικανοποίησης στα χείλη του. Η Μαρουσώ τώρα που συνάντησε τους δύο νέους πιστεύει ότι δε θα νιώθει πια νοσταλγία για το νησί της. Όμως εντύπωση της κάνουν οι φωτογραφίες που είναι κρεμασμένες στους τοίχους. Φαντάζεται ότι θα είναι από την Ιρλανδία, την πατρίδα του Ardal και εύχεται  κάποια στιγμή να ταξιδέψει μαζί του σ’ εκείνη την άγνωστη γι’ αυτήν χώρα. Όταν τελικά την παίρνει ο ύπνος το μικρό ρολόι πάνω στο ξύλινο τραπέζι δείχνει τέσσερις το πρωί. Αν και το κρύο μέσα στο δωμάτιο είναι αισθητό, η Μαρουσώ νιώθει αφάνταστη ζεστασιά και θαλπωρή αυτό το πρώτο της βράδυ στη Νέα Υόρκη. Όμως και ο Ardal δεν μπορεί να κοιμηθεί. Ανυπομονεί τόσο πολύ να ξημερώσει για να μπορέσει ν’ ανταλλάξει με τη βοήθεια του φίλου του κάποιες κουβέντες μ’ εκείνη. Θέλει να μάθει για αυτή, για τη ζωή της στο μικρό αιγαιοπελαγίτικο νησί. Όμως κι αυτός επιθυμεί της μιλήσει για την οικογένειά του και τις ομορφιές του τόπου του. Παρόλο που το κρύο είναι  δυνατό, εκείνος νιώθει την ψυχή του να φλέγεται από ανυπομονησία. Εξάλλου, αυτά που θέλει να της πει και να της δείξει είναι τόσα πολλά που νιώθει πως δεν του φτάνει μια ολόκληρη ζωή. Εντούτοις, έρχονται στιγμές που διακατέχεται από φόβο και αμφιβολία μήπως τελικά η Μαρουσώ τον απορρίψει. Σκέψεις που τις είχε εκφράσει στον αδερφό της, το Νώντα, αλλά εκείνος πάντα τον καθησύχαζε. Οι ίδιοι φόβοι πολλές φορές κυριεύουν και τη Μαρουσώ, που όμως ποτέ δεν τους εκμυστηρεύτηκε στον αδερφό της.

Το πρωί η Μαρουσώ ξυπνάει απότομα από τη φασαρία που ακούγεται  έξω στο δρόμο. Στο μικρό διαμέρισμα η μυρωδιά του ζεστού καφέ έχει απλωθεί σαν διάφανο πέπλο. Κατευθύνεται προς την κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι υπάρχει ένα σημείωμα από τον αδερφό της που την ενημερώνει για το που βρίσκονται και πότε θα γυρίσουν οι δύο άντρες, καθώς επίσης ότι θα είναι καλύτερα να μην βγει μόνη της έξω. Η Μαρουσώ γεμίζει μία κούπα από το ζεστό καφέ και ανοίγει το παράθυρο. Ο κρύος αέρας σαν απρόσκλητος επισκέπτης περνάει μέσα στο δωμάτιο, ενώ ο πρωινός και λαμπερός χειμωνιάτικος ήλιος της Νέας Υόρκης καλωσορίζει τη νέα και φιλόδοξη κάτοικό της.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο