alexis-800x140

Πωλ Γκωγκέν: Η ζωή και το έργο ενός μεγάλου μεταϊμπρεσιονιστή

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Γάλλος ζωγράφος Πωλ Γκωγκέν, εκπρόσωπος του ρεύματος του μεταϊμπρεσιονισμού – ένα καλλιτεχνικό κίνημα στα τέλη του 19ου αιώνα, το οποίο αποτελεί προέκταση του ιμπρεσιονισμού – θα γεννηθεί σε μία συνοικία της Μονμάρτης στις 7 Ιουνίου του 1848.

Ο Πωλ Γκωγκέν θα περάσει τα παιδικά του χρόνια στη Λίμα του Περού, εξαιτίας των αντιμοναρχικών πεποιθήσεων του πατέρα του, Κλοβίς Γκωγκέν, ο οποίος θα εγκαταλείψει το Παρίσι όπου δούλευε ως δημοσιογράφος τις παραμονές του πραξικοπήματος του Λουδοβίκου Ναπολέοντα το 1849, αλλά  θα πεθάνει κατά την διάρκεια του ταξιδιού τους.

Μετά από τέσσερα χρόνια παραμονής τους στη Λίμα η οικογένειά του θα εγκατασταθεί στην Ορλεάνη. Ενώ το Δεκέμβριο του 1865 ο Γκωγκέν κατατάσσεται ως δόκιμος αξιωματικός στο εμπορικό ναυτικό. Το 1871, μετά το τέλος του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου επιστρέφει στο Παρίσι όπου χάρη στον Arosa, τον οποίο όρισε η μητέρα του ως κηδεμόνα λίγο πριν πεθάνει, θα κάνει τις πρώτες του γνωριμίες με τον κόσμο της τέχνης. Χάρη σε αυτόν, ο Γκωγκέν   εργάζεται ως βοηθός χρηματιστή στην εταιρεία Bertin όπου θα αποκομίσει σημαντικά κέρδη, εξασφαλίζοντας μία άνετη ζωή γι’ αυτόν και την οικογένειά του – στα 1873 θα παντρευτεί τη Δανέζα Mate Gad, με την οποία θα αποκτήσει πέντε παιδιά.

Ο Γκωγκέν παράλληλα με την ιδιότητα του χρηματιστή περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του ζωγραφίζοντας. Κοντά στον Πισαρό θα μυηθεί στον ιμπρεσιονισμό με εκπροσώπους μεγάλους ζωγράφους όπως τους Μανέ, Ρενουάρ, Μονέ, Σίσλεϋ, Μοριζά και άλλους, ενώ στην πορεία θα παρακολουθήσει την μέθοδο ζωγραφικής του Σεζάν  και του Ντεγκά από τους οποίους και θα επηρεαστεί. Η συναναστροφή του με τον Καμίλ Πισαρό, ιδρυτικό μέλλος της ομάδας των ιμπρεσιονιστών, θα του διδάξει το σεβασμό προς την φύση, αλλά και την αποστροφή του για κάθε μορφή ακαδημαϊσμού, σε βαθμό όμως που θα τον οδηγήσει μέσα από το πρίσμα του συμβολισμού και της υποκειμενικής συναισθηματικής αναπαράστασης να απομακρυνθεί αργότερα από τον δάσκαλό του, αλλά και από τον ιμπρεσιονισμό γενικότερα.

Ο ιμπρεσιονισμός παρόλο ότι έδινε προτεραιότητα στην αισθήσεις, υπονομεύοντας την έννοια της μίας αλήθειας, μέσα από τις φευγαλέες ιμπρεσιονιστικές εντυπώσεις του φωτός και του χρώματος, δεν επικεντρωνόταν στις εκφραστικές δυνατότητες του χρώματος και της γραμμής, τις οποίες θα υιοθετήσει αργότερα ο Πωλ Γκωγκέν.

Το 1884 θα μετακομίσει με την οικογένειά του στην Κοπεγχάγη, τελικά όμως εγκαταλείποντας τους, θα επιστρέψει το 1885 στο Παρίσι μαζί με τον μεγαλύτερο γιο του Κλόβις, αποφασίζοντας να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη ζωγραφική.

Ο Γάλλος ζωγράφος Πωλ Γκωγκέν, εκπρόσωπος του ρεύματος του μεταϊμπρεσιονισμού

Το καλοκαίρι του 1886 θα εγκατασταθεί στη Βρετάνη, εκεί γνωρίζει άλλους ζωγράφους, μεταξύ των οποίων τον Σαρλ Λαβόλ και τον νεαρό Εμίλ Μπερνάρ. Επηρεασμένος από τον «συνθετισμό» του Μπερνάρ, μία θεωρία τέχνης η οποία βασίζεται στο πάθος για τα μεσαιωνικά βιτρό, την αγροτική τέχνη και τις Γιαπωνέζικες ξυλογραφίες, θα οδηγηθεί στην απλοποίηση της προσλαμβάνουσας εικόνας με έμφαση στο γραμμικό σχέδιο, μιας και ο «συνθετισμός» στηρίζεται στην άποψη  πως η μνήμη κρατάει μόνο ό,τι είναι συμβολικό.

Το «Όραμα μετά το Κήρυγμα» είναι ένα έργο συμβολικό, το οποίο ανήκει στην περίοδο κατά την οποία ο Γκωγκέν μετακόμισε στην Βρετάνη. Το έργο έχει ως  βασικό θέμα του την αναμέτρηση του Ιακώβ με τον άγγελο, στην επάνω δεξιά γωνία. Μία σύγκρουση που δηλώνει το όραμα που βιώνουν οι γυναίκες της Βρετάνης με τα μαύρα τους φορέματα και τους κολλαρισμένους σκούφους τους που μόλις έχουν βγει από την κυριακάτικη λειτουργία και οι οποίες καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του πίνακα.  Ο τρόπος με τον οποίο δίνεται η εικόνα που βλέπουμε είναι όπως και το όραμα αυτών των γυναικών, δηλαδή μία ανάκληση της εικόνας από τη μνήμη, την οποία όμως έχει αλλοιώσει η φαντασία.

Ορισμένοι από τους πίνακες που ζωγραφίζει όταν εγκαθίσταται  στην Μαρτινίκα μαζί με τον Σαρλ Λαβόλ φέρουν έντονο το στίγμα του πριμιτιβισμού, δηλαδή παραδοσιακές οπτικές φόρμες από τους αυτόχθονες προϊστορικούς λαούς. Χαρακτηριστικοί είναι οι πίνακες αυτής της περιόδου όπως: Η συλλογή των καρπών, Πηγαινέλα κλπ.  Πρωταγωνίστρια των έργων αυτής της περιόδου, θα λέγαμε, είναι η παρθένα και οργιώδης φύση, την οποία ο καλλιτέχνης παρατηρεί γεμάτος έκπληξη και θαυμασμό.

Ενθουσιασμένος από το νησί της Μαρτινίκας ο Γκωγκέν θα γράψει στον φίλο του Scuffenecker, χάρη στον οποίο θα γνωρίσει τον έμπορο τέχνης Τεό Βαν Γκογκ, καθώς και τον αδερφό του Βίνσεντ Βαν Γκογκ: «Βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσες τις σιλουέτες και τις φόρμες των ανθρώπων, καθημερινά πηγαινοέρχονται νέγρες με φτηνά φορέματα, οι κινήσεις των οποίων είναι απίστευτα γοητευμένες και πολυποίκιλες […] Δεν σταματούν να κουβεντιάζουν, ακόμη και όταν κουβαλούν μεγάλο βάρος στο κεφάλι τους. Οι χειρονομίες τους είναι ασυνήθιστες και τα χέρια τους παίζουν σημαντικό ρόλο, εναρμονιζόμενα με τις καμπύλες και τους γοφούς.

Στα 1888 θα συγκατοικήσει περίπου για δύο μήνες στην Αρλ με τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Το “Κίτρινο Σπίτι” ένα έργο του μεταϊμπρεσιονιστή Βαν Γκογκ, είναι το απόλυτο πορτραίτο της κοινής ζωής τους. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η οποία θα λήξη απότομα λόγω της έντονης διαμάχης τους, οι δύο καλλιτέχνες θα φιλοτεχνήσουν περίπου είκοσι έργα ο καθένας.

Στους πρώτους πίνακες ο Γκωγκέν ζωγραφίζει την ύπαιθρο της Προβηγκίας και τις δραστηριότητες των χωρικών, χαρακτηριστικός είναι ο πίνακας του «Το μάζεμα του σανού». Ενώ μία από τις αγαπημένες τοποθεσίες και των δύο καλλιτεχνών είναι το κοιμητήριο Lew Alyscamps στις παρυφές της Αρλ. Επηρεασμένος από το ρεύμα του «συνθετισμού» στο έργο του «Άποψη των Alyscamps» η ζωγραφική απεικόνιση με τις οροθετημένες χρωματικές επιφάνειες δεν έχει ως στόχο την πιστή αποτύπωση της φύσης, αλλά την απόδοση της εντύπωσης που αυτή προκαλεί.

Μετά από δεκαπέντε χρόνια ο Γκωγκέν θα παραδεχτεί πως η συγκατοίκηση του με τον Βαν Γκογκ υπήρξε ιδιαίτερα εποικοδομητική, λέγοντας: «Το κοινό δεν έχει την παραμικρή ιδέα πόσο σπουδαία δουλειά μπορούσαν να κάνουν εκείνη την εποχή δυο καλλιτέχνες ενώνοντας τις δυνάμεις τους, δουλειά χρήσιμη και για τους δύο».

Το 1891 θα εγκαταλείψει την Ευρώπη σε κακή ψυχολογική κατάσταση για να εγκατασταθεί στην Ταϊτή, ενώ αργότερα στις νήσους Μαρκησίες (γαλλική Πολυνησία) όπου θα υιοθετήσει τον τρόπο ζωής των ιθαγενών. Επηρεασμένος από τον συνθετισμό του Μπερνάρ και τις παραδοσιακές φόρμες από την αφρικανική τέχνη και την τέχνη της Ασίας, εστιάζεται  στον εξωτισμό της Ταϊτής και τις παραδόσεις των Μαορί, απεικονίζοντας την απλή ζωή τους. Σε πολλά έργα του ζωγράφιζε κυρίως γυμνές νεαρές κοπέλες, ενώ είναι γνωστό ότι με πολλές από τις μούσες του είχε ερωτικές σχέσεις.

Οι τίτλοι των έργων του είναι γραμμένοι στην γλώσσα των Ιθαγενών.  Ο πίνακας (Nave Nave Mahana) σημαίνει «Υπέροχες ημέρες» και έχει ως θέμα του γυναίκες της Ταϊτής οι οποίες στέκονται ακίνητες, ανάμεσα σε λεπτά δεντρόφυλλα μπροστά από ένα πορτοκαλοκόκκινο εντυπωσιακό φόντο. Το έργο αυτό αποτελεί το πρώτο από μία σειρά εντυπωσιακών έργων που θα ακολουθήσουν, η κορύφωση των οποίων θα επέλθει με τον σπουδαιότερο πίνακα με φιλοσοφικό προσανατολισμό «Από πού ερχόμαστε; Ποιοι είμαστε; Που πάμε;». Στο έργο αυτό οι μορφές παρατάσσονται με ρυθμό που θυμίζει αρχαίους ζωφόρους, με απεικονίσεις ανθρώπων από την παιδική ηλικία έως τα γηρατειά.

Ο Πωλ Γκωγκέν παθαίνει στις 8 Μαΐου του 1903 από έμφραγμα, πιθανότατα λόγω της επιδείνωσης της υγείας του, καθώς είναι εθισμένος σε ουσίες και αλκοόλ, ενώ υποφέρει από χρόνια σύφιλη. Μία ημέρα πριν μπει στη φυλακή για να εκτίσει την τρίμηνη ποινή του από την αποικιοκρατική διοίκηση του νησιού, λόγω της εναντίωσής του στην αποικιοκρατική πολιτική θα αφήσει την τελευταία του πνοή δίπλα στον Tioka, ένα γέρο μάγο της φυλής των Μαορί.

Ο Herbert Reed στο έργο του «Η φιλοσοφία της μοντέρνας τέχνης» θα τονίσει πως «Ο Γκωγκέν, όπως και τόσοι άλλοι μοντέρνοι ζωγράφοι , θα είχε γίνει μεγαλύτερος καλλιτέχνης αν είχε ζήσει σε μία κοινωνία καλοπροαίρετη και ικανή να αξιοποιήσει τα μεγάλα του χαρίσματα. Όμως η τύχη του ήταν άλλη: ήταν καταδικασμένος να ζει σε μιαν εποχή που επιφύλασσε για τους καλλιτέχνες της  τα πιο διεφθαρμένα μέσα απ’ το οπλοστάσιο της ένδειας και της αμέλειας».

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο