room-to-grow-bnner

Σιαμαίες λέξεις

της Γιώτας Αγαπητού  

Απόγευμα Κυριακής, η Φρειδερίκη, μία εξηνταπεντάχρονη γυναίκα του νησιού τρέχει αλαφιασμένη προς το λιμάνι. Σε λίγη ώρα το καράβι από τον Πειραιά θα ρίξει άγκυρα στο νησί. Ο αδερφός της, ο Στέφανος, είχε κατέβει για δουλειές στην Αθήνα και τώρα θα επέστρεφε με το βαπόρι.

Τα δύο αδέρφια ζουν σ’ ένα μικρό νησί των Δωδεκανήσων μαζί με την ογδόντα επτάχρονη τώρα πια μάνα τους. Ο πατέρας τους, όταν γεννήθηκε ο Στέφανος, παράτησε χωρίς να πει τίποτα γυναίκα και παιδιά και έφυγε από το νησί, χωρίς ποτέ κανείς από τότε να μάθει νέα του. Φήμες στο νησί λέγανε ότι ίσως και να είχε αποτρελαθεί και μ’ ένα καΐκι ζητιανεύοντας να γύριζε στα πέρατα του κόσμου. Όλα αυτά όμως ήταν φήμες, γιατί σπάνια κάποιος παράταγε την οικογένειά του και έφευγε μακριά από τούτο τον τόπο.

Τα χρόνια περνούσαν και τα δύο αδέρφια που είχαν μάθει να ζουν μέσα από την απουσία του πατέρα τους είχαν γίνει το στήριγμα μιας μάνας που με τα χρόνια ακροβατούσε ανάμεσα στη σύγχυση και το πένθος. Έτσι, λοιπόν, τα δύο αυτά παιδιά από νωρίς είχαν μάθει να βάζουν σε δεύτερη μοίρα τις προσωπικές τους ανάγκες.

Μεγαλώνοντας η Φρειδερίκη με το Στέφανο είχαν διαγράψει τελείως από το μυαλό τους την πιθανότητα δημιουργίας ενός δικού τους σπιτικού. Ο Στέφανος δούλευε με το καΐκι του ψαρεύοντας και ό,τι έπιανε το πουλούσε στα γύρω νησιά, αλλά και στο μικρό ταβερνάκι του κυρ Χαράλαμπου που ήταν κάτω στο λιμάνι. Εκεί, όπου η Φρειδερίκη εργαζόταν σαν μαγείρισσα και λαντζιέρισα, ενώ κάποιες φορές βοηθούσε τον Χαραλάμπη και τη γυναίκα του, τη Βασιλεία, στα ζώα. Στα νιάτα της η Φρειδερίκη, γνωστή τόσο για την ομορφιά όσο και την νοικοκυροσύνη της, είχε δεχτεί πολλά προξενιά από τα γύρω νησιά που πάντα τα απέρριπτε φροντίζοντας να μη φτάνουν ποτέ στ’ αυτιά του αδερφού της, γιατί γνώριζε καλά ότι εκείνος θα την πίεζε να φτιάξει το δικό της σπιτικό.

Η Φρειδερίκη αγαπούσε πολύ τα παιδιά, μα πάνω απ’ όλα αγαπούσε το μικρό της αδερφό και είχε δώσει όρκο, όταν ήταν μικρή, στη θάλασσα, ότι δε θα παράταγε τη μάνα και τον αδερφό της για να παντρευτεί. Το ίδιο όμως έκανε και ο Στέφανος. Τα προξενιά πολλά από τις τέσσερις πλευρές του Αιγαίου, όμως η εντιμότητα και η ηθική που τον χαρακτήριζαν δεν του επέτρεπαν ν’ αφήσει μάνα κι αδερφή μόνες κι απροστάτευτες. Γιατί ο Στέφανος δε θα έκανε κάτι ανάλογο για το οποίο κατηγορούσε τον πατέρα του, μιας και τώρα πια, στα πενήντα οκτώ του δεν τον είχε ακόμα συγχωρέσει.

Το μόνο που του έδινε γαλήνη ήταν το καΐκι του. Πολλά βράδια έβγαινε στ’ ανοιχτά, έχοντας για παρέα ένα μικρό κασετοφωνάκι και η μουσική τον έκανε να δακρύζει. Δάκρυα που καθώς κυλούσαν από το πρόσωπό του έπεφταν στο μικρό ποτηράκι με το ρακί και γινόταν ένα.

Τα χρόνια περνούσαν και τα δύο αδέρφια είχαν αποφασίσει ότι οι ζωές τους ήταν ενωμένες σαν το κοινό σώμα δύο σιαμαίων που ποτέ δεν θα διαχωρίζονταν. Γι’ αυτό και όταν μάλωναν ποτέ δεν έριχναν ευθύνες ο ένας στον άλλο για τη ζωή που είχαν επιλέξει.

Κυριακή, ώρα επτά το απόγευμα. Σε λίγη ώρα το καράβι από τον Πειραιά, μετά από εικοσιτέσσερις σχεδόν ώρες ταξιδιού, θα έδενε στο λιμάνι. Ο Στέφανος εδώ και μια βδομάδα έλειπε στην Αθήνα για δουλειές και επί τη ευκαιρία θα συναντούσε κάποιους παλιούς φίλους, αλλά και τη Μαριώ, ένα ξεχασμένο νεανικό έρωτα που τον συνάντησε μετά από πολλά χρόνια, όταν εκείνη είχε έρθει στο νησί για διακοπές. Από τότε οι δυο τους σιγά σιγά άρχισαν να επικοινωνούν ξανά.

Ο Φαίδωνας, ένας άντρας που διανύει τα πρώτα χρόνια της έβδομης δεκαετίας του, εδώ και αρκετό καιρό πήρε την απόφαση ν’ αφήσει τους πολύβουους ρυθμούς της Αθήνας και να μετακομίσει στο μικρό νησάκι των Δωδεκανήσων, όπου το προηγούμενο καλοκαίρι είχε έρθει για διακοπές με τη Φαίδρα, τη μικρή του αδερφή του και μερικούς καλούς φίλους. Η ηρεμία αυτού του νησιού πίστευε ότι θα συνέβαλε ώστε να ολοκληρώσει γρηγορότερα τα έργα του.

Ο Φαίδωνας ήταν ένας παγκοσμίως πια καταξιωμένος ζωγράφος, μ’ εκθέσεις στις μεγαλύτερες γκαλερί του κόσμου. Όμως πέρα από τη δική του καριέρα ενδιαφερόταν και για την καριέρα της Φαίδρας, η οποία ήταν μία σπουδαία πιανίστρια, δίνοντας ρεσιτάλ στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου. Ήταν γόνοι παλιάς μεγαλοαστικής οικογένειας των Αθηνών που μεγάλωσαν σ’ ένα σπίτι όπου μεγάλες προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού τους επισκέπτονταν τακτικά. Ο Φαίδωνας λάτρευε σχεδόν αρρωστημένα τη μικρή του αδερφή, αλλά και γι’ αυτήν εκείνος ήταν ο ιππότης που πάντα την έσωζε από τον κακό δράκο.

Όταν η Φαίδρα έγινε δεκαοκτώ χρονών και κείνος εικοσιπέντε πίεσε τους γονείς του να την αφήσουν ν’ ακολουθήσει την καριέρα μουσικού, πιστεύοντας ότι θα γίνει μία σπουδαία πιανίστρια. Είχε γίνει ο ατζέντης της. Γι’ αρκετά χρόνια είχε βάλει τη δική του καριέρα σε δεύτερη μοίρα για να μπορέσει να προωθήσει την επαγγελματική εξέλιξη της. Παρόλα αυτά ήταν αφάνταστα προστατευτικός και είχε γαντζωθεί επάνω της. Η προσωπική του ζωή δεν ήταν κάτι που τον απασχολούσε ιδιαίτερα. Έκανε σχέσεις περιστασιακές με γυναίκες που πολλές φορές του ήταν τελείως αδιάφορες, μιας και το μόνο πάθος του ήταν η ζωγραφική. Από πολύ νωρίς όλοι μιλούσαν για την ένταση, το δυναμισμό, αλλά και τον ερωτισμό που εξέπεμπαν τα έργα του. Κάθε του γραμμή επάνω στον καμβά ήταν σαν ν’ αφηγούνταν μία ιστορία για τη ζωή του, αλλά και τη σχέση του με τους γονείς του, για τους οποίους πίστευε ότι ποτέ δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πραγματικά τα παιδιά τους, γι’ αυτό και η σχέση του μαζί τους ήταν τυπική, με συνέπεια αυτό να επηρεάσει και τη Φαίδρα.

Η Φαίδρα, τώρα πια γύρω στα εξήντα, παθιασμένη, νευρωτική και μελαγχολική, παρόλο που μισούσε τη μουσική δέχτηκε να κάνει καριέρα πιανίστριας εξαιτίας της φιλοδοξίας της. Αμέτρητοι οι θαυμαστές της, έτοιμοι να ικανοποιήσουν το κάθε της καπρίτσιο. Μετά το τέλος κάθε της κοντσέρτου ο κόσμος της την αποθέωνε. Ήταν πια μία ντίβα της μουσικής παγκόσμιας σκηνής.

Τον αδερφό της τον ζήλευε αρρωστημένα και αποζητούσε συνεχώς τη φροντίδα και την προσοχή του, ενώ εκείνη πολλές φορές συμπεριφερόταν σαν κακομαθημένο κοριτσάκι. Με τα χρόνια η σχέση των δύο αδερφών είχε γίνει θέμα σχολιασμού στους καλλιτεχνικούς κύκλους όπου σύχναζαν. Αυτό όμως δεν επηρέασε καθόλου τη σχέση τους.

Ο Φαίδωνας είχε ως μούσα του τη Φαίδρα. Όσο περνούσαν   τα χρόνια τα δύο αδέρφια γινόταν όλο και πιο εξαρτημένα το ένα από το άλλο και η σχέση τους πια ήταν χωρίς καυγάδες και μελοδραματισμούς. Εξάλλου είχαν μεγαλώσει και είχαν σχεδόν τα πάντα.

Η Φαίδρα εδώ και μερικά χρόνια για να μπορέσει να ηρεμίσει και να κοιμηθεί έπαιρνε υπνωτικά, ενώ ο Φαίδωνας χανόταν τα βράδια στη δίνη του αλκοόλ. Έτσι τον τελευταίο καιρό πήρε την απόφαση να νοικιάσει το μεγάλο παλιό αρχοντικό του νησιού. Στο νέο του αυτό ξεκίνημα δεν τον ακολούθησε η αδερφή του γιατί δεν άντεχε ν’ αφήσει την πολύβουη ζωή της πόλης και να ξεχειμωνιάσει στο νησί. Εξάλλου είχε κάποιες επαγγελματικές υποχρεώσεις που δεν μπορούσε ν’ ακυρώσει. Υποσχέθηκε όμως ότι όταν θα έβρισκε λίγο χρόνο θα τον επισκεπτόταν.

Κυριακή απόγευμα. Ο Φαίδωνας ρίχνει μια τελευταία ματιά στο σπίτι για να δει αν είναι όλα έτοιμα για να υποδεχτεί τη Φαίδρα. Τα δύο αδέρφια έχουν ένα μήνα να βρεθούν από κοντά και κείνος θέλει πολύ να της δείξει τους πρώτους πίνακες που έχει ετοιμάσει για την έκθεση που θα κάνει σε γκαλερί της Αθήνας με θέμα «Σιαμαίες λέξεις» η οποία είναι μία προσωπική αναφορά στη σχέση των δύο αδερφών. Ανυπομονώντας να τη συναντήσει φτάνει γρήγορα στο λιμάνι και ανακατεύεται με τον κόσμο που περιμένει το καράβι. Κοντοστέκεται, ενώ δίπλα του περιμένει μια γυναίκα απλή, του νησιού. Την κοιτάζει χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει, σχεδόν ασυναίσθητα. Αυτή η γυναίκα με το πρόσωπο χαραγμένο από το χρόνο, χωρίς να ξέρει το γιατί, του κάνει εντύπωση. Είναι η Φρειδερίκη, η οποία με την άκρη του ματιού της αντιλαμβάνεται το βλέμμα του επάνω της. Του χαμογελάει ευγενικά κι εκείνος της το ανταποδίδει.

Σιγά σιγά το καράβι μπαίνει στο λιμάνι και δένει κάβο. Οι ταξιδιώτες που κατεβαίνουν από το πλοίο μπλέκονται με τον κόσμο που περιμένει. Η Φρειδερίκη τρέχει να βοηθήσει τον Στέφανο με τα πράγματά του. Έχει αγοράσει από ένα δώρο σ’ εκείνη και τη μάνα τους.

Ο Φαίδωνας υποδέχεται τη Φαίδρα με μία αγκαλιά, ενώ εκείνη είναι ακόμη ζαλισμένη από το πολύωρο ταξίδι με το πλοίο. Τα δύο αδέρφια δεν ανταλλάσουν ούτε μία κουβέντα. Καθώς ξεμακραίνουν από το λιμάνι ο Φαίδωνας ασυναίσθητα γυρνάει το κεφάλι του και κοιτάζει την Φρειδερίκη με τον Στέφανο. Οι δύο εκείνοι άνθρωποι του θυμίζουν τον εαυτό του με τη Φαίδρα, τις σιαμαίες λέξεις της δικής τους ζωής.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο