Το δεύτερο φύλλο της εξουσίας

της Γιώτας Αγαπητού

Ο Νέστωρας γεννήθηκε ένα μουντό και βροχερό πρωινό του 1960 σε μία επαρχιακή πόλη της Πελοποννήσου. Γόνος γνωστής οικογένειας της περιοχής, η οποία εδώ και τρεις γενιές έπαιζε ενεργό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της τοπικής κοινωνίας και όχι μόνο. Η οικογένεια είχε λόγο να περηφανεύεται για τους δύο δημάρχους και τους τρεις νομάρχες που έβγαλε. Είχε όμως βοηθήσει να εκλεγούν και κάποιοι από τους τοπικούς βουλευτές,  πάντα με το αζημίωτο βέβαια. Αυτό αποδείκνυε πόσο διαπλεκόμενοι ήταν με γεγονότα και καταστάσεις που συνέβησαν στον τόπο.

Όταν γεννήθηκε ο Νέστωρας ένα πρωινό του Οκτώβρη, ο πατέρας του μεγαλέμπορος της περιοχής, έβλεπε στο πρόσωπο του γιου του το  μελλοντικό πολιτικό της οικογένειας. Για τις δύο κόρες του είχε ήδη φροντίσει από πολύ νωρίς όταν θα έρχονταν σε ηλικία γάμου να τις παντρέψει με γιους οικογενειών που θα είχαν κοινά συμφέροντα.

Έτσι, μεγαλώνοντας ο Νέστωρας, ο πατέρας του έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να προετοιμάσει το γιο του για την εκλογή του στον βουλευτικό θώκο,  ενώ παράλληλα η μάνα του αναζητούσε σε Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα τη μελλοντική και κατάλληλη γι’ αυτούς νύφη. Αντίθετα με τα σχέδια των γονιών του, ο Νέστωρας από  την προεφηβική ηλικία άρχισε να εμφανίζει συμπεριφορές που ήξερε καλά πως δεν ήταν αποδεκτές από τους γονείς του. Πολλές φορές τρύπωνε στα δωμάτια των δύο μεγαλύτερων αδερφάδων του και σαν παιχνίδι δοκίμαζε τα ρούχα τους, ενώ του άρεσε να παίζει με τις κούκλες τους. Κάτι που τον έκανε να νιώθει απόλυτα ο εαυτός του, που όμως αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να τον πλημυρίζουν ταυτόχρονα συναισθήματα χαράς, ντροπής, μα και ενοχής.

Στο σχολείο πολλές φορές είχε πιάσει τον εαυτό του να κοιτάζει με θαυμασμό τ’ αγόρια. Οι αδερφές του ωστόσο είχαν αρχίσει ν’ αντιλαμβάνονται τι γίνεται μ’ εκείνον, αλλά η αγάπη που του είχαν δεν τις επέτρεπε να το πουν στους γονείς τους. Εξάλλου, γνώριζαν καλά ότι λόγω του έντονου συντηρητισμού τους κάτι τέτοιο θα τους πλήγωνε βαθιά και ίσως να είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την οικογένειά τους. Όμως ούτε και στο Νέστωρα δεν ήθελαν να θίξουν το θέμα της ιδιαίτερης συμπεριφοράς του γιατί θα τον έκαναν να νιώσει αμηχανία και αφόρητη ντροπή.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν και ο Νέστωρας είχε μπει για τα καλά στην εφηβεία, για να μη γίνει θέμα σχολιασμού στους συνομήλικούς του φλέρταρε όπως όλα τ’ αγόρια τα κορίτσια του σχολείου. Με αυτόν τον τρόπο δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα στους γονείς του που υπεραγαπούσε, αλλά και σέβονταν. Όλη αυτά όμως τον έκαναν να υποφέρει, γιατί δεν μπορούσε να εκφράσει και ν’ αναδείξει τον πραγματικό εαυτό του.

Στα δεκαοκτώ του πέρασε στη νομική Αθηνών, κάνοντας τους γονείς του αφάνταστα περήφανους. Ο πατέρας του από την πρώτη στιγμή ονειρεύονταν ο γιος του ν’ αγορεύει στις μεγάλες δικαστικές αίθουσες, παίρνοντας μέρος σε πολύκροτες δίκες.

Φτάνοντας στην Αθήνα ο Νέστωρας, παρόλο που ένιωθε απελευθερωμένος από το πιεστικό περιβάλλον της επαρχίας, φρόντισε να είναι και προσεκτικός.  Ανακάλυψε ότι υπήρχαν στέκια γι’ ανθρώπους που τους άρεσε το ίδιο φύλο. Στη σχολή ήταν μελετηρός και αφάνταστα ντροπαλός, προσπαθώντας να μη δίνει δικαιώματα. Τα κορίτσια από το πανεπιστήμιο τον φλέρταραν έντονα, αν και κείνος έδειχνε με κάθε τρόπο ότι δεν ενδιαφέρεται. Οι κοπέλες όμως γοητεύονταν από το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του. Μέσω κοινής παρέας γνώρισε τον Κώστα. Έναν τελειόφοιτο νέο της Εμπορικής με καταγωγή από ένα χωριό της Μακεδονίας.  Από την πρώτη στιγμή οι δύο αυτοί νεαροί άντρες ένιωσαν μία έλξη ο ένας για τον άλλο που τους μαγνήτισε μα και τους τρόμαξε. Έτσι, άρχισαν να κάνουν σιγά σιγά παρέα που τους οδήγησε σε μία ερωτική σχέση. Την πρώτη πραγματική ερωτική σχέση που είχε ο Νέστωρας. Προσπαθούσαν όμως να μην προκαλούν. Εξάλλου, στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα οι ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές θεωρούνταν παραβατικές και οι άνθρωποι που τολμούσαν να εκφράσουν φανερά τα συναισθήματά τους τους κολλούσαν   διάφορα κοσμητικά επίθετα. Άλλωστε, όταν συλλαμβάνονταν από την αστυνομία περνούσαν τη νύχτα τους στα κρατητήρια για εξακρίβωση στοιχείων.

Έτσι, ένα όμορφο καλοκαιριάτικο πρωινό του 1982 ο Κώστας πρότεινε στο Νέστωρα να φύγουν για το Λονδίνο και εκεί να συνεχίσουν τις σπουδές τους, ζώντας ελεύθερα. Ο Νέστωρας δέχτηκε. Εξάλλου, το να φύγει στο Λονδίνο τον απελευθέρωνε από το πιεστικό οικογενειακό του περιβάλλον που αντιδρούσε έντονα για την τόσο ιδιαίτερη φιλία του γιου τους μ’ έναν άντρα.

Οι γονείς του ανησυχούσαν που όλα αυτά τα χρόνια των σπουδών του στην Αθήνα εκείνος δεν είχε αναφέρει τ’ όνομα κάποιας κοπέλας που να συνδέεται συναισθηματικά μαζί της. Οι αδερφές του σε αυτό το διάστημα προσπαθούσαν να τους καθησυχάσουν. Άλλωστε, γνώριζαν για τη διαφορετικότητά του και την είχαν αποδεχτεί. Μπορεί να είχαν μεγαλώσει σ’ ένα αυστηρά συντηρητικό περιβάλλον, όμως είχαν μάθει να σέβονται τον άνθρωπο και τα θέλω του. Γι’ αυτό και τον θαύμαζαν που έστω και μ’ έναν τρόπο πολύ υποτονικό διεκδικούσε τα θέλω του στην αγάπη, τη ζωή και τον έρωτα.

Στους γονείς του ο Νέστωρας δικαιολόγησε την απόφασή του να φύγει στο Λονδίνο, λέγοντάς τους ότι ήθελε να εξειδικευτεί στο Διεθνές Δίκαιο και στην Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Λέξεις και έννοιες που τον πατέρα του δεν τον συγκινούσαν, γιατί εκείνος ενδιαφερόταν μόνο για τον οικογενειακό λογαριασμό τραπέζης και την καταξίωση της οικογένειας δια μέσω του γιου του. Στο Λονδίνο επιτέλους μπορούσε πια να ζήσει και να εκφραστεί ελεύθερα. Αν και τ’ όνομά του πρόδιδε τον τόπο καταγωγής του όσο και αν εκείνος προσπαθούσε τεχνηέντως να το κρύψει.

Με τον Κώστα θα χωρίσουν δύο χρόνια μετά. Αφού και οι δύο κατάλαβαν φτάνοντας στο Λονδίνο ότι δεν υπήρχε κάτι πιο βαθύ που θα συνέχιζε να τους ενώνει σε τούτο τον ξένο τόπο. Εξάλλου, ο Κώστας αδιαφορούσε για τους αγώνες του Νέστωρα και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να κάνει μία μεγάλη καριέρα, να βγάζει πολλά λεφτά και να περνάει καλά, αλλάζοντας συνεχώς ερωτικούς συντρόφους και αποκτώντας εμπειρίες, απελευθερωμένος από το συντηρητικό και καταπιεστικό περιβάλλον της Ελλάδας.

Ο Νέστωρας έκανε συνεχώς ταξίδια. Σ’ ένα απ’ αυτά στο Παρίσι γνώρισε τον Φρέντερικ. Έναν μεγαλύτερο του άντρα που αγωνιζόταν και κείνος για τα δικαιώματα των ανθρώπων σε όλη τη γη. Οι δυο τους θα χτίσουν μία σχέση ζωής που θα κρατήσει ως το τέλος. Αυτά που τους ένωναν ήταν η αγάπη τους για τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του, η ανάγκη για συντροφικότητα, μα και ο σεβασμός, αλλά και ο θαυμασμός που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο.

Παρόλο που ο Νέστωρας στην Ευρώπη είχε χτίσει τη ζωή του και την επαγγελματική του καριέρα, οι γονείς του τον πίεζαν να γυρίσει στην Ελλάδα. Εξάλλου, είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια που είχε φύγει. Ο πατέρας του του είχε ήδη βρει σύζυγο. Κόρη γνωστής οικογένειας με κοινά συμφέροντα. Ενώ είχε προετοιμάσει το έδαφος για να κατέβει ο γιος του υποψήφιος βουλευτής στις εκλογές με το κόμμα των συντηρητικών. Όλα, λοιπόν, ήταν έτοιμα για μία προσχεδιασμένη ζωή. Το γραφείο του στο κέντρο του Κολωνακίου ήταν έτοιμο να δεχτεί τις πιο πολύκροτες υποθέσεις. Σχέδια για ένα μέλλον που φαντάζονταν οι γονείς του γι’ αυτόν, τα οποία όμως τον τρόμαζαν.  Άλλωστε, εκείνος δεν είχε σκοπό να γυρίσει στην Ελλάδα. Για το λόγο αυτό οι πιέσεις των γονιών μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο φορτικές.

Με την προτροπή του Φρέντερικ ο Νέστωρας αποφάσισε τελικά να γυρίσει για λίγο καιρό πίσω στην Ελλάδα. Για να κατευνάσει τον πατέρα του δέχτηκε να κατέβει υποψήφιος βουλευτής, βάζοντας τους δικούς του όρους. Αρνήθηκε όμως να παντρευτεί τη γυναίκα που του είχαν επιλέξει, χωρίς όμως ποτέ ν’ αναφέρει το λόγο της άρνησής του.

Το λίγο διάστημα που θ’ ασκήσει τη δικηγορία θ’ αναλάβει υποθέσεις καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θα υπερασπιστεί θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Όλο αυτό το διάστημα προσπάθησε να κρύψει οτιδήποτε θα πρόδιδε τη σεξουαλική του ιδιαιτερότητα. Ο Νέστωρας αν και είχε απόλυτα διαφορετικές απόψεις από τους γονείς του και ιδιαίτερα με τον πατέρα του δεν έπαψε να τους αγαπά και να τους σέβεται. Δεν ήθελε να τους πληγώσει, μα ούτε και να πάει κόντρα στα δικά του θέλω.

Σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο προσπαθούσε να επισκέπτεται τον Φρέντερικ στο Παρίσι. Ενώ και εκείνος ταξίδευε συχνά στην Αθήνα. Στις εκλογές του 1993 ο Νέστωρας ως υποψήφιος βουλευτής παρουσίασε ένα προφίλ πολύ διαφορετικό από τους υπόλοιπους συνυποψήφιούς του. Ανθρώπινος και πραγματικά προσιτός στον κόσμο, αναφέρονταν στο δικαίωμα του ανθρώπου για δωρεάν υγεία, παιδεία, μα και στο αναφαίρετο δικαίωμα της εργασίας. Σε κάθε του συγκέντρωση πλήθος κόσμου έτρεχε να του σφίξει δυνατά το χέρι. Ο Νέστωρας άκουγε με προσοχή τα προβλήματα των απλών ανθρώπων που ήταν πολλά. Ο πατέρας του, αν και ήταν περήφανος για το γιο του, θλίβονταν που δεν κατείχε, όπως οι περισσότεροι πολιτικοί, τη στόφα του διαπλεκόμενου, που στηρίζεται στις πολυάριθμες πελατειακές σχέσεις με την κοινωνία. Αντίθετα ο Νέστωρας ήταν έτοιμος να παλέψει αληθινά για τους ανθρώπους και τα προβλήματά τους έξω και πέρα από κάθε είδους συναλλαγές.

Καθ’ όλη την προεκλογική περίοδο έκανε εντύπωση στους γονείς του Νέστωρα η διακριτική παρουσία ενός ξένου άντρα που άκουγε με περηφάνια τις προεκλογικές δηλώσεις του γιου τους. Πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό τους που όμως δεν είχαν τη δύναμη και το κουράγιο να τις αποδεχτούν.

Στις εκλογές τις δεκάτης Οκτωβρίου του 1993 ο Νέστωρας εκλέχτηκε βουλευτής μ’ ένα πρωτοφανές υψηλό ποσοστό για την Πελοπόννησο. Θα ήταν  όμως η πρώτη και τελευταία φορά που θα εμπλεκόταν με τα πολιτικά δρώμενα της Ελλάδος.  Στα χρόνια που υπηρέτησε το λαό από το βουλευτικό θώκο, ένα από τα πράγματα που του έκανε έντονα εντύπωση ήταν ότι κάτω   από τ’ αυστηρά κουστούμια των ανδρών συναδέλφων του στη βουλή διέκρινε σε πολλούς από αυτούς την έντονα θηλυκή τους πλευρά που την έκρυβαν καλά, φοβούμενοι μη τυχόν και την ανακαλύψουν τα αδηφάγα Μ.Μ.Ε.

Μετά το τέλος της βουλευτικής του θητείας, έχοντας πια ξοφλήσει το χρέος του προς τους γονείς του, θα φύγει οριστικά για το Παρίσι, κρατώντας καλά κρυμμένο το μυστικό του.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο