room-to-grow-bnner

«Πολύχρωμα όνειρα μέσα στη λάσπη» – Το ψυχογράφημα μίας φυλής

της Γιώτας Αγαπητού 

Γυναίκες προχωρούν στο δρόμο φορώντας πολύχρωμα ρούχα, στα κεφάλια τους έχουν δεμένα μαντίλια με τεράστια σχέδια που ανεμίζουν στον άνεμο καθώς περπατούν. Κυκλοφορούν σχεδόν ξυπόλητες, χειμώνα-καλοκαίρι. Φούστες, που στο πέρασμά τους θροΐζουν σαν τα φύλλα, θέλοντας να τονίσουν την παρουσία τους. Δίπλα τους ένα τσούρμο ξυπόλυτα παιδιά ψάχνουν μέσα στους κάδους των σκουπιδιών μαζεύοντας οτιδήποτε τους φανεί χρήσιμο, πουλώντας το.

Ποιος ξέρει πού;

Για λίγα χρήματα.

Γύφτοι, Τσιγγάνοι, Αθίγγανοι ή Ρομά, μια σειρά λέξεων για να περιγράψει κανείς μία φυλή μυστήριο για όσους δεν ανήκουν σε αυτή. Ζουν αποκλειστικά σε γειτονιές δικές τους που τις ονομάζουν μαχαλάδες, γειτονιές που συνήθως θυμίζουν γκέτο. Άνθρωποι, οι περισσότεροι από αυτούς φτωχοί, επιβιώνουν με τα επιδόματα της πρόνοιας, αλλά και από τις ψήφους που πουλούν για λίγα ευρώ στους πολιτικούς.

Οι άνθρωποι αυτοί παντρεύονται από πολύ νεαρή ηλικία, σχεδόν παιδιά, με τρόπο ανορθόδοξο, αλλά και τόσο ρομαντικό για την πεζή κοινωνία μας. Το νεαρό παλικάρι κλέβει την αγαπημένη του ζητώντας στη συνέχεια προίκα. Όταν οι δύο οικογένειες δώσουν τα χέρια ο γάμος διαρκεί τρεις μέρες με χορό και τραγούδι, ενώ το αλκοόλ ρέει άφθονο. Οι γέννες ακολουθούν η μία την άλλη και χωρίς καν να το καταλάβουν γερνούν πολύ νέοι. Κάνουν δουλειές του ποδαριού, κάποιοι όμως είναι ρακοσυλλέκτες, ενώ άλλοι στην καρότσα ενός φορτηγού φορτώνουν μαζί με φρούτα και λαχανικά, τα χαλιά και τις κουβέρτες, καθώς και τα ξυπόλυτα κουτσούβελα, που και αυτά διαλαλούν την πραμάτεια της οικογένειας, προσφέροντας ένα απολαυστικό θέαμα στους περαστικούς.

Οι οικογένειες είναι δεμένες και τιμούν τους δεσμούς τους. Αν κάποιος τολμήσει να πειράξει την τιμή της οικογένειας ανοίγουν βεντέτα, μία βεντέτα όπου η υπερβολή κυριαρχεί. Τα παιδιά τους τα μαθαίνουν να ζουν σχεδόν από το τίποτα, μ’ ένα βλέμμα πολλές φορές γεμάτο καχυποψία, καθώς τουρτουρίζοντας από το κρύο ζητιανεύουν για λίγα κέρματα από τους περαστικούς. Προσωπάκια σκονισμένα, με τις μύξες να τρέχουν σαν καταρράκτες από τη μύτη τους. Μία φυλή όπου η παιδική θνησιμότητα είναι μεγάλη.

Από νωρίς μαθαίνουν τρόπους να επιβιώνουν, γιατί η φυλή αυτή εύρισκε πάντα τρόπους να επιβιώνει, μιας και η διαδρομή της στην ιστορία ήταν πάντοτε σκληρή. Ξεκινώντας από τη Βόρεια Ινδία, με ενδιάμεσους σταθμούς το Πακιστάν και την Αίγυπτο, έφτασαν στα πέρατα του κόσμου. Ήδη από τον ένατο αιώνα που εμφανίστηκαν στο Βυζάντιο, προβλέποντας τα μελλούμενα ανά τους αιώνες, έδιναν την αίσθηση ότι κατείχαν ιδιότητες απόκοσμες, αλλά και την αίσθηση μιας ξένοιαστης φυλής, που κάλυπτε πίσω από τα πλουμιστά της ρούχα μία απέραντη μιζέρια. Μία φυλή που δεν έγινε ποτέ αποδεκτή σε κανένα τόπο, κυρίως λόγο των δοξασιών και των θρύλων που κουβαλούσαν. Εξάλλου και οι ίδιοι ποτέ δε θέλησαν να ενσωματωθούν σε κάποια κοινωνία, γι’ αυτό και έστηναν παντού το δικό τους μαχαλά, τη δική τους κοινότητα. Κρατούσαν ως ιερό κειμήλιο την πανάρχαια μητρική τους γλώσσα, τη Ρομανί. Μια γλώσσα σχεδόν κοινή για τους τσιγγάνους και γύφτους όλου του κόσμου. Ένα κράμα λέξεων σανσκριτικής και ινδοευρωπαϊκής γλώσσας της Βόρειας Ινδίας. Μια φυλή που έμαθε να στήνει με μεγάλη άνεση τα πολύχρωμα στρωσίδια της και να παίρνει ενέργεια από τη Μητέρα Γη. Πηγαίνοντας στα πανηγύρια όλου του κόσμου, για να πουλήσουν παζαρεύοντας την πραμάτεια τους, μια πραμάτεια τόσο πολύχρωμη σαν τις πολύχρωμες μεγάλες μακριές βράκες που φοράνε οι ηλικιωμένες γυναίκες της φυλής καθισμένες στο χώμα που μαγειρεύουν για να ταΐσουν τη φαμίλια τους.

Οι ηλικιωμένοι έχουν σημαντικό ρόλο μέσα στη φυλή. Κοινωνίες περισσότερο μητριαρχικές, αν και οι ίδιοι με τον όρο Ρομά, που σημαίνει άντρας ή σύζυγος, θέλουν να δείξουν πόσο σημαντικός είναι και ο ρόλος του άντρα μέσα στην κοινότητά τους. Μία φυλή που γιορτάζει και πενθεί με το ίδιο πάθος, μέσα από τα θρησκευτικά της πιστεύω στις δύο μεγάλες θρησκείες, δίνοντας το δικό της χρώμα. Όπου η μουσική είναι έντονη, γεμάτη ρυθμό, αλλά και μελαγχολία που καλύπτεται από τους ήχους των κρουστών οργάνων για να μπορούν τα νεαρά κορίτσια της φυλής με τα καλλίγραμμα κορμιά τους  να λικνίζονται με χάρη, τινάζοντας με σκέρτσο τα μακριά σκουρόχρωμα μαλλιά τους, σαν άλλες Εσμεράλδα –η οποία χορεύοντας έκανε τον νεαρό αξιωματικό Φοίβο, αλλά και τον συμπαθή Κουασιμόδο να την ερωτευθούν στο Παρίσι στην εποχή της δεισιδαιμονίας. Εξάλλου και οι μεγαλύτερες γυναίκες καμαρώνουν τη συνέχεια της φυλής τους, φορώντας ένα μεγάλο λουλούδι στο αυτί, στροβιλιζόμενες στον άνεμο, επικοινωνώντας με θεότητες ιστορικά πανάρχαιες.

Μία κοινωνία σκληρή, κλεισμένη στον εαυτό της, που κάνει το παν να μην ξεφύγει από τη μοίρα της, γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη στη μόρφωση, στερώντας έτσι ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της. Άλλωστε έχουν μάθει ότι για να κατακτήσουν τον κόσμο δε χρειάζεται να δεχτούν τη μόρφωση που τους προσφέρουν οι τόποι από τους οποίους έχουν περάσει.

Οι Ρομά, οι Τσιγγάνοι, οι Γύφτοι ή οι Αθίγγανοι όπως και αν αποκαλούνται, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και διαφορές που έχουν μεταξύ τους, είναι η μοναδική φυλή στην ιστορία της ανθρωπότητας που δεν ήταν ούτε κατακτητές, ούτε κτηνοτρόφοι, αλλά μπόρεσαν να κατακτήσουν τον κόσμο υμνώντας τον ερωτισμό, καλυμμένοι με μυστικές και απόκοσμες ιδιότητες.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο