room-to-grow-bnner

Σαν παλιό καρουσέλ

της Γιώτας Αγαπητού

– Που είπαμε ό,τι πάμε μπαμπά;

-Για μια ακόμα φορά το λέω, θα πάμε στο πανηγύρι, στη διπλανή κωμόπολη.

Όλη η οικογένεια επιτέλους είχε αποβιβαστεί στο αυτοκίνητο, δέσανε τις ζώνες τους και ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν.

Τέλη Σεπτέμβρη.

Τα σχολεία εδώ και μερικές μέρες έχουν ανοίξει, ξεκινώντας δειλά- δειλά να μπαίνουν στους ρυθμούς τους. Ενώ το καλοκαίρι δηλώνει ακόμη παρόν και αρνείται πεισματικά να φύγει για να παραδώσει τα ινία στο μελαγχολικό καιρό του φθινοπώρου. Η μέρα που πέρασε ήταν ζεστή και έδωσε τη θέση της σε μία εξίσου ζεστή νύχτα.

Η ατμόσφαιρα στο αυτοκίνητο, λόγω του ταξιδιού, είναι χαρούμενη. Το μικρό παιδί πίσω από το τζάμι κοιτάει τα πολύχρωμα φώτα που περνάνε γρήγορα και βιαστικά μπροστά από τα μεγάλα παιδικά αθώα μάτια του, όπως περνάνε τα χρόνια και οι θύμισες που με τον καιρό γίνονται αναμνήσεις.

Το ζευγάρι κουβεντιάζει για θέματα της καθημερινότητας, ενώ το μικρό παιδί, δεμένο στο καρεκλάκι του, παίζει με τα μακριά ξανθά μαλλιά της μαμάς του γελώντας, κάνοντας και τους δύο γονείς να γελάνε μαζί του. Την ίδια στιγμή από το ραδιόφωνο ακούγεται μια γλυκιά μελωδία που τους συνοδεύει.

Η διαδρομή ως την κωμόπολη είναι σχετικά κοντινή και χωρίς πολλές στροφές. Περνώντας έξω από τα μικρά φωτεινά χωριουδάκια η νύχτα δημιουργεί, παίζοντας με τις σκιές  τους, μια βαθιά μελαγχολία.

Η γυναίκα ακουμπάει το κεφάλι της ασυναίσθητα στο τζάμι του παραθύρου και χάνεται στις σκέψεις της. Σε λίγη ώρα θα φτάσουν σ’ ένα από τα τόσα πανηγύρια που γίνονται αυτή την εποχή απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλη τη Ελλάδα. Δεκάδες πλανόδιοι μικροπωλητές, φωνάζοντας, διαλαλούν την πραμάτεια τους, που αποτελείται απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς: ρούχα, παπούτσια, κουζινικά σκεύη, σκεπάσματα, παιχνίδια, όπως κούκλες, αυτοκινητάκια, μπάλες και τόσα άλλα.

Μεγάλοι πάγκοι, που κάτω από αυτοσχέδιες τέντες με νάιλον προστατεύουν τα εμπορεύματα από τις κάθε λογής καιρικές συνθήκες. Προς το βάθος των πάγκων υπάρχει ένας μεγάλος χώρος όπου πουλιούνται κάθε είδους χαλιά, μικρά, μεγάλα, καλοκαιρινά, παιδικά και τόσα άλλα.

-Καλέ νεαρέ πόσο κάνει αυτό το χαλί; Ρωτάνε οι ενδιαφερόμενες κυρίες τον πωλητή, που συνήθως ανήκει στην φυλή των τσιγγάνων.

-Ποιο καλέ κυρία; Απαντάει εκείνος.

-Να εκείνο το μεγάλο, το μπέζ, με τα μεγάλα καφέ λουλούδια.

Και έτσι μ’ αυτές τις λέξεις αρχίζει ένα ανελέητο παζάρι μεταξύ των νοικοκυρών και των μικροπωλητών, όπου κερδισμένοι συνήθως βγαίνουν και οι δύο. Ενώ σε μιαν άκρη παρακολουθούν τα τεκταινόμενα ηλικιωμένες τσιγγάνες, ντυμένες με τις πολύχρωμες, γεμάτες λουλούδια και σχέδια, μακριές φούστες τους και τα μακριά τους μαλλιά πιασμένα πλεξούδες και τυλιγμένα γύρω από το κεφάλι τους, που καλύπτονται από περίτεχνες μαντήλες.

Κάνοντας μία βόλτα σ’ αυτούς τους χώρους τα μάτια σου γεμίζουν με εικόνες πλημυρισμένες με χρώματα. Η ατμόσφαιρα κατακλύζεται από μυρωδιές της καμένης ζάχαρης που μεταμορφώνεται, στροβιλιζόμενη γύρω από ένα μικρό καλάμι, σε μαλλί της γριάς, παίρνοντας ένα έντονο ροζ χρώμα. Ενώ η μυρωδιά από τους φρεσκοτηγανισμένους λουκουμάδες, οι οποίοι είναι πασπαλισμένοι με μέλι και κανέλα, δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο. Στους ίδιους πάγκους και ο «σαπουνένιος» χαλβάς με αμύγδαλα, που λιώνει στο στόμα. Γεύσεις και μυρωδιές κάνουν τον κόσμο να μην μπορεί ν’ αντισταθεί.

Σκόνη, ευωδιές και πολύχρωμα λαμπιόνια χορεύουν στο ρυθμό της νύχτας, τον οποίο δίνει ένας γέρος τσιγγάνος, ντυμένος με τα πολύχρωμα, γεμάτα ψεύτικα πλουμιστά στολίδια του, καλώντας τον επισκέπτη να τον ακολουθήσει στη μαγεία που πλανάται στην ατμόσφαιρα.

Επόμενος σταθμός είναι το λούνα παρκ με τα τεράστια ηλεκτροκίνητα παιχνίδια. Ο χώρος με τα περισσότερα φώτα, όπου μικροί και μεγάλοι έχοντας από ένα εισιτήριο στο χέρι, ανεβαίνουν σ’ ένα από αυτά τα οχήματα, κάτι το οποίο για λίγο τους κάνει όλους να γίνονται παιδιά. Τρενάκια πάνω σε ράγες για τους μικρότερους, τραμπολίνο, συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, ακόμα και η εκθαμβωτική μπαλαρίνα με τα διάπλατα ανοιχτά χέρια της είναι πάντα εκεί. Όλοι παρασύρονται από τη μαγεία του λούνα παρκ. Οι έννοιες και οι σκοτούρες της καθημερινότητας έχουν πάει στην άκρη, μπορούν για λίγο, τουλάχιστον όσο κρατάει μία μάρκα, να περιμένουν. Όμορφες στιγμές! Στιγμές που σηματοδοτούν το τέλος του καλοκαιριού και την έναρξη του φθινοπώρου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

-Έλα μαμά, σε παρακαλώ, άσε με ν’ ανέβω ακόμα μία φορά στο τρενάκι, σε παρακαλώωω…, λέει το μικρό κοριτσάκι με τα ξανθά μακριά μαλλιά επίμονα και αποφασιστικά, ενώ ταυτόχρονα κοιτάζει προς το μέρος του μπαμπά του αναζητώντας για σύμμαχο.

-Καλά. Λέει εκείνη, με προσποιητή αυστηρότητα.

Μόνο για δέκα λεπτά, γιατί σιγά – σιγά πρέπει να φύγουμε. Εξάλλου ήμαστε πάνω από τρεις ώρες εδώ και δε νομίζω να σου χαλάσαμε κανένα χατίρι, λέει ο μπαμπάς, κοιτώντας τρυφερά τη γυναίκα του και το παιδί τους. Ενώ η μαμά δείχνει με το βλέμμα της τα γεμάτα με σακούλες παιχνίδια και κουτάκια με γλυκίσματα στα χέρια τους.

-Μη ξεχνάς γλυκό μου παιδί ότι αύριο είναι μία καθημερινή μέρα και πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς για το σχολείο και τις δουλειές μας, τόνισε ο μπαμπάς.

-Το μικρό κοριτσάκι παίρνοντας ένα ψεύτικο κατσουφιασμένο ύφος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και ανέβηκε στο πολύχρωμο καρουσέλ  ευτυχισμένο, γεμίζοντας τα μάτια και την ψυχή του με εικόνες και αναμνήσεις που θα το συντρόφευαν στο μέλλον.

-Ξύπνα μαμά, ακούγεται η γλυκιά παιδική φωνή.

-Έλα γλυκιά μου, ξύπνα, φτάσαμε, μάλλον σε πήρε για λίγο ο ύπνος, είπε τρυφερά ο σύζυγος στη γυναίκα του.

-Όχι, δεν κοιμόμουν, απλά σκεφτόμουν και αναπολούσα με κλειστά μάτια.

-Τι μαμά; Πες μου.

Ξέρεις αγάπη μου γλυκιά, όταν ήμουν και γω παιδί πήγαινα με τους γονείς μου σ’ ένα όμοιο πανηγύρι, που γινόταν και συνεχίζει να γίνεται τέτοια εποχή σ’ ένα διπλανό χωριό, κοντά στο πατρικό μου σπίτι. Από την τελευταία φορά που πήγα έχουν περάσει…σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Μετά συνέβησαν τόσα, μα τόσα πολλά, όμως πάντα τα πολύχρωμα φώτα του λούνα παρκ είναι εκεί, στην άκρη της ψυχής μου, για να με συντροφεύουν κάθε φορά που θέλω να νιώσω παιδί. Τώρα να μαι πάλι μεγάλη γυναίκα, φορτωμένη από τη ζωή, να επιστρέφω από ένα παρόμοιο υπαίθριο λούνα παρκ, κάτι σαν φόρο τιμής στη χαμένη μου αθωότητα. Γι’ αυτό, γλυκό μου πλασματάκι, μην ξεχάσεις ότι τα φώτα του λούνα παρκ και ό,τι αυτά συμβολίζουν, σβήνουν μόνο όταν το θελήσουμε εμείς.

Το μικρό παιδί έδωσε ένα γλυκό φιλί στη μαμά του, έπιασε σφιχτά και τρυφερά τα χέρια των γονιών του, προχωρώντας μαζί τους στον δρόμο για το σπίτι, χαρούμενο που έζησε και κείνο με τη σειρά του τη μαγεία ενός πανηγυριού, τόσο αυθεντικού και αληθινού, όσο καμιά άλλη γιορτή.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο