Πασχαλινές οδοιπορίες

της Γιώτας Αγαπητού         

Τέλη Απρίλη και η φύση έχει φορέσει τα καλά της. Μικρά και μεγάλα πολύχρωμα άνθη στεφανώνουν τη Γη. Όπου να ‘ναι κοντεύει η Μεγάλη Εβδομάδα για να δώσει τη θέση της στο Πάσχα. Μία γυναίκα που κάποτε ήταν ένα ξέγνοιαστο κορίτσι χάνεται στις σκέψεις της. Ένα τυπικό απόγευμα του Απρίλη καθισμένη στο μπαλκόνι της, παρέα μ’ ένα φλιτζάνι καφέ,  θυμάται τις ημέρες περασμένων χρόνων. Στιγμές και εμπειρίες που έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της. Ντυμένη με φόρμες και έχοντας πιάσει σε κοτσίδα, για να νιώθει άνετα, τα μακριά ξανθά της μαλλιά, αρχίζει ν’ αναπολεί μελαγχολώντας. Ο συννεφιασμένος ουρανός παρέα με την ανθισμένη φύση δημιουργούν συναισθήματα και ξυπνούν εικόνες που έχουν σημαδέψει τη ζωή  της.

Η σκέψη της γυρίζει πίσω στο 1992. Το Πάσχα εκείνο, το τόσο δύσκολο, θυμάται τον πατέρα της ν’ αργοσβήνει μέρα με τη μέρα από τον πυρετό και να προσπαθεί να δώσει κουράγιο στην οικογένειά του, γνωρίζοντας καλά ότι είναι το τελευταίο Πάσχα που περνάει μαζί τους. Η γυναίκα δακρύζει, πίνει μία γουλιά από τον καφέ της που αρνείται πεισματικά να κρυώσει. Θυμάται τον πατέρα της την ημέρα που έφευγε για το νοσοκομείο καταβεβλημένος από την ασθένεια να δίνει μία υπόσχεση στη μικρή του κόρη.

«Του χρόνου θα γιορτάσουμε και πάλι το Πάσχα όπως το γιορτάζαμε παλιά».

Μία υπόσχεση που εκείνη την ώρα την πήρε μαζί του ο άνεμος και μετά από καιρό την ακούμπησε μ’ ευλάβεια στο χρονοντούλαπο της μνήμης του νεαρού τότε κοριτσιού.

Τα χρόνια περνούν και το νεαρό κορίτσι μεγαλώνει βιώνοντας καινούριες εμπειρίες. Κάποιες απ’ αυτές με τον καιρό θα μετουσιωθούν σε αχνές αναμνήσεις που θα ανεβαίνουν κατά διαστήματα στην επιφάνεια της μνήμης της. Ενώ άλλες, απεγνωσμένα θα προσπαθούν να βρουν χώρο στα ντουλαπάκια της ψυχής της, που τόσο προσεκτικά κρύβει η ίδια. Όπως  εκείνες που σχεδόν κάθε χρόνο τέτοιες μέρες έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες και κυριεύουν το νου της.

Τώρα πια γυναίκα θυμάται εκείνη τη χρονιά που η μοίρα την οδήγησε για δουλειά σ’ ένα νησί του Αιγαίου. Δε θα ξεχάσει ποτέ εκείνο το πρώτο μοναχικό Πάσχα ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους. Στη μνήμη της έχουν αποτυπωθεί εικόνες, ήχοι και μυρωδιές. Από το Σάββατο το Λαζάρου το μικρό νησί πλημύριζε από τις ευωδιές που αναδύονταν από τις κουζίνες των σπιτιών, καθώς οι νοικοκυρές ετοίμαζαν παραδοσιακές τοπικές λιχουδιές. Θυμάται ακόμα εκείνες τις γυναίκες να βάφουν με ασβέστη τα σπίτια και τις αυλές τους περιμένοντας τους τουρίστες. Αυτό όμως που δε μπορεί να ξεχάσει είναι η εικόνα με τα φορτηγάκια τα οποία ήταν γεμάτα με μικρά κατσικάκια κι αρνάκια που τα πήγαιναν για σφαγή, θυσία στο πασχαλινό τραπέζι. Θυμάται ακόμα το παρατεταμένο βέλασμά τους, καθώς αυτά στριμώχνονταν επάνω στις καρότσες και μετά την έντονη οσμή του αίματος από τα νεκρά ζώα. Μία οσμή που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες κατακλύζει τη μνήμη της. Θυμάται ακόμα τον ηλικιωμένο αλκοολικό ιερέα που βλαστημώντας τη μοίρα του ερχόταν από το διπλανό νησί για να λειτουργήσει. Αναπολεί όμως και κείνο το πασχαλιάτικο πρωινό που κοίταζε από το παράθυρό της τον ανοιξιάτικο και λαμπερό ήλιο ν’ ανατέλλει από το Αιγαίο.

Η γυναίκα βγαίνοντας για λίγο από τις σκέψεις της πίνει μια γουλιά καφέ και ξαναβυθίζεται σ’ αυτές. Συνειδητοποιεί πόσο πολύ αγαπάει τις  πασχαλιές. Το άρωμα που αναδύουν τα μικρά και κομψευόμενα άνθη της. Σκέφτεται ότι στο κέντρο της Αθήνας δε φυτρώνουν πασχαλιές και μελαγχολεί. Καθισμένη έτσι όπως είναι στο μπαλκόνι της βλέπει τις μνήμες περασμένων χρόνων να τρέχουν σαν διαβάτες από μπροστά της. Η ώρα περνάει. Το σκοτάδι σιγά σιγά αγκαλιάζει την πόλη. Αρχίζει να κάνει ψύχρα. Το φλιτζάνι της έχει λίγο καφέ ακόμα. Η φύση σκορπίζει σαν ακριβό άρωμα τις ευωδιές από τα άνθη της στον κόσμο. Η γυναίκα αποφασίζει ότι είναι ώρα να μπει μέσα στο σπίτι και να κλείσει το χρονοντούλαπο της μνήμης της. Εξάλλου, οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας την περιμένουν να συνεχίσει.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο