room-to-grow-bnner

Πρόσωπα χαραγμένα στο χρόνο

της Γιώτας Αγαπητού

Βλέμμα κρυμμένο πίσω από ένα ζευγάρι μεγάλα μαύρα γυαλιά. Μια φιγούρα μεγαλόσωμη όπου τ’ άσπρα της μαλλιά δίνουν την εντύπωση ενός χιονοσκέπαστου βουνού. Ο κυρ Ανέστης καθισμένος πίσω από το παράθυρο μοιάζει να παρατηρεί το τοπίο, μόνο που τα μάτια του που είναι κρυμμένα πίσω από τα γυαλιά δεν μπορούν να δουν τον κόσμο. Τον κόσμο που ωστόσο ο ηλικιωμένος άντρας τον βλέπει με τα μάτια της ψυχής του που είναι πιο λαμπερά και ίσως τον αντιλαμβάνονται καλύτερα.

Καθισμένος σε μία καρέκλα ο κυρ Ανέστης ταξιδεύει στο παρελθόν. Ήταν δεκαεννιά χρονών παλικάρι όταν ανακοίνωσε στους γονείς του, έτσι απλά, ότι θα καταταχτεί στο στρατό παίρνοντας μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Υποστηρικτής του Ελευθέριου Βενιζέλου, πίστευε και κείνος σε μία μεγάλη και εξευρωπαϊσμένη Ελλάδα. Μετά από πολύ καιρό και έχοντας γυρίσει πίσω, ένοιωθε πιο σοφός, αλλά και πιο μόνος. Ακόμα θυμάται ύστερα από τόσα χρόνια τη Σμύρνη να φλέγεται. Τώρα που όλα αυτά έχουν γίνει μια φευγαλέα ανάμνηση σε μία γωνιά του μυαλού του, όταν διηγείται ιστορίες στα εγγόνια του από τον πόλεμο απαγορεύει στον εαυτό του όσο και αν τα δάκρυα φτάνουν από την ψυχή του στα μάτια, να κυλίσουν στα μάγουλά του.

Τις μόνες στιγμές που μπορεί να μιλήσει πραγματικά για τη ζωή που πέρασε, μια ζωή δύσκολη γεμάτη στερήσεις, μιας και προέρχονταν από φτωχική οικογένεια, είναι όταν συχνάζει στο μικρό περίπτερο του φίλου και συγγενή του πια, μπάρμπα Στέργιου.

Παντρεύτηκε αμέσως μετά την επιστροφή του από τον χαλασμό μια νεαρή κοπέλα από τον τόπο του, με προξενιό. Ένας γάμος που δεν είχε θεμέλιό του την αγάπη, αλλά τα πρέπει και τα θέλω της εποχής του. Η φτώχια πιστή συνοδοιπόρος σε κάθε του βήμα. Ποτέ δεν θα ξεχάσει τη μέρα εκείνη που από ένα ιατρικό λάθος τυφλώθηκε. Έτσι, λοιπόν, σχεδόν κάθε απόγευμα με την βοήθεια ενός μπαστουνιού και το χέρι της μικρότερης εγγονής του να τον στηρίζει πηγαίνει να συναντήσει τον μπάρμπα Στέργιο.

Ο μπάρμπα Στέργιος προέρχεται και κείνος από μία φτωχική οικογένεια της περιοχής. Σε ηλικία είκοσι επτά χρονών, όταν ξεκίνησε ο Ελληνοιταλικός πόλεμος πολέμησε και αυτός στα βουνά της Ηπείρου. Για παράσημο έλαβε τα κομμένα από τα κρυοπαγήματα δάχτυλά του. Για να ζήσει αυτός και η οικογένειά του, το κράτος του έδωσε, όπως και σε άλλους αγωνιστές του πολέμου, μία άδεια περιπτέρου, αλλά και την ψευδαίσθηση να πιστεύουν ότι αυτά που προσέφεραν για την πατρίδα δεν πήγαν χαμένα. Τώρα πια, σχεδόν στη δύση της ζωής του, νοιώθει έντονα πληγωμένος που τα δυο του παιδιά αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε ξένους τόπους για μια καλύτερη ζωή και να τους ονομάσουν πατρίδα. Ενώ η μικρότερη κόρη του έχοντας παντρευτεί το μεγαλύτερο γιο από τα τέσσερα αγόρια του κυρ Ανέστη, προσπαθούν με τον άντρα της να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον από εκείνο των γονιών τους.

Δύο κουρασμένοι ηλικιωμένοι άντρες που τους ενώνει μία μεγάλη και δυνατή φιλία, αλλά πολύ περισσότερο η μικρή τους εγγονή, που διακόπτει συχνά τις συζητήσεις τους με τα παιδικά της καπρίτσια.

Όπως τα καπρίτσια της μικρής Ερατούς και του αδερφού της, του Αίολου, που ζάλιζαν με τις φωνές τους τη γιαγιά τους την κυρά Μαριγώ. Μία γυναίκα της υπαίθρου, που σε νεαρή ηλικία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον τόπο της όταν οι δικοί τη δώσανε με προξενιό σ’ έναν άντρα αλκοολικό, αρκετά μεγαλύτερό της, που ζούσε σ’ ένα μακρινό χωριό, ο οποίος πάντα τη συμπεριφέρονταν βίαια. Όταν πέθανε ο άντρας της εκείνη δεν έριξε ούτε ένα δάκρυ, μιας και τα δάκρια είχαν στερέψει από τα δύσκολα χρόνια που πέρασε μαζί του. Μόνη της έννοια και αγάπη ήταν η φροντίδα των παιδιών της και αργότερα των εγγονιών της. Ακόμα ηχεί στα αυτιά της Ερατούς ο ήχος από τα μακριά μαύρα φουστάνια της γιαγιάς της που ανέμιζαν, καθώς εκείνη σκούπιζε της αυλή. Θυμάται τη μαντίλα που έπεφτε από το κεφάλι της αφήνοντας ν’ αποκαλυφτούν τα γκρίζα της μαλλιά που ήταν πλεγμένα σε μια όμορφη πλεξούδα τυλιγμένη γύρω από το κεφάλι της, μοιάζοντας περισσότερο σαν το φωτοστέφανο που φοράνε όλου του κόσμου οι άνθρωποι που έχουν υποφέρει και πονέσει πολύ. Γιατί η κυρά Μαριγώ υπέφερε και λύγισε σαν τα κλαδιά των δέντρων που τα φυσάει με λύσσα ο άνεμος για να δοκιμάσει τις αντοχές τους. Όταν η κυρά Μαριγώ έχασε τη μονάκριβη κόρη της έγινε το στήριγμα τον δύο εγγονιών της.

Αυτές είναι οι ιστορίες τριών ανθρώπων, τόσο σπουδαίων και τόσο μεγάλων, λόγω των ψυχικών αποθεμάτων τους, που αναδεικνύονται μέσα από την απλοϊκότητά και φυσικότητά τους. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, παγκόσμιοι και πανανθρώπινοι, όπου ο καθένας τους θα μπορούσε να είναι ο παππούς και η γιαγιά όλου του κόσμου.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο