Σχεδόν ανεπαισθήτως

του Αναγνωστόπουλου Γιώργου

Ο χρόνος είχε κάποτε διάρκεια,

που φάνταζε σαν να ναι αληθινή.

Μεγαλύτερη και απ’ αυτήν ακόμη την ύπαρξη.

Έζησα ανώφελες κουβέντες στους δρόμους,

χαχανιτά και φωνές για κάποιον ασήμαντο λόγο με γνωστούς στα καφενεία,

ώρες ατελείωτες σε μπαράκια χαμένος στους καπνούς και το αλκοόλ

και πόσες φορές ακόμη στο σπίτι απέναντι από την τηλεόραση,

κρεμασμένος για ώρες σε κάποια είδηση…

Ανούσια ξοδέματα, γεμάτα πλήξη, που πια μοιάζουνε με θάνατο.

Τι χρωστάω; ρώτησα – ίσως ηλιθίως.

Λίγη αξιοπρέπεια κύριε! μου λέει ο εισπράκτορας στο βάθος,

 γυρίζοντάς μου απότομα την πλάτη.

Μα όλοι δε ρωτάμε μετά το τέλος του μενού κύριε; του απαντάω ασκόπως,

καθώς δεν έλαβα καμία απάντηση.

Σαν να ‘ξερα όμως μέσα μου πως ήταν το μόνο πράγμα που μου ανήκε πραγματικά.

Αν και ανεπαισθήτως πλέον ενθυμούμαι.

Ήταν αυτά τα σφαγμένα στις γωνιές της ζωής μου  δευτερόλεπτα,

αποτυπωμένα συμμετρικώς πάνω στο ρυτιδιασμένο μου δέρμα.

Δίχως καν ονοματεπώνυμο.

Να μπορούσα έστω να τ’ αναγνωρίσω… σκέφτηκα.

Τι χρωστάω; ξαναρώτησα εκνευρισμένος.

Μα επιτέλους κύριε σταματήστε!

Οι νεκροί δε χρωστάνε…

Με τις φωνές σας τρομάζετε από πίσω σας τους ερχόμενους.

Αυτονοήτως γύρισα να κοιτάξω,

Ωστόσο δεν υπήρχε κανείς.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο