Το ηλιοβασίλεμα μιας σκοτεινής ψυχής

της Γιώτας Αγαπητού        

Ώρα δώδεκα τα μεσάνυχτα και στο θάλαμο του νοσοκομείου που αποτελείτε από οχτώ κρεβάτια, πίσω από την κλειστή κουρτίνα κείτεται ένας ηλικιωμένος άντρας γύρω στα ενενήντα. Σχεδόν νεκρός και σκεπασμένος μ’ ένα παλιό λευκό σεντόνι, παίρνει οξυγόνο από την παροχή που είναι τοποθετημένη πάνω στον τοίχο. Αδύνατος, με το κεφάλι γυμνό από τρίχες και έναν ορό να τον κρατάει υποτυπωδώς στη ζωή, έχει τα δυο του χέρια δεμένα με ιμάντες από τα κάγκελα προστασίας του κρεβατιού. Γιατί εδώ και δύο μέρες ήταν πολύ ανήσυχος και αυτό ήταν μία ύστατη λύση. Τώρα εντελώς μόνος της τελευταίες ώρες της ζωής του, μακριά από την οικογένειά του που ίσως και να μην τον αγάπησε ποτέ, μετράει τις στιγμές με τις βαριές ανάσες μιας ζωής γεμάτης γεγονότα.

Ο Φιλήμονας ήταν κάποτε ένας πολύ πλούσιος και ισχυρός άντρας. Η οικογένειά του είχε τις ρίζες της στο Θεσσαλικό κάμπο. Οι πρόγονοί του ήταν μεγαλοτσιφλικάδες και πολιτικοί παράγοντες της περιοχής. Πατέρας του ήταν ο Στέφανος Καραπαπάς, ο οποίος ήταν και ο μικρότερος γιος της οικογένειας.

Ο Στέφανος όταν έγινε δεκαοχτώ χρονών έφυγε στην Αθήνα μαζί με τον πρώτο ξάδερφό του, το Σωτήρη, για να σπουδάσουν νομική. Τελειώνοντας τις σπουδές τους ταξίδεψαν στην Ευρώπη, αναζητώντας εμπειρίες ζωής και ζώντας πλουσιοπάροχα. Στο εξωτερικό θα μείνουν πάνω από δύο χρόνια, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις τους σε μεγάλα πανεπιστήμια της τότε παρακμάζουσας και συντηρητικής Γερμανίας.

Γυρίζοντας στη Ελλάδα το Σωτήρη θα τον συνοδεύει η Μάρλεν, μία νεαρή βερολινέζα, γόνος πρώην αριστοκρατικής οικογένειας με πολλά χρήματα. Το ζευγάρι θα εγκατασταθεί στην Αθήνα. Εκεί όπου ο Σωτήρης πέρα από τη δικηγορία θα δημιουργήσει και μία κερδοφόρα επιχείρηση. Γρήγορα θ’ αποκτήσουν δύο παιδιά. Την Αλίκη και το Φαίδωνα, ο οποίος μεγαλώνοντας θα γίνει ένας από τους σπουδαιότερους και σημαντικότερους   Έλληνες ζωγράφους.

Ο Στέφανος όταν θα γυρίσει στην Ελλάδα θα διοριστεί ως εισαγγελέας σε μία μεγάλη επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας. Λόγω του χαρακτήρα του θ’ αποκτήσει ισχυρούς φίλους και πολλούς εχθρούς. Από προξενιό θα παντρευτεί την Στυλιανή Κωφού, κόρη μεγαλοεμπόρου γουναρικών. Το ζευγάρι θ’ αποκτήσει τον τίτλο του κοσμικού, ενώ στο σαλόνι του σπιτιού του θα δεξιώνεται όλη η αφρόκρεμα της πολιτικής, της οικονομίας και της δικαιοσύνης. Δυστυχώς όμως για τα πρότυπα της εποχής θ’ αποκτήσουν  μόνο ένα παιδί, το Φιλήμονα, κάνοντας τη Στυλιανή να νιώθει μειονεκτικά μπροστά στους γονείς του Στέφανου.

1940 και η Ελλάδα μπαίνει σε πόλεμο ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα. Όταν τα Γερμανικά στρατεύματα άρχισαν να προελαύνουν στη χώρα, ο Στέφανος χωρίς δεύτερη σκέψη θα στείλει τη γυναίκα και το παιδί του στην Αθήνα, εκεί όπου θα τους φιλοξενήσει ο αδελφικός του ξάδερφος Σωτήρης. Στη συνέχεια ο Στέφανος θα συνεργαστεί με τον κατακτητή, έχοντας για τα επόμενα χρόνια ευνοϊκή μεταχείριση από εκείνους οι οποίοι τον διόρισαν  νομάρχη της περιοχής. Όλο αυτό το διάστημα όταν μπορούσε κατέβαινε με το τραίνο για να συναντήσει τους δικούς του, αλλά και να τους προμηθεύσει με τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης που του έδιναν ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του οι κατακτητές. Τα χρόνια της κατοχής λόγω της θέσης του, αλλά και των καλών του σχέσεων με τους Γερμανούς, το χρηματοκιβώτιό του θα γεμίζει με αμέτρητες χρυσές λίρες. Η γυναίκα του και το παιδί του θα μείνουν στην Αθήνα μέχρι και το τέλος του 1944.

Ο Φιλήμονας μαζί με τα δυο του ξαδέρφια, την Αλίκη και το Φαίδωνα, αν και τα ίδια δεν στερήθηκαν τίποτα, θα δουν την πόλη να γεμίζει από ανθρώπους που πέθαιναν από την πείνα και το κρύο. Θα δουν συνομήλικούς τους ξυπόλυτους να στριμώχνονται στην ουρά για μία κουτάλα χυλό, ένα μικρό κομμάτι ψωμί και λίγες σταφίδες. Στο δικό του σπίτι όμως το ζεστό φαγητό δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι, κάνοντας το μικρό τότε Φαίδωνα ν’ αναρωτιέται, ρωτώντας επανειλημμένα τον πατέρα του που βρίσκει τα τρόφιμα, ενώ όλη η πόλη πέθαινε από ασιτία, χωρίς ποτέ όμως να πάρει μία σαφή απάντηση. Απορίες που δεν είχαν η αδερφή του Αλίκη και ο ξάδερφός του Φιλήμονας. Μετά το τέλος του πολέμου τα τρία αυτά παιδιά θα τραβήξουν για πάντα ξεχωριστούς δρόμους. Ο Φαίδωνας αντιδρώντας στα θέλω του πατέρα του θα σπουδάσει ζωγράφος στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Τα έργα του θα επηρεαστούν από τα παιδικά του τραύματα στα χρόνια της κατοχής, αλλά και τα σημάδια που άφησε στη χώρα ο εμφύλιος και στη συνέχεια η μετανάστευση στη Γερμανία.

Ο Φαίδωνας τελειώνοντας τη σχολή αποφασίζει να κόψει μια για πάντα τον ομφάλιο λώρο που τον ένωνε με την οικογένεια και τους συγγενείς του. Ζει από τους πίνακές του που σπάνια πουλάει. Το μικρό του διαμέρισμα στα Εξάρχεια θα είναι γεμάτο μέχρι το βιολογικό του τέλος με πίνακες που δεν μπόρεσε να πουλήσει. Ανθρωπιστής, αλλά και αβάσταχτα καταθλιπτικός θα προσπαθήσει να βάλει δύο φορές τέλος στη ζωή του δίχως να τα καταφέρει.

Μέσα της δεκαετίας του πενήντα και ο Φαίδωνας στο μικρό καφενεδάκι της Πλατείας Συντάγματος όπου σύχναζε θα γνωρίσει την Ηλέκτρα, μία νεαρή εικαστικό. Οι δυο τους θα ζήσουν ένα μεγάλο έρωτα, χωρίς όμως ποτέ να παντρευτούν. Αυτό θα κάνει τους γονείς του να τον αποκληρώσουν οριστικά από την οικογενειακή περιουσία. Η Αλίκη, η αδερφή του, παρόλο που τον λάτρευε αποφάσισε να πάψει να τον βλέπει για να μην πάει κόντρα στα θέλω των γονιών της. Όταν εκείνη έγινε είκοσι χρονών παντρεύτηκε τον εκλεκτό της καρδιάς της, το Μίλτο, σπουδαστή της Σχολής Ευελπίδων και γόνο παλιάς οικογένειας στρατιωτικών.

Η Αλίκη σχεδόν όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαψε να επικοινωνεί με τον Φιλήμονα, που ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Λόγω των ιδιαίτερων σχέσεων της οικογένειας με τη Γερμανία. Όταν τελείωσε ο πόλεμος ο Στέφανος ως γνήσιος πολιτικάντης κατάφερε να πάει με το μέρος των νικητών με σκοπό να μην τιμωρηθεί για τη συνεργασία του με τους Γερμανούς. Έτσι, θα συνεχίσει να κατέχει τη θέση του εισαγγελέα για πολλά χρόνια.

Όταν ο Φιλήμονας γύρισε από τη Γερμανία άνοιξε δικηγορικό γραφείο στη γενέτειρα του. Σοβαρός επαγγελματίας, αλλά άστατος στις σχέσεις του με τις γυναίκες. Για χρόνια διηγούνταν σε γνωστούς και φίλους τη σχέση που είχε με τη Μιράντα, μία νεαρή δασκάλα που οι γονείς της ήταν εργάτες. Οι δύο νέοι έζησαν για την εποχή έναν παράφορο έρωτα, προσπαθώντας όμως επιμελώς να τον κρύβουν από τ’ αδηφάγα και συντηρητικά μάτια της κοινωνίας. Πιο πολύ όμως από τα βλέμματα των οικογενειών τους.

Ο Φιλήμονας γνώριζε καλά ότι οι γονείς του δεν θα ενέκριναν το γάμο του με τη Μιράντα, λόγω της ταπεινής καταγωγής της. Εξάλλου, εκείνοι προετοίμαζαν το γάμο του γιου τους με την Ελένη, κόρη γνωστής οικογένειας επιχειρηματιών από τη Σμύρνη και πρώην συμφοιτήτρια του γιου τους. Όταν του ανακοίνωσαν ότι θα παντρευτεί τη γυναίκα που του είχαν διαλέξει εκείνος απλά δέχτηκε γιατί φοβόταν μήπως τον αποκληρώσουν οι γονείς του. Ο Φιλήμονας είχε μάθει να ζει μία άνετη ζωή και γνώριζε καλά πως αν εναντιωνόταν στην απόφαση των δικών του και παντρευόταν τη Μιράντα θα πεινούσε.

Η Μιράντα έμαθε για το γάμο του αγαπημένου της λίγες μέρες μετά,   από τα διάφορα κουτσομπολιά που ακούγονταν στην πόλη. Απογοητευμένη και πληγωμένη από τη στάση του Φιλήμονα έφυγε για πάντα στην Αθήνα. Ο γάμος του Φιλήμονα με την Ελένη ήταν ένας συνεταιρισμός. Εκείνη, μία δυναμική και αυταρχική γυναίκα, του χάρισε δύο κόρες, φροντίζοντας στα χρόνια της κοινής ζωής τους να τον κάνει υποχείριό της. Διαχειριζόταν την αμύθητη περιουσία της οικογένειας, ενώ τον Φιλήμονα φρόντισε μέσω των γνωριμιών της, αλλά και των περιστασιακών ερωτικών της σχέσεων να τον  κάνει μέλλος σε διάφορες λέσχες ισχυρών ανθρώπων της Ελλάδας και της Ευρώπης. Εκείνος ήταν η βιτρίνα μίας ισχυρής και σκοτεινής οικογένειας. Όταν κατέβαινε στην Αθήνα φρόντιζε να συναντά τις κατά καιρούς ερωμένες του, που κατά τη διάρκεια της ζωής του ήταν πολλές. Παρόλο που ο ξάδερφός του, ο Φαίδωνας, είχε αρχίσει να γίνεται αποδεκτός στο χώρο των τεχνών, ο Φιλήμονας τον απαξιούσε. Η μόνη φορά που τα δύο ξαδέρφια συναντήθηκαν μετά από χρόνια ήταν όταν ο Φιλήμονας, μετά από πιέσεις της ξαδέρφης του Αλίκης, επισκέφτηκε το μικρό διαμέρισμα του ξαδέρφου του για ν’ αγοράσει ένα πίνακα, λέγοντάς του υποτιμητικά «Τον αγοράζω για να μην πεινάσεις» θέλοντας με αυτό τον τρόπο να τον προσβάλει και ο ζωγράφος, αν και είχε ανάγκη τα χρήματα του,  χάρισε απλόχερα το έργο του, μη δεχόμενος να πάρει τα λεφτά από τον πάλε ποτέ παιδικό φίλο και ξάδερφό του. Λίγους μήνες μετά από εκείνη τη συνάντηση ο Φαίδωνας μέσα στο μικρό διαμέρισμά του στα Εξάρχεια θα δώσει τέλος στη ζωή του μ’ ένα όπλο. Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν μετά το θάνατό του η ιστορία θα γράψει τ’ όνομά του, χαρακτηρίζοντάς τον ως ένα ιδιοφυή και σπουδαίο ζωγράφο. Μόνο τότε ο Φιλήμονας θα διατυμπανίζει παντού τη συγγενική του σχέση με τον μεγάλο καλλιτέχνη, θέλοντας έτσι να κλέψει λίγο από τη λάμψη του.

Όσο και αν φαινόταν ότι η ζωή είχε δώσει απλόχερα τα πάντα στο Φιλήμονα το μόνο που πραγματικά του είχε δώσει ήταν απέραντη μοναξιά. Τα παιδιά του θεωρούσαν τον πατέρα τους ένα αδύναμο ανθρωπάκι. Η γυναίκα του ήταν πάντα προσβλητική απέναντί του, τονίζοντάς του σε κάθε ευκαιρία ότι σ’ εκείνη όφειλε ό,τι είχε καταφέρει.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια ο Φιλήμονας βούλιαζε ολοένα και περισσότερο στα σκοτεινά νερά της κατάθλιψης. Το δικηγορικό του γραφείο το παραχώρησε στις δύο κόρες του, που ακολούθησαν και κείνες τα βήματα των γονιών τους. Η κοινωνία της πόλης όπου ζούσαν μόνο αρνητικά σχόλια έκανε για την οικογένεια Καραπαπά, που για δεκαετίες προσέφερε στην περιοχή τις υπηρεσίες της, με το αζημίωτο φυσικά, οδηγώντας πολλές οικογένειες ακόμα και στην ανέχεια.

Οκτώβριος, ημέρα Σάββατο και ώρα δώδεκα και δύο μετά τα μεσάνυχτα. Σε λίγες μέρες ο Φιλήμονας θα συμπληρώσει τα ενενήντα του χρόνια. Έξω από το παράθυρο του θαλάμου του νοσοκομείου η βροχή είναι δυνατή, ενώ ένα γλυκό αεράκι σαν χάδι τη συντροφεύει. Μόνος, όπως μόνος ήταν όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς κανέναν από την οικογένειά του να του κρατάει τρυφερά το χέρι, ο Φιλήμονας θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή μέσα στο ψυχρό δωμάτιο, πηγαίνοντας να συναντήσει τον ξάδερφο και τον μοναδικό άνθρωπο που πραγματικά ζήλεψε στη ζωή του, το Φαίδωνα.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο