Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας και όχι ελληναράς

Του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Αλήθεια τι νόημα έχει να αναφέρεται κανείς σήμερα στην αρχαία Ελλάδα; Να παραθέτει του κόσμου τις ρήσεις αντιγράφοντάς τες και να κόπτεται πως είναι Έλληνας και όχι Ελληναράς; Να θέλει να πάρει άκοπα λίγη από τη λάμψη τους χωρίς να γνωρίζει στοιχειωδώς, τουλάχιστον τις βασικές αρχές της αποδεικτικής μεθόδου του Αριστοτέλη;  Να μπαίνει στη διαδικασία ενός άσκοπου αντίλογου (Εγώ έχω δίκαιο! Όχι εγώ έχω δίκαιο!) χωρίς αυτό να οδηγεί πουθενά;

Έχει κανένα νόημα να αναφέρεται κανείς σήμερα στην αρχαία Ελλάδα όταν από την πλευρά του το κράτους αντιμετωπίζει εχθρικά τους πολίτες του, όταν αυτοί διαδηλώνουν ή όταν βρίσκουν κλειστές τις πόρτες των υπουργείων;

Έχει κανένα νόημα όταν για το κράτος, ο πολίτης ορίζει μόνο τον φορολογούμενο υπήκοο, ενώ παράλληλα το ίδιο σημαιοφορεί (με την ανοχή μας/ψήφο μας) υπέρ της ξένης και εγχώριας ολιγαρχίας, τρώγοντας της σάρκες της συλλογικότητας;

Έχει κανένα νόημα η λέξη Έλληνας όταν το ρεσιτάλ υποκρισίας ορισμένων νεοελλήνων, που θέλουν δύο φορές το χρόνο να βαράνε παλαμάκια στις παρελάσεις και το υπόλοιπο διάστημα να κλέβουν την εφορία ή να συντηρούν τα ρουσφέτια και τις πελατειακές σχέσεις μαζί με τους εκάστοτε πολιτικούς,  συνεχίζεται;

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε πως η έννοια του Πολίτη και της Πόλεως δυστυχώς στο νεοελληνικό γίγνεσθαι δεν έχει συντελεστεί. Δηλαδή δεν έχει συντελεστεί ακόμη ο ηθικός καθαγιασμός της πόλεως.

Βεβαίως, για να ξαναεπιστρέψουμε στον Αριστοτέλη, όλοι γνωρίζουμε ή περίπου γνωρίζουμε ότι η αποδεικτική διαδικασία, από όποια πλευρά και αν βρίσκεται κανείς, στηρίζεται σε υποθέσεις που συνεχίζονται στο άπειρο. Κάθε τι που λέμε, κάθε τι που κάνουμε προκαλεί μία θέση, που το ίδιο το σύμπαν γεννά μέσα μας μία αντίθετη, όλοι είμαστε πιασμένοι στα δίχτυα της διαλεκτικής. Άρα κάθε ένας, που έχει αντίθετη γνώμη με μας, εξυπηρετεί την αρμονία του σύμπαντος. Ο δογματισμός και ο φανατισμός δεν είναι συμβατός με την ελληνική σκέψη και όσοι σκέπτονται δογματικά δεν σκέπτονται ελληνικά, κάτι το οποίο δεν αφορά μόνο τους φανατικά προσκολλημένους στις απανταχού θρησκείες, αλλά τους πάντες.

Εάν θες κάποιον να πάρει, αυτός, την δικιά σου αγωνία στις πλάτες του τότε είσαι ετερόφωτος. Κανείς πιστός δεν μπορεί να πείσει οποιονδήποτε μέσο της διαλεκτικής, γιατί δεν χρησιμοποιεί την διαλεκτική.

Που καταφεύγει; Στο θαύμα. Δηλαδή σε μία υποκειμενική πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα που δεν μπορούμε να διασταυρώσουμε ή να αποδείξουμε, αλλά αγγίζει τις πλατιές μάζες μέσα από το συναίσθημα της στιγμής.  Δημιουργώντας ένα συλλογικό παραλήρημα, με το αζημίωτο βέβαια. Διότι καταστρέφοντας την ψυχική αντίσταση κάποιων ατόμων λόγω, αδυναμίας, τους μετατρέπεις σε άβουλα όργανα χωρίς κρίση, που υπακούουν τυφλά, έτοιμα να σπαταλήσουν τις περιουσίες τους για χάρη του όποιου γκουρού ή της όποιας εξάρτησης.

Και για να γίνω κατανοητός θα αναφερθώ σ’ ένα ακραίο παράδειγμα που ενδεχομένως κάποιοι θυμούνται, το 1978 στο χωριό Τζονστάουν (Γουιάνα), 923 οπαδοί της αίρεσης «Ναός του Λαού» είχαν αυτοκτονήσει με υδροκυάνιο, παρακινούμενοι από τον παρανοϊκό «γκουρού» Τζιμ Τζόουνς.

Έλληνας λοιπόν σημαίνει πως είμαι από τη φύση και την παιδεία μου ελεύθερος. Δεν θέλω να είμαι δούλος κανενός. Οπότε έχοντας κατά νου κανείς συνείδηση της σχετικότητας του θα πρέπει να σταματά σε ορισμένα «αξιώματα» ή αρχές, όπως μας παραθέτει ο Αριστοτέλης, για να οδηγηθεί εν τέλει σε μία τεκμηριωμένη αποδεικτική διαδικασία, που είναι:

Η αρχή της ταυτότητας. Δηλαδή Α=Α, η έννοια ισούται προς τα γνωρίσματά της.

Αρχή της αντίφασης. Δεν μπορεί κάποιος να λέει για ένα θέμα ή πράγμα ότι είναι και δεν είναι, ότι υπάρχει και δεν υπάρχει.

Αρχή του αποκλεισμού τρίτης εκδοχής. Η είναι Α ή δεν είναι Α, π.χ.: το διαστημόπλοιο Χ ή είναι ή δεν είναι επανδρωμένο.

Αρχή της επαρκούς αιτίας ή του αποχρώντος λόγου, ότι δηλαδή για κάθε τι αναζητείται λογικά η αιτία του. Ισχύοντας έτσι η αρχή “ουδέν γίνεται άνευ αιτίας”.

Εμείς μιλάμε καθημερινά με εικασίες, ενδείξεις ή επιχειρήματα (περί καλού και κακού, δίκαιου ή άδικου κλπ) δηλαδή για χίλια πράγματα, χωρίς να εξαντλούμε τα όρια της σκέψης μας και ρωτάω, για πόσα πράγματα στη ζωή μας έχουμε ακαταμάχητο τεκμήριο;

Για ελάχιστα πράγματα!

Το σωκρατικό «γνώθι σαυτόν» θα οδηγήσει κάποια στιγμή τον Σωκράτη στην αγνωσία. Έτσι μέσω της γνώσης καταφέρνει να ξεπεράσει την ίδια την γνώση όταν κατανοεί ότι τελικά και να μην ξέρει δεν έχει πια κανένα νόημα.

«Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα»   (Ένα ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτα).

Γιατί άραγε φτάνει ο Σωκράτης σε αυτό το συμπέρασμα, που μας θυμίζει και ολίγον Βουδισμό;

Γιατί στη ζωή δεν είναι τίποτε κατεκτημένο ή δεδομένο. Όλα είναι τόσο αινιγματικά όσο είναι και το μυστήριο της ίδιας της ζωής.  Ο βαθύς και επίπονος σκεπτικισμός, οδηγεί τελικά τον Σωκράτη στην αταραξία της αγνωσίας.

«Τα ανοιχτά μυαλά είναι σαν τα αλεξίπτωτα, θέλουν και ανοιχτό μυαλό.» θα πει ο Όσκαρ Ουάιλτ και είχε δίκαιο.

Σήμερα οι επιστήμονες έχουν καταλήξει πως το σύμπαν, όπως το βλέπουμε, ουσιαστικά είναι μία πλάνη. Όχι μόνο με τη γνωστή φράση ότι όλη η ύλη του σύμπαντος χωράει σε ένα κουταλάκι του καφέ ή πως υπάρχουμε κάπου ανάμεσα στις κινήσεις των ηλεκτρονίων, αλλά επειδή όλα είναι τόσο ευμετάβλητα, μη δεδομένα και κατά βάση ανύπαρκτα σε σχέση με ότι εμείς νομίζουμε πως είναι.

Ο Ταγκόρ, ένας ινδός φιλόσοφος, έλεγε ότι αν αφαιρέσουμε όλες τις πλάνες η αλήθεια θα μείνει απ’ έξω.

Στην τελευταία σωζόμενη ωδή που έγραψε ο Πίνδαρος προς τιμήν του Αιγινήτη παλαιστή Αριστομένη στα  Πύθια το 446 Π.Χ, μεταξύ άλλων μας λέει: ο ποιητής αναρωτιέται τι είναι ο άνθρωπος: «επάμεροι· τι δε τις; τι δ΄ ου τις; σκιάς όναρ άνθρωπος». «Εφήμεροι είμαστε· τι είναι τάχα ο άνθρωπος; και τι δεν είναι; όνειρο σκιάς».

Προσέξτε πόσα πολλά ξέρουμε. Ερχόμαστε από κάπου που δεν ξέρουμε, πάμε σε κάτι που δεν ξέρουμε και ενδιάμεσα, για κάποια χρόνια που ζούμε, δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε. Κι όμως όλοι οι άνθρωποι λέμε εγώ ξέρω τι θέλω να κάνω στην ζωή μου.

Το πιο αστείο της υποθέσεως δε, είναι όταν λέει ο ελληναράς  «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» και το πολύ πολύ να εννοεί ότι γνωρίζει και κανα δυο πολιτικούς.

Όταν λοιπόν αναφερόμαστε στους αρχαίους δεν θα πρέπει να το κάνουμε δογματικά, ώστε να θέλουμε οι άλλοι να πιστέψουν και να απομνημονεύσουν αυτά που λέγανε, παπαγαλίζοντάς τα,  αλλά για να μάθουμε πως σκεφτόταν, όχι τι λέγανε, αλλά τον τρόπο. Πως κατέληγαν δηλαδή σε συμπεράσματα, για να φτάσουμε και εμείς κάποτε να καταλήξουμε  στα δικά μας συμπεράσματα (όχι σε πεποιθήσεις ή δόγματα).

Αυτοί καλά κάνανε και τα είπαν κάποτε, εμείς τι λέμε σήμερα;

Όσον αφορά την αρχαιοελληνοκεντρική αλαζονεία κάποιων, τι   μήνυμα μεταδίδουν, όταν λένε για παράδειγμα πως: «ΕΜΕΙΣ τα είχαμε πει όλα!» – λες και συμμετείχαν και αυτοί στα επιτεύγματα των αρχαίων – πέρα από την αρχαιοελληνοκεντρική αλαζονεία; Τι σημασία έχουν για μας όλοι αυτοί οι κομπασμοί που σήμερα είμαστε “των Ευρωπαίων περίγελως και των Αρχαίων παλιάτσοι” (Παλαμάς); Ο ελληναράς δεν ξέρει να συνδιαλέγεται, απλώς είναι ένα μηρυκαστικό των αρχαίων προγόνων, που επικοινωνεί το πολύ με εκατό λέξεις, κομπάζοντας για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Ο Έλληνας προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι πρωτότυπο, εν γνώσει του για τη δυσκολία του εγχειρήματος, επειδή βρίσκεται στη σκιά γιγάντων. Με δυο λόγια λοιπόν,
Έλληνας είναι όποιος μετέχει της Ελληνικής Παιδείας κατά τέτοιο τρόπο ο οποίος τον μεταμορφώνει σ’ ένα ενεργό ον με αρετές τις οποίες μπορεί να αναπαράγει δημιουργικά στο συλλογικό γίγνεσθαι.

1 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο