Περιμένοντας για μία ακόμα φορά στη στάση το Λεωφορείο

της Γιώτας Αγαπητού

Πρωινό μίας ακόμα συνηθισμένης μέρας και η Αννούσκα παρά το κρύο που κάνει περιμένει καρτερικά το λεωφορείο, το οποίο θα τη μεταφέρει στο κέντρο της πόλης. Μία διαδρομή που την ακολουθεί εδώ και τριάντα χρόνια από τότε που ήρθε στην Ελλάδα από τη χώρα της, την πρώην Σοβιετική Ένωση. Στην Αννούσκα πολλές φορές αρέσει να λέει ότι κάποτε είχε ένα όμορφο σπίτι με κήπο, μία δουλειά, φίλους και μία κανονική ζωή που όμως  έχασε. Από τότε που ήρθε στην Ελλάδα με τον άντρα της, το Δημήτρη και τα δυο τους παιδιά, η ζωή τους άλλαξε δραματικά. Φτάνοντας στη νέα πατρίδα αποβιβάστηκαν στην πρώτη πόλη που έδεσε το πλοίο. Νοίκιασαν ένα μικρό υπόγειο δυαράκι μακριά από το κέντρο, γιατί τα ενοίκια ήταν ακριβά λόγω της αυξημένης ζήτησης από παλιννοστούντες χωρών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η Ανούσκα, όπως την αποκαλούσαν από παιδί, από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Ελλάδα είχε συνειδητοποιήσει ότι τα πράγματα δεν θα ήταν καθόλου εύκολα για κείνους. Γι’ αυτό το λόγο έψαξε αμέσως για δουλειά. Εξάλλου, είχε τρία στόματα να θρέψει και τα έξοδα δεν περίμεναν.

Ο Δημήτρης αρκετό καιρό πριν έρθουν στην Ελλάδα, λόγω των πολιτικών γεγονότων στη Σοβιετική Ένωση, είχε αρχίσει να βυθίζεται στην κατάθλιψη, γιατί είχε χάσει τη δουλειά του στο εργοστάσιο τυποποίησης τροφίμων. Στην αρχή γινόταν βίαιος λεκτικά απέναντι στην Αννούσκα και πολύ σπάνια στα παιδιά τους. Όμως πάντα η γυναίκα του τον δικαιολογούσε, θεωρώντας τον θύμα των πολιτικοοικονομικών καταστάσεων, όπως και εκατομμύρια άλλων συμπολιτών τους. Η συμπεριφορά του Δημήτρη φτάνοντας στην Ελλάδα δεν έλεγε ν’ αλλάξει. Κάτι το οποίο είχε ήδη προβλέψει η γυναίκα του. Προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες δεν έψαχνε για δουλειά. Τα πρωινά παρέα με άλλους απόμαχους παλιννοστούντες σύχναζε στο μικρό πάρκο της πόλης, όπου παίζοντας μαζί τους ντάμα και πίνοντας φθηνή βότκα μοιρολατρούσε, δεχόμενος άβουλα τη μοίρα του. Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν η αδιαφορία του πάνω στα πρακτικά θέματα της καθημερινότητας, αλλά και επιβίωσης της οικογένειας του.

Η Αννούσκα χτυπώντας πόρτες και σχεδόν εκλιπαρώντας όποιον πίστευε ότι μπορούσε να τους βοηθήσει προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να ξαναφτιάξει τη ζωή τους από την αρχή. Δύσκολη όμως ήταν η προσαρμογή στη νέα πατρίδα και για τα δυο της παιδιά. Το γιο της, το Χρήστο, που ήταν μόλις δέκα χρονών και την κόρη της, τη Βαλεντίνα, που ήταν στα δώδεκα. Στην αρχή της εφηβείας τους βίωναν και κείνα τις δικές τους απώλειες, των φίλων και του σχολείου. Μιλούσαν ελάχιστα ελληνικά, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται τόσο στα μαθήματα όσο και στις συναναστροφές τους με τ’ άλλα παιδιά.

Οι γονείς της Αννούσκας και του Δημήτρη, παρόλες τις πιέσεις που δέχτηκαν, αποφάσισαν ότι δε θ’ αφήσουν το σπίτι τους και ό,τι είχαν δημιουργήσει στον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν για να μετακομίσουν στην Ελλάδα, επενδύοντας σ’ ένα μέλλον αβέβαιο για τους ίδιους. Άλλωστε, ήταν πάνω από εξήντα χρονών και δεν είχαν ούτε τη σωματική, μα ούτε και την ψυχική δύναμη για να κάνουν μία νέα αρχή δίπλα στα παιδιά τους και τα εγγόνια τους.

Οι μάνες της Αννούσκας και του Δημήτρη γνωρίζονταν από παιδιά. Μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά από γονείς που, όπως και τα παιδιά τους,  δούλευαν στα εργοστάσια. Πιστοί οπαδοί όλοι τους ενός ακραίου καθεστώτος. Όταν γέννησαν τα παιδιά τους έδωσαν υπόσχεση ότι θα τα παντρέψουν για να μετατραπεί η σχέση τους από φιλική σε συγγενική. Θεωρούσαν ότι αυτό το προξενιό μεταξύ των παιδιών τους θα δημιουργούσε ένα πετυχημένο γάμο και στη συνέχεια τη δημιουργία μίας ευτυχισμένης οικογένειας. Δυστυχώς όμως ήταν χιλιόμετρα μακριά για να δουν πόσο πολύ τους είχε διαψεύσει η ροή των γεγονότων μέσα στο χρόνο. Η Αννούσκα από σεβασμό και αγάπη προς τις δύο αυτές γυναίκες δεν είχε σκοπό να τους πει ποτέ τι συνέβαινε με κείνη και το Δημήτρη. Αφήνοντάς τες να πιστεύουν ότι τα παιδιά τους, παρόλες τις δυσκολίες που αντικειμενικά λόγω των καταστάσεων βίωναν στην Ελλάδα, ζούσαν ευτυχισμένα.

Η Αννούσκα κάθε μέρα πήγαινε και φρόντιζε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ενώ, αν τύχαινε και εύρισκε ένα επιπλέον μεροκάματο, έτρεχε για να μπορέσει ν’ ενισχύσει τις οικονομικές ανάγκες του σπιτιού. Πιο πολύ όμως το έκανε για να μπορεί να δώσει τ’ απαραίτητα εφόδια στα παιδιά της για να έχουν αργότερα μία καλύτερη μοίρα απ’ αυτούς. Μία μοίρα που δύσκολα θα κατάφερνε ν’ αλλάξει η  Αννούσκα.

Τα παιδιά της γινόταν σιωπηλοί μάρτυρες των όσων συνέβαιναν μέσα στο σπίτι και ιδιαίτερα της συμπεριφοράς του πατέρα τους, που είχε αρχίσει ν’ ασκεί βία στη μάνα τους. Την πρώτη φορά της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι γι’ ασήμαντη αφορμή όταν έλλειπαν τα παιδιά από το σπίτι. Η δεύτερη ήταν ένα βίαιο τράβηγμα των μαλλιών της, ενώ ακολούθησαν αμέτρητες συνέχειες αυτής της αρρωστημένης συμπεριφοράς. Η Αννούσκα κάθε φορά έμπηγε τα νύχια μέσα στις παλάμες της για να μη τσιρίξει από τον πόνο και την ακούσει η γειτονιά. Μπροστά στα παιδιά έκανε ό,τι μπορούσε για να μην καταλάβουν τι συνέβαινε μεταξύ των γονιών τους. Δυστυχώς όμως μεγαλώνοντας αυτά άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η μάνα τους υπέφερε πολύ από τον πατέρα τους. Παρόλα αυτά η Αννούσκα δεν το έβαζε κάτω, πάλευε καθημερινά με τη μοίρα της.

Μέσω κάποιου γνωστού στην πολυκατοικία όπου καθάριζε τις σκάλες γνώρισε τον Μπάμπη το Χαρακωμένο. Ένα νονό της νύχτας, ιδιοκτήτη καμπαρέ, που βρισκόταν σε κακόφημη γειτονιά της πόλης. Το μαγαζί από καιρό έψαχνε για σερβιτόρο και όχι μόνο. Τα λεφτά ήταν καλά, με έξτρα φιλοδωρήματα. Η Αννούσκα τον παρακάλεσε να προσλάβει το Δημήτρη στη δουλειά του. Τουλάχιστον δουλεύοντας θα έλλειπε όλο το βράδυ από το σπίτι και θα έφερνε τα χρήματα που τόσο πολύ τα είχε ανάγκη η οικογένεια.

Ο Δημήτρης δουλεύοντας όλη τη νύχτα τα πρωινά κοιμόταν, με αποτέλεσμα να μην έχει τη δύναμη, αλλά και τη διάθεση να διαπληκτίζεται με τη γυναίκα του. Ωστόσο, είχε ασκήσει κανά δυο φορές βία στην κόρη του, τη Βαλεντίνα που είχε αργήσει να γυρίσει στο σπίτι. Η Βαλεντίνα ένιωσε αφόρητο θυμό για τον ανύπαρκτο και βίαιο πατέρα της. Τα γεγονότα αυτά όμως ντρεπόταν να τ’ αναφέρει στον αδερφό της το Χρήστο και πολύ περισσότερο στους δασκάλους της στο σχολείο. Η μόνη που γνώριζε γι’ αυτά τα περιστατικά βίας ήταν η μάνα της, η οποία δικαιολογούσε το Δημήτρη εξαιτίας των όσων έζησε ο ίδιος στο παρελθόν. Δικαιολογίες που η Βαλεντίνα, μπαίνοντας στην εφηβεία πια, δεν τις αποδεχόταν. Άλλωστε, σε κείνη και τον αδερφό της δεν άρεσε που ο πατέρας τους δούλευε σ’ ένα κακόφημο καμπαρέ. Τα χρήματα όμως που έφερνε στην αρχή στο σπίτι βοήθησαν να ορθοποδήσουν. Παρόλα αυτά η Αννούσκα δεν έπαψε να συνεχίζει να κάνει δύο δουλειές γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη στον άντρα της.

Καθώς ο καιρός περνούσε εκείνος σιγά σιγά έπαψε να φέρνει στο σπίτι τα χρήματα που έβγαζε με τη δικαιολογία ότι σαν άντρας θα έπρεπε να έχει λεφτά στην τσέπη του. Μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο πολλά βράδια να ξενοκοιμάται, αδιαφορώντας για την οικογένειά του.

Η Αννούσκα μην αντέχοντας την όλη κατάσταση πήγε και βρήκε τον   Μπάμπη το Χαρακωμένο, ο οποίος, αν και νονός της νύχτας, για κάποια πράγματα είχε μπέσα. Μετά τη συζήτησή τους συμφώνησε να δίνει στην Αννούσκα όλο το μισθό του Δημήτρη, αφήνοντάς του μόνο τα φιλοδωρήματα και τα χρήματα που έβγαζε από τα θελήματα που έκανε για κείνον, τα οποία  είχαν σχέση με τον κόσμο της νύχτας και που του ήταν αρκετά για να ζήσει. Ο Μπάμπης ο Χαρακωμένος την ενημέρωσε ότι εδώ και καιρό τον άντρα της τον είχε σχεδόν σπιτώσει η Σούλα η Κοκκινομάλλα, μια φλογερή χορεύτρια του καμπαρέ και οι δυο τους ήταν τρελά ερωτευμένοι. Της υποσχέθηκε όμως ότι δε θα πει τίποτα στον άντρα της για τη συνάντησή τους. Γιατί ο Μπάμπης ο Χαρακωμένος σεβόταν τις γυναίκες της βιοπάλης, καθώς του θύμιζαν τη μάνα του.

Μετά από εκείνη τη συνάντηση η Αννούσκα αποφάσισε μαζί με τα παιδιά της που πολυαγαπούσε να προχωρήσουν τη ζωή τους, αφήνοντας το Δημήτρη ν’ ακολουθήσει ελεύθερος από υποχρεώσεις το δρόμο που υποσυνείδητα ο ίδιος είχε διαλέξει εδώ και χρόνια. Ένα δρόμο μοναχικό, όπου στην πραγματικότητα η Αννούσκα ποτέ δεν ήταν συνοδοιπόρος του. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισε να μιλήσει στα παιδιά της, θεωρώντας πως ήταν ώριμα να δεχτούν μία ακόμα νέα πραγματικότητα στη ζωή τους. Πριν απ’ όλα όμως μίλησε στον άντρα της, λέγοντάς του ότι γνωρίζει την αλήθεια για τη νέα του ζωή, βοηθώντας τον κατά κάποιο τρόπο να λυτρωθεί απ’ όσα τον έπνιγαν. Εξάλλου, ο Δημήτρης από την πρώτη στιγμή είχε καταλάβει ότι ο Μπάμπης ο Χαρακωμένος του έδινε μόνο τα λεφτά από τα φιλοδωρήματα και τα θελήματα που έκανε. Στην αρχή ένιωσε θυμό, στη συνέχεια όμως το αποδέχτηκε. Άλλωστε, γνώριζε πολύ καλά πόσο πόνο είχε προκαλέσει στην οικογένειά του. Ίσως αυτός να ήταν και ένας τρόπος εξιλέωσης απέναντί τους.

Έτσι, λοιπόν, ένα πρωινό που έλλειπαν η Αννούσκα και τα παιδιά από το σπίτι, εκείνος μαζεύοντας τα πράγματά του έφυγε διακριτικά και ήρεμα από τη ζωή τους. Τα παιδιά του για πολύ καιρό δε θέλησε να τα συναντήσει. Εξάλλου, δεν ήξερε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να τους εξηγήσει τα όσα του συνέβησαν. Άφησε, λοιπόν, την Αννούσκα να μιλήσει στα παιδιά τους για κείνον.

Πρωινό μίας ακόμα μέρας σαν όλες αυτές που περνάνε αθόρυβα και αφήνουν το αποτύπωμά τους μέσα στο χρόνο. Μία γυναίκα, για πολλοστή φορά εδώ και τόσα χρόνια, περιμένει τουρτουρίζοντας από το κρύο στη στάση το λεωφορείο. Μία γυναίκα που έχει μάθει να είναι μαχήτρια, αλλά και πρωταγωνίστρια της ζωής της.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο